Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 387 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ηθική αυτουργία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Χρήση ψευδούς βεβαίωσης. Ηθική αυτουργία σ’ αυτήν. Αναίρεση Εισαγγελέα ΑΠ. Αναιρείται για έλλειψη αιτιολογίας. Στο σκεπτικό αναφέρει αδικήματα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν, στο δε διατακτικό αναφέρει τη χρήση ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτήν. Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 387/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3696, 3696α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους 1)Χ1 και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πρωτόπαπα και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 40/17-7-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελένης Γιαννέλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1252/2008.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου, μέσα στην κατά τα άνω οριζόμενη, αναφορικά με το χρόνο έναρξής της, μηνιαία προθεσμία.
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 3696α 3696/2008 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μέσα στην ως άνω προθεσμία του ενός μηνός, η έναρξη της οποίας άρχισε την 26-6-2008, αφού, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη στην απόφαση αυτή βεβαίωση της Γραμματέως, αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 25-6-2008 και η αναίρεση ασκήθηκε την 17-7-2008, πριν δηλαδή τη συμπλήρωση της αναφερόμενης προθεσμίας.

ΙΙ.- Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως συνιστά και η έλλειψη της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άνω άρθρο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 3696α, 3696/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, κηρύχθηκαν αθώες οι κατηγορούμενες Χ2 και Χ1, για τις πράξεις της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης και ηθικής αυτουργίας σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης, αντίστοιχα, με την ακόλουθη αιτιολογία. "Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι την 7-6-02 η συμβολαιογράφος Αθηνών Χριστίνα Μάνδρου, μετέβη στην οικία του Ζ επί της Λεωφόρου ....., μετά από παράκληση της πρώτης των κατηγορουμένων, στην οποία ο τελευταίος είχε αναθέσει προφορικά την εντολή να τον εκπροσωπήσει στη δίκη για τη θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση προκειμένου να συντάξει ένα πληρεξούσιο με το οποίο θα της παρείχε και εγγράφως την εντολή και εξουσιοδότηση να τον εκπροσωπεί στις δίκες και ειδικότερα εκείνη που αφορούσε την θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση. Όταν η συμβολαιογράφος έφθασε στο σπίτι εκεί την ανέμενε ο Ζ και η δεύτερη των κατηγορουμένων η οποία τον φρόντιζε και αποτελούσε μαζί με τον γιό και τον σύζυγο της την οικογένειά του τα τελευταία έτη μετά τον θάνατο της αδελφής του. Όπως προκύπτει από την κατάθεση της ίδιας της συμβολαιογράφου ο Ζ την αναγνώρισε ότι ήταν η συμβολαιογράφος που ανέμενε για την σύνταξη του δικαστικού πληρεξούσιου προς την δικηγόρο Χ2 και μάλιστα μετά από μία μεταξύ των συνομιλία κατά την οποία αυτή διαπίστωσε ότι είχε την νοητική δυνατότητα να καταρτίσει την σχετική δικαιοπρακτική πράξη συνέταξε το συμβόλαιο και τον κάλεσε να το υπογράψει. Πριν από την υπογραφή του διάβασε δυνατά το περιεχόμενό του και του παρέσχε εξηγήσεις σε ότι θέμα της ζήτησε σχετικά με την έκταση της πληρεξουσιότητας που παρείχε στην δικηγόρο πρώτη των κατηγορουμένων. Μάλιστα επειδή η γραφή του ήταν τρεμάμενη η συμβολαιογράφος του υπέδειξε να βεβαιώσουν την αδυναμία υπογραφής του δύο μάρτυρες και εκείνος υπέδειξε τους μάρτυρες ..., αρχιτέκτονα μηχανικό, και .... ιδιωτική υπάλληλο, οι οποίοι κλήθηκαν από την παριστάμενη, δεύτερη των κατηγορουμένων και ήρθαν και υπέγραψαν ως μάρτυρες το άνω πληρεξούσιο. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί όπως και έγινε την έννοια του εγγράφου πού υπέγραφε (ήταν άλλωστε δικηγόρος στο παρελθόν) αλλά και την έκταση της εντολής που παρείχε στην πρώτη των κατηγορουμένων δικηγόρο. Εξάλλου, η ίδια n συμβολαιογράφος στην περίπτωση που είχε αντιληφθεί οποιαδήποτε αδυναμία του να επικοινωνήσει μαζί του, δεν θα είχε προβεί στην σχετική πράξη ούτε θα είχε συντάξει το επίμαχο συμβόλαιο και σε κάθε περίπτωση αυτή όπως προκύπτει από την κατάθεση της δεν παραπλανήθηκε από οποιονδήποτε και ειδικότερα την πρώτη των κατηγορουμένων για να προβεί στην σύνταξη του άνω συμβολαίου. Βέβαια από τις από 26-4-02 και 31-10-2002 βεβαιώσεις των ιατρών .... και .... αλλά και του .... οι οποίοι επισκέφθηκαν να εξετάσουν τον Ζ μετά από εντολή του εγκαλούντα ανιψιού του προέκυψε ότι αυτός έπασχε από οργανικό ψυχοσυνδρομο -ανοϊκές εκδηλώσεις -ψυχοκινητικές διεγέρσεις για να καταλήξουν ότι ο ασθενής δεν είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία. Πλην, όμως, η γνωμάτευση των αυτή τουλάχιστον των δύο πρώτων .συντάχθηκε με βάση, όπως ρητά αναγράφεται σ' αυτήν στο επάγγελμα του, την κοινωνική του θέση και το ιστορικό νοσηλείας του στο ιατρικό κέντρο παλαιού Φαλήρου στο οποίο αναφέρεται ότι έπασχε από παθολογικά ευρήματα στις απεικονιστικές εξετάσεις /αξονική τομογραφία: ευρήματα μεγάλου βαθμού εγκεφαλικής ατροφίας / χωρίς οι γιατροί να έχουν οποιαδήποτε προηγούμενη επαφή με τον ασθενή αφού αυτός αντιληφθείς τον ρόλο, την ιδιότητα των και ότι πήγαιναν να τον εξετάσουν κατ' εντολή του ανιψιού του (εγκαλούντα) τους εξεδίωξε από το διαμέρισμα του αφού προηγουμένως τους επιτέθηκε φραστικώς και αρνήθηκε οποιαδήποτε εξέταση ή συνομιλία μαζί των. Το ίδιο συνέβη και όταν τον επισκέφθηκε ο τρίτος των ανωτέρω ιατρών την 31-10-02 τον οποίο πάλι εξεδίωξε από το σπίτι με οργίλο ύφος όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 1-11-02 γνωμάτευση του αρνούμενος απολύτως οποιαδήποτε συνεργασία. Βέβαια, ο άνω ιατρός βεβαιώνει στην γνωμάτευση του ότι η προσωπική επαφή που θα είχε με τον ασθενή δεν θα προσέθετε οτιδήποτε στην εκτίμηση της διανοητικής κατάστασης του ασθενούς, πράγμα, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με επιθυμία και επίσκεψη του στην κατοικία του ασθενή με σκοπό την εξέταση του την οποία θα έπρεπε να είχε παραλείψει αν δεν είχε να προσθέσει οτιδήποτε στην εκτίμηση της διανοητικής κατάστασης του ασθενούς. Από τα επεισόδια όμως της άρνησης του Ζ να δεχθεί να εξεταστεί από αυτούς και την εκδίωξη των από το σπίτι των, τα οποία οι ίδιοι οι άνω ιατροί περιγράφουν, επιβεβαιώνεται η δυνατότητα του κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αυτός να αντιληφθεί πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις και επομένως και του περιεχομένου του πληρεξουσίου που συνέταξε η άνω συμβολαιογράφος. Πρέπει να σημειωθεί ότι από το ενημερωτικό από 5-6-02 σημείωμα του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών το οποίο έλαβαν υπόψη των οι άνω ιατροί για την σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης των αναγράφεται ότι αυτός παρουσιάζει παροδικές διαταραχές μνήμης και προσανατολισμού πράγμα που, βεβαίως, καθιστούσε επιτακτικότερη την ανάγκη επαφής μαζί του για την ασφαλέστερη διάγνωση της κατάστασης και την διακρίβωση της ικανότητας του για κατάρτιση δικαιοπραξίας. Αλλά και όταν μετά από ένα έτος εξετάζεται από τον από το δικαστήριο ορισθέντα πραγματογνώμονα για την θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση προκύπτει ότι από την συνομιλία που έχει με τον ιατρό, οπότε η κατάσταση του δεν είναι πολύ καλή, θυμάται ότι είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα σε μία κοπέλα δικηγόρο που ερχόταν σπίτι του και τον εξυπηρετούσε ενώ επαναδιατυπώνει την απαρέσκειά του για το πρόσωπο του εγκαλούντα τον οποίο δεν θέλει να πατήσει το πόδι του στο σπίτι τους. Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά την σύνταξη του πληρεξουσίου ο Ζ ήταν σε τέτοια διανοητική κατάσταση που του επέτρεπε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που περιλήφθηκε στο πληρεξούσιο και ότι σε κάθε περίπτωση η συμβολαιογράφος που το συνέταξε προέβη στην πράξη αυτή αφού προηγουμένως διαπίστωσε η ίδια την διανοητική του κατάσταση και κατ' ουδένα λόγο παραπλανήθηκε από την πρώτη των κατηγορουμένων η οποία υποκινήθηκε προς τούτο από την δεύτερη. Δεν στοιχειοθετείται, συνεπώς, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαιώσεως αφού η ίδια η συμβολαιογράφος δηλώνει ότι δεν παραπλανήθηκε στην σύνταξη του άνω συμβολαίου και ότι το συνέταξε αφού η ίδια διαπίστωσε την καλή διανοητική κατάσταση του Ζ. Θα πρέπει, επομένως, οι κατηγορούμενες να κηρυχθούν αθώες για την πράξη που καθεμία κατηγορείται κατά τα ειδικότερο στο διατακτικό οριζόμενα".
Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη και ειδικότερα: 1)Διότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά, αναφορικά με τη χρήση της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας στη χρήση της ψευδούς βεβαίωσης και αφορούσαν τις αξιόποινες πράξεις που αποδόθηκαν σε βάρος των ως άνω κατηγορουμένων και 2)διότι υπάρχει σύγχυση περί των εγκλημάτων, για τα οποία έκρινε το Εφετείο, αφού, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι πράξεις που αποδίδονται στις κατηγορούμενες είναι η υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και η ηθική αυτουργία σ' αυτήν, ενώ στο διατακτικό, ως πράξεις, για τις οποίες αυτές κηρύχθηκαν αθώες, φέρονται η χρήση ψευδούς βεβαίωσης και η ηθική αυτουργία σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθ. 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 3696α, 3696/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή