Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 310 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρεμπορία.




Περίληψη:
Λαθρεμπορία. Άρθρο 155 παρ. 1β και 2α, ζ, 160 παρ. 2β Ν. 2960/2001. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.




Αριθμός 310/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπήκα, για αναίρεση της 1873/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 393/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Ν 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κωδικός" όπως είχε αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο (27-6-2001 έως 30-10-2001), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα Τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα χωρίς γραπτή άδεια της αρμοδίας Τελωνειακής αρχής ή σε άλλον από τον ορισμένο υπ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιοδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν σε τόπο και χρόνο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία θεωρείται, κατά την παραγρ. 2 περ. θ' του ίδιου άρθρου, και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή έχουν τεθεί στη γενική κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Εξάλλου κατά την παράγ. Ι του άρθρου 89 του ανωτέρω Τελωνειακού Κώδικα, η μη τήρηση των σχετικών με τις τελωνειακές εργασίες και την τελωνειακή υπηρεσία διατυπώσεων χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβαση. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ως τελωνειακές παραβάσεις χαρακτηρίζονται επίσης η καθ' οιονδήποτε εκ των μνημονευομένων στο ως άνω άρθρο 100 τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων στο Δημόσιο τελών και δικαιωμάτων, καθώς και η μη τήρηση των στο ίδιο άρθρο 100 λοιπών διατυπώσεων. Οι τελωνειακές αυτές παραβάσεις επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου, ακόμη και αν ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας. Περαιτέρω με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ενώ με το άρθρο 67 παρ. 1, 4 και 5 του ίδιου νόμου καθορίσθηκαν οι παραβάσεις-κυρώσεις ως εξής: Παραγ. 1. Αν κατά τη διάρκεια της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των προϊόντων του άρθρου 1 διαπραχθεί στο εσωτερικό της χώρας παρατυπία ή παράβαση, η οποία καθιστά απαιτητό τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, ο φόρος αυτός βεβαιώνεται και εισπράττεται από την αρμόδια αρχή και βαρύνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εγγυηθεί την πληρωμή σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 61, με την επιφύλαξη ασκήσεως ποινικής δίωξης, όταν στοιχειοθετείται ποινικό αδίκημα Παραγ. 4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου, χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. Παραγ 5: Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επ. του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικα" και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμα κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα, στα άρθρα 53 έως 119 και επομένως είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-2002, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες) συνάγεται ότι, ενώ η μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας των αναφερομένων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου προϊόντων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το οινόπνευμα, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως απλή τελωνειακή παράβαση, η οποία επισύρει μόνον την επιβολή των κατά το άρθρο 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα διοικητικών κυρώσεων και δη την επιβολή κατά του υπαιτίου πολλαπλών τελών, αντιθέτως, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και δια τα προϊόντα αυτά ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 53 του νόμου 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου, κατά το άρθρο 185 αυτού, άρχισε από 1-1-2002, επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και τα αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής και κυκλοφορίας των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 αυτού, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επ. του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπ' αυτών προβλεπόμενο ειδικό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ίδιου νόμου, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του ως άνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για το οινόπνευμα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Δεν μπορεί δε να συναχθεί προθυστέρως αντίθετη προς τ' ανωτέρω νομοθετική βούληση από το ότι, με την μεταγενέστερη αντικατάστασή της παραγ. 5 του ως άνω άρθρου 118 (με το άρθρο 1 παρ. 33 του Ν. 3583/2007), τούτο κατέστη ακόμη πιο σαφές. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ, 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1873/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πατρών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν και χρηματική ποινή εξακοσίων είκοσι τριών (623) ευρώ, για λαθρεμπορία, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση ποτοποιίας στο ..... μαζί με την μνηστή του πρώτη κατηγορουμένη πλην όμως στο όνομα της τελευταίας και απασχολούνταν σ' αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από 27-6-2001 έως 30-10-2001 ενεργώντας με πρόθεση κατείχε και διέθεσε στην κατανάλωση χωρίς την πληρωμή των εισαγωγικών δασμών και λοιπών φόρων εξ. 8282,40 ΕΥΡΩ, 606,30 κιλά καθαρού οινοπνεύματος, το οποίο κατείχε και πωλούσε σε τρίτους, εν γνώσει του ότι αυτά είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί. Ειδικότερα ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, είχε διαθέσει και πωλήσει στο αγοραστικό κοινό 1098,30 κιλά καθαρού οινοπνεύματος, χωρίς η ποσότητα αυτή να καλύπτεται από παραστατικά πωλήσεων και αγορές καυσίμων (τιμολόγια - αγοράς) εφόσον κατά το ίδιο διάστημα οι αντίστοιχες αγορές ανέρχονταν σε 492 κιλά. Τούτο διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο που διενήργησαν υπάλληλοι του ΣΔΟΕ της περιφερειακής Διευθύνσεως Αττικής στις 31-10-2001 στην πιο πάνω επιχείρηση με την καταγραφή των παραστατικών πώλησης και αγοράς καυσίμων. Από τη σύγκριση των ποσοτήτων που αγοράστηκαν και αυτών που πουλήθηκαν προκύπτει ότι οι πωλήσεις είναι μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες αγορές κατά 606,30 κιλά (1098,30 - 492=606,30). Επομένως πρέπει ο δεύτερος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της λαθρεμπορίας για την οποία κατηγορείται και προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ. παρ. 1β' και 2α και § 157 παρ. 1α' και 160 παρ. 2β ν. 2960/2001 απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της λαθρεμπορίας, αλλά ότι η πράξη συνιστά απλή τελωνειακή παράβαση". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας οινοπνεύματος, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 Π.Κ., 100 παρ. 1β, 2, 102 παρ. 1α, 105 παρ. 1, 107 παρ. 1, 2 Ν. 1165/1918 και 155 παρ, 1β, 2α, ζ, 157 παρ. 1α και 160 παρ. 2β Ν. 2960/2001, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες επί μέρους αιτιάσεις, α)εκτίθεται ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε από τον αναιρεσείοντα η λαθρεμπορία για την οποία καταδικάσθηκε, ήτοι με την κατοχή από αυτόν και διάθεση στην κατανάλωση της μνημονευόμενης ποσότητας οινοπνεύματος, για την οποία δεν είχαν καταβληθεί οι εισαγωγικοί δασμοί και οι λοιποί φόροι που αναλογούσαν σ' αυτήν, β)αναφέρεται και αιτιολογείται η γνώση του αναιρεσείοντος για τη λαθρεμπορική προέλευση της αναφερθείσας ποσότητας, θεμελιούμενη στην παραδοχή ότι αυτός δεν διέθετε τα ανάλογα τιμολόγια για την προέλευση της ποσότητας γ)δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας, δ)το σκεπτικό της αποφάσεως δεν είναι επανάληψη του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, θα αρκούσε, εφόσον θα επληρούτο η απαίτηση αιτιολόγησης της απόφασης και ε)σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, η δραστηριότητα του αναιρεσείοντα δεν αναφέρεται στη μη τήρηση των διατυπώσεων που καθορίζουν τη διαδικασία παραγωγής, μεταποιήσεως και κυκλοφορίας του οινοπνεύματος, η οποία χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση, όπως προεκτέθηκε, αλλ' είχε ως περιεχόμενο, πέρα από την μη καταβολή του εισαγωγικού δασμού και τη μη καταβολή και των λοιπών φόρων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ειδικός φόρος καταναλώσεως, που οφείλετο για το συγκεκριμένο προϊόν, η οποία (αποφυγή καταβολής), συνιστά αξιόποινη λαθρεμπορία, Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. 102/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αρ. 1873/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή