Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 44 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως.




Αριθμός 44/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμήτσα, περί αναιρέσεως της 2/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα τη Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεκτάριο Τσαρουχά.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 949/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδάφ. α' του Π.Κ. "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. 2.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ".... ο κατηγορούμενος, δυνά΅ει της υπ' αριθ΅όν 27/5-4-2001 απόφασης του Διοικητικού Συ΅βουλίου της εταιρίας ΅ε την επωνυ΅ία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α. Ε.", ιδιοκτήτριας τότε της επιχειρη΅ατικής ΅ονάδας του ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ, που λειτουργούσε στις Αχαρνές Αττικής, προσλήφθηκε ως Διευθυντής της συγκεκρι΅ένης ΅ονάδας ΅ε πλήρη απασχόληση για χρονικό διάστη΅α τριών ετών, ΅ε δοκι΅αστική περίοδο έξι [6] ΅ηνών και ΅ε ΅ηνιαίες αποδοχές 1.600.000 δραχ΅ών. Σύ΅φωνα ΅ε την προαναφερό΅ενη σύ΅βαση, η οποία υπογράφηκε την 19-7-2001, οι αρ΅οδιότητες του κατηγορού΅ενου ως Διευθυντή του Καζίνο θα καθορίζονταν ΅ε αποφάσεις του διευθύνοντος συ΅βούλου και του ΔΣ της εταιρείας, ΅ε σκοπό την εύρυθ΅η και αποτελεσ΅ατική λειτουργία της ΅ονάδας, ενώ ο ίδιος ο κατηγορού΅ενος, ως αντισυ΅βαλλό΅ενος, αποδέχτηκε ρητά την άσκηση των αρ΅οδιοτήτων του Διευθυντή του Καζίνο στα πλαίσια της υλοποίησης του εταιρικού σκοπού εντός των ορίων του καταστατικού της εταιρείας και των Κανονισ΅ών αυτής. Ση΅ειώνεται ότι, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ΅όν πρωτ. 1123/5-3-2001 απόφαση του Διευθύνοντος Συ΅βούλου της εταιρείας ..., τα καθήκοντα της Διοίκησης και λειτουργίας του υποκαταστή΅ατος Καζίνο, Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας είχαν ανατεθεί στον εντεταλ΅ένο σύ΅βουλο της εταιρείας ...., ΅έλος του Διοικητικού Συ΅βουλίου της εταιρείας, [άρθρα 7α περ. γ, 7β παρ. 15 και 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190 /1920 " Περί Ανωνύ΅ων Εταιρειών" όπως ισχύουν σή΅ερα ΅ετά το ΠΔ 409/1986 και το άρθρο 2 του ΠΔ/τος 360/1993 (ΦΕΚ Α154/13-91993)], στον οποίον και θα αναφέρονταν όλοι οι υπεύθυνοι των Διευθύνσεων του συγκεκρι΅ένου υποκαταστή΅ατος, όπως ο κατηγορού΅ενος ως υπεύθυνος Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης του Καζίνο. Από το χρόνο δε της κατά τα ως άνω προσλήψεώς του κατηγορού΅ενου (5-4-2001) και εντός της συ΅φωνη΅ένης ως δοκι΅αστικής περιόδου και δεδο΅ένου ότι δεν είχαν ακό΅η εγκριθεί οι κανονισ΅οί λειτουργίας των υποκαταστη΅άτων της εταιρείας, σύ΅φωνα ΅ε την παρ. 4 του άρθρου 17 του Εσωτερικού Κανονισ΅ού Λειτουργίας αυτής, που είχε εγκριθεί ΅ε τις υπ' αριθ΅ούς 10/26-9-1999,26/22-9-1999 και 13/4-122000 αποφάσεις του ΔΣ και επικυρωθεί ΅ε την υπ' αριθ΅όν Τ/5333/1812-2000 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1610/Β/29-12-2000) ο κατηγορού΅ενος άσκησε τα καθήκοντά του, ως Γενικός Διευθυντής του Καζίνο, συνιστα΅ένων στην εποπτεία της λειτουργίας αυτού και στην υποχρέωσή του να εισηγείται λύσεις και προτάσεις για την ανάπτυξή του στο Διευθύνοντα Σύ΅βουλο της εταιρείας και συγκεκρι΅ένα, ΅ε την υπ' αριθ΅όν πρωτ. 258/4-5-2001 απόφασή του προέβη στην κατανο΅ή το προσωπικού του Καζίνο και την προσωρινή ανάθεση αρμοδιοτήτων ορίζοντας συγκεκριμένα πρόσωπα σε συγκεκριμένες θέσεις όπως Διευθυντή και Υποδιευθυντές Επιτραπέζιων Παιγνίων, Υπεύθυνους Αίθουσας, Διευθυντή και Προϊστάμενο Ηλεκτρονικών Παιγνίων, ενώ έλαβε και άλλες αποφάσεις και ενήργησε πράξεις για τις οποίες μάλιστα του καταβλήθηκε και έκτακτη χιλιομετρική αποζημίωση για τον μήνα Ιούνιο 2001 (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΣ. 1043/24-7-2001 απόφαση του Εντεταλμένου, Συμβoύλoυ της ΕΤΑ). Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του, ως Γενικού Διευθυντή του Καζίνο περί τον μήνα Μάϊο του έτους 2001 αποφάσισε η είσοδος των εργαζομένων στο Καζίνο να μην γίνεται από την κεντρική είσοδο αυτού, που μέχρι τότε ήταν κοινή και για τους πελάτες του καζίνο και για τους Διευθυντές και για τους υπαλλήλους αυτού, αλλά από μία αλουμινένια πόρτα η οποία βρισκόταν στη βορεινή πλευρά του συγκροτήματος. Μάλιστα ο κατηγορούμενος, με έγγραφη ανακοίνωσή του , η οποία επικολλήθηκε σε ευδιάκριτη για τους εργαζόμενους θέση, απαγόρευσε την είσοδο αυτών από την ως άνω κεντρική πόρτα του συγκροτήματος και τους υποχρέωσε να εισέρχονται αποκλειστικά από την ως άνω αλουμινένια πόρτα, η οποία είχε τον χαρακτήρα βοηθητικής και όχι κύριας εισόδου, χωρίς να είναι έξοδος κινδύνου, αλλά ούτε και ήταν αναγκαία για την τροφοδοσία της μονάδας, δεδομένου ότι η κουζίνα βρισκόταν, στην αντίθετη ακριβώς πλευρά του συγκροτήματος όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας. Εξαιτίας δε της θέσης στην οποία βρισκόταν η προαναφερόμενη αλουμινένια πόρτα (βόρεια πλευρά όπου φυσούσαν πολύ ισχυροί άνεμοι) και του υλικού κατασκευής αυτής (αλουμίνιο) δεν παρείχε ασφάλεια και για το λόγο αυτό το σωματείο των εργαζομένων στο Καζίνο διαμαρτυρήθηκε στον κατηγορούμενο, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του για την ως άνω απόφασή του, ενώ ο τελευταίος υποσχέθηκε "ότι θα κοιτάξει το θέμα", όπως κατέθεσε συγκεκριμένα στο ακροατήριο ο μάρτυρας ...., προϊστάμενος τεχνικών παιγνίων, χωρίς όμως να ληφθεί οποιοδήποτε σχετικό μέτρο, μέχρι που στις 18-7-2001, η εργαζόμενη στο Καζίνο, Ψ, πολιτικώς ενάγουσα, εισερχόμενη στο χώρο τoυ Καζίνο από την παραπάνω αλουμινένια πόρτα, προκειμένου να αναλάβει εργασία, λόγω των ισχυρών ανέμων που φυσούσαν εκείνη την ημέρα να μην μπορέσει να συγκρατήσει την πόρτα με αποτέλεσμα αυτή να κλείσει αυτή βίαια πάνω στο αριστερό της χέρι συνθλίβοντας τον αντίχειρα αυτού, και προκαλώντας συντριπτικό κάταγμα της αριστεράς ονυχοφόρου φάλαγγας, με συνέπεια να ακολουθήσει ακρωτηριασμός του δακτύλου αυτού στο ύψος της τελικής φάλαγγας. Η σωματική αυτή βλάβη που υπέστη η ενάγουσα οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου, ο οποίος από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και ενώ ήταν υπόχρεος λόγω της ιδιότητάς του ως γενικός Διευθυντής του Καζίνο και συνεπώς υπεύθυνος για την τήρηση τόσο των γενικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων, που επιβάλλονται από το γενικό καθήκον πρόνοιας και την κοινή αντίληψη και την απαιτούμενη κατά τις συναλλαγές επιμέλεια, όσο και των ειδικών όρων ασφαλείας που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων (άρθρο 16 § 1 του ν. 551/15, "Περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών", όπως κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 38 ΕισΝΑΚ) σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων αυτού και δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα, όφειλε αφενός μεν να μην υποχρεώσει τους εργαζόμενους στο καζίνο να εισέρχονται από την παραπάνω αλουμινένια πόρτα, απαγορεύοντας επιπλέον την είσοδο αυτών από την κεντρική είσοδο, όπως συνέβαινε μέχρι τον Μάϊο του έτους 2001, η οποία ήταν απολύτως ασφαλής, αφετέρου δε όφειλε να επιμεληθεί της κατασκευής έμπροσθεν της ως άνω αλουμινένιας πόρτας ανεμοφράκτη, ώστε να μειώνεται η προς αυτή ασκούμενη ένταση των ανέμων και να χρησιμοποιείται πλέον αυτή με ασφάλεια, όπως τα παραπάνω προκύπτουν από την έκθεση αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Εργασίας ..., που επιλήφθηκε του ελέγχου των συνθηκών και της ανεύρεσης των αιτίων που προκάλεσαν το ως άνω εργατικό ατύχημα, μετά τη γενόμενη την 5-9-2001 αναγγελία αυτού, αποφευχθεί ο σοβαρός τραυματισμός της πολιτικώς ενάγουσας. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, μέχρι την τέλεση του παραπάνω εγκλήματος διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο, καθόσον μέχρι του χρόνου τούτου δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά σε οποιοδήποτε τομέα των δραστηριοτήτων του και συνεπώς πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ), κατά παραδοχή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του τον οποίον παραδεκτά αυτός πρόβαλε...". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος ( 15, 28, 314 παρ. 1α, 315 παρ. 1 του Π.Κ) καθώς και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, όπως και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η σωματική βλάβη την οποία υπέστη η παθούσα και προσδιορίζονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο δέχεται μη συνειδητή αμέλεια του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, επαρκώς εκτίθενται στο σκεπτικό της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο καταλήγει στην παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος ήταν Γενικός Διευθυντής του Καζίνο και εκ της ιδιότητάς του αυτής υπόχρεως στην λήψη μέτρων για την ασφαλή παροχή της εργασίας των εκεί εργαζομένων. Ακόμη, διαλαμβάνεται στην απόφαση, από το σύνολο των παραδοχών της, η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. για την εξ αμελείας ευθύνη του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα προσδιορίζεται η συμπεριφορά του εκείνη που προηγήθηκε του αποτελέσματος, δηλαδή η έγγραφη απαγόρευση εισόδου του προσωπικού από την κεντρική είσοδο και υποχρέωση εισόδου από ανασφαλή πλαϊνή θύρα και ακόμη η παράλειψη κατασκευής ανεμοφράκτη και ως συνέπεια είχε την σωματική βλάβη της παθούσης. Το γεγονός ότι το δικαστήριο πέραν της προηγηθείσας συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, εσφαλμένα δέχεται για τη θεμελίωση της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του κατηγορουμένου και τη συνδρομή των όρων του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, δεν καθιστά αντιφατική την αιτιολογία της αποφάσεως, ως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Η αιτίαση του αυτού αναιρεσείοντος ότι δεν υπήρξε Γενικός διευθυντής της παραπάνω εταιρίας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, για δε τον τραυματισμό της παθούσης ποινική ευθύνη υπέχουν τα μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας αυτής ως εργοδότες και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 1586/1985, είναι απαράδεκτη , γιατί πλήττει τη διαφορετική ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω, η αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας, συνιστάμενη ότι το δικαστήριο ενόψει του χρόνου τελέσεως της πράξεως την 18-7-2001 και του χρόνου εκδικάσεως της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 4-1-2008, δεν αναφέρει κάποιο λόγο αναστολής εκ του άρθρου 113 του Π.Κ. είναι απαράδεκτη γιατί αορίστως προβάλλεται. Το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως μεν λαμβάνει υπόψη την επελθούσα παραγραφή, εάν η συμπλήρωση αυτής, συνυπολογιζομένου και του χρόνου της αναστολής, προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, εάν όμως δεν προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως συμπληρώθηκε, προκειμένου περί πλημμελήματος, όπως εν προκειμένω, οκταετία, τον μη συνυπολογισμό του χρόνου της τριετούς αναστολής με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την πάροδο πενταετίας από την τέλεση της πράξεως, οφείλει να επικαλεσθεί και δεν επικαλείται στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος. Τέλος, απαράδεκτη είναι η αιτίαση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως στην πολιτικώς ενάγουσα, με έρεισμα την επικαλούμενη ανυπαρξία ευθύνης του ανερεσείοντος, αφού, έτσι πλήττεται η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας Ψ (άρθρα 583 Κ.Π.Δ., 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Ψ, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή