Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1966 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1966/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού- Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, περί αναιρέσεως της 2892/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού "ΔΕΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του καθώς και στους από 4 Σεπτεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 252/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ.γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.5 β' του ν. 2721/1999, που ισχύει από 3-6-1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμη δεν είναι αρμόδιος γι'αυτό, τιμωρείται α0 με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, προσαπαιτείται το αντικείμενο της να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου κρίνει ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο από την αντίστοιχη προηγούμενη, όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με τον πιο πάνω νόμο, αφού για τον κακουργηματικό χαρακτήρα του εγκλήαμτος αυτού απαιτείτο και το πρόσθετο στοιχείο της ως άνω αξίας του αντικειμένου της πράξης που πρέπει "συνολικά" να είναι ανώτερη των 15.000 ευρώ, η έλλειψη του οποίου καθιστά την πράξη αυτή πλημμέλημα. Επομένως η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ και για τις πράξεις που έχουν τελεσθεί πριν από την τροποποίησή της και δεν έχουν αμετακλήτως εκδικασθεί. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης συνιστά, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, εκ των οποίων, η μεν πρώτη υπάρχει, όταν αποδίδεται στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, η δε δεύτερη, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετών Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της κατ'εξακολούθηση υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο του 1991 έως και Δεκέμβριο του 1995 και που το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ (άρθρα 258 περ.γ' και 98 ΠΚ), ανερχόμενο στο ποσό των 46.831,14 ευρώ (15.957.714 δρχ.). Ενόψει αυτών, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ. γ' από το άρθρο 14 παρ.5 β του ν. 2721/1999, κρίνοντας ότι σύμφωνα με αυτήν και εκείνη του άρθρου 98 ΠΚ για τον κακουργηματικό χαρακτήρα του εγκλήματος αυτού, όταν τελείται κατ'εξακολούθηση, απαιτείται, όπως ρητώς ορίζεται με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής του, η συνολική αξία του αντικειμένου των μερικοτέρων πράξεων να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, που, όπως διατυπώνεται, καλύπτει και τις περιπτώσεις της κατ'εξακολούθησης τέλεσης, και όχι η αξία του αντικειμένου κάθε μερικότερης πράξης του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος, να είναι ανώτερη του πιο πάνω ποσού. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγοι, πρώτος του αναιρετηρίου και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που υποστηρίζουν ότι το παραπάνω αδίκημα έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα και έχει παραγραφεί, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου 258 ΠΚ "ιδιαίτερα τεχνάσματα" θεωρούνται κρυφές υλικές ενέργειες και μέθοδοι μη εμφανώς διακριτές με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη και οι οποίες αποσκοπούν στην δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και δη των προϊσταμένων ή ελεγκτών, που θεωρούν τις ενέργειες ως κατ'αρχήν νόμιμες, δηλ. μέσα που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι επιτήδεια προς τον πιο πάνω σκοπό. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν, και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προσβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, ως λ.χ. ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ ισχυρισμός, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων... και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) από το έτος 1969, οπότε προσλήφθηκε ως μαθητευόμενος χειριστής ανελκυστήρων. Κατά το διάστημα από 1.1.1978 μέχρι και το Δεκέμβριο 1995 πρόσφερε τις υπηρεσίες του τον Ταμειακό Τομέα της Διευθύνσεως, Οικονομικών Λειτουργιών στην ... . Ειδικότερα, ήταν αρμόδιος να αγοράζει από Τράπεζα για τους μισθωτούς της ΔΕΗ, οι οποίοι επρόκειτο να ταξιδέψουν στο εξωτερικό για υποθέσεις της, το συνάλλαγμα που κατά περίπτωση είχε εγκριθεί για καθένα τους, εφόσον αυτοί του παρέδιδαν τη σχετική εντολή μετακινήσεως (δηλαδή την έγκριση του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ) και το αρμόδιο Τμήμα της εν λόγω Επιχειρήσεως το δραχμικό αντίτιμο του συναλλάγματος. Μετά την επιστροφή, ο μισθωτός ήταν υποχρεωμένος να καταρτίσει και υποβάλει εκκαθάριση λογαριασμού σε εύλογο χρονικό διάστημα, που ήταν είκοσι ημέρες περίπου, δηλαδή συμπλήρωνε κατάσταση οδοιπορικών εξόδων, την οποία είτε διαβίβαζε στη Διεύθυνση Οικονομικών Λειτουργιών, όπως έπρεπε, είτε παρέδιδε στον κατηγορούμενο, όπως εθιμικά είχε επικρατήσει, ως αρμόδιο υπάλληλο του Ταμειακού Τομέα αυτής, προς τακτοποίηση της εκκρεμότητας, ενώ συγχρόνως του παρέδιδε το τυχόν υπόλοιπο σε συνάλλαγμα ή σε δραχμές για τη λογιστική τακτοποίηση της καρτέλας, που είχε ανοιχθεί. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος, δραχμοποιούσε το τυχόν επιστραφέν συνάλλαγμα και απέδιδε το δραχμικό αντίτιμο στον Τομέα Γενικού Λογιστηρίου. Παραλλήλως, ήταν αρμόδιος και για την πληρωμή σε συνάλλαγμα των συνδρομών ή της αγοράς περιοδικών, βιβλίων και εντύπων της ΔΕΗ. Το 1995 διαπιστώθηκε λογιστικό πρόβλημα στους λογαριασμούς μισθωτών που είχαν μεταβεί στο εξωτερικό. Από σχετικό έλεγχο του Τομέα Γενικού Λογιστηρίου της Διευθύνσεως Οικονομικών Λειτουργιών προέκυψε ότι ήσαν "ανοικτές" για μεγάλο χρονικό διάστημα, λόγω μη αποδόσεως λογαριασμού, 220 καρτέλες προσωπικού λογαριασμού μισθωτών, ώστε να εμφαίνεται ότι αυτοί δεν είχαν επιστρέψει κατά την επάνοδό τους από το εξωτερικό διάφορα χρηματικά ποσά, που δεν είχαν αναλωθεί και τα οποία όφειλαν να επιστρέψουν.
Συγκροτήθηκε επιτροπή, η οποία, κατά την έρευνα αυτού του θέματος, ζήτησε εξηγήσεις για την εκκρεμότητα από τους μισθωτούς, τους οποίους αφορούσαν οι ανοικτές καρτέλες. Από αυτούς, οι εξήντα εννέα (69) δήλωσαν ότι είχαν επιστρέψει στον κατηγορούμενο το υπόλοιπο του συναλλάγματος ή των δραχμών, μαζί με τα δικαιολογητικά των οδοιπορικών εξόδων, και προσκόμισαν τις σχετικές αποδείξεις επιστροφής του υπολοίπου των χρημάτων, που τους είχε ο τελευταίος χορηγήσει. Το συνολικό ποσό, το οποίο με αυτό τον τρόπο εισέπραξε και δεν απέδωσε ο κατηγορούμενος στη ΔΕΗ, αλλά το υπεξαίρεσε, ανέρχεται, όπως προέκυψε από την ΕΔΕ που διεξήχθη, σε 13.900.347 δρχ., τα δε ονόματα των μισθωτών τούτων, το ποσό που καθένας τους επέστρεψε και ο χρόνος επιστροφής του (Απρίλιος 1991 έως Δεκέμβριος 1995), αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής Περαιτέρω, άλλοι εννέα (9) μισθωτοί υπέβαλαν δηλώσεις του ν. 1599/1986 περί επιστροφής στον κατηγορούμενο του συναλλάγματος που δε χρησιμοποίησαν και των σχετικών παραστατικών, χωρίς να λάβουν απόδειξη από αυτόν. Το συνολικό ποσό, το οποίο με αυτό τον τρόπο εισέπραξε ο κατηγορούμενος και δεν απέδωσε στη ΔΕΗ, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ανέρχεται σε 1.140.986 δρχ., τα δε ονόματα των μισθωτών αυτών, το ποσό που καθένας τους επέστρεψε και ο χρόνος επιστροφής του (Ιούνιος 1993 έως 12.11.1995), αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής. Ακόμη, άλλοι πέντε (5) μισθωτοί δήλωσαν ότι δεν εισέπραξαν το συνάλλαγμα που είχαν χρεωθεί, επειδή δεν ταξίδεψαν στο εξωτερικό, τα δε ονόματά τους, το ποσό που καθένας τους χρεώθηκε και ο χρόνος χρεώσεώς τους (Μάρτιος 1993 έως Δεκέμβριος 1994), αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της αποφάσεως αυτής, το δε συνολικό αυτό ποσό ανέρχεται σε 916.386 δρχ., το οποίο παρέμεινε στα χέρια του κατηγορουμένου και το οποίο επίσης αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο κατηγορούμενος, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτει ότι τα πιο πάνω ποσά παρέδωσε στο Λογιστήριο της ΔΕΗ. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι το ότι οι υπογραφές στις αποδείξεις των υπαλλήλων που επέστρεψαν συνάλλαγμα ανήκουν, εμφανώς και όσο μπορεί τούτο να διαπιστωθεί από την απλή επισκόπηση, στον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος ούτε ισχυρισμό για ενδεχόμενη πλαστογραφία προέβαλε ούτε μήνυση κατά υποτιθεμένων πλαστογράφων κατέθεσε, αλλά ούτε και κατονόμασε ποιος τις πλαστογράφησε ούτε προσδιόρισε για ποιο συγκεκριμένο λόγο πλαστογραφήθηκαν αυτές και μάλιστα από τόσα πολλά άτομα. Αλλά και ούτε ένας μάρτυρας από τους συναδέλφους του δεν εμφανίστηκε να δηλώσει ότι ουδέποτε που έδωσε τα ποσά που αποδείχθηκαν. Σύμφωνα με όσα ήδη αποδείχθηκαν, το συνολικό ποσό, που ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος, σε βάρος της ΔΕΗ, ανέρχεται σε 15.957.714 δρχ. (13.900.347 συν 1.140.986 συν 916.381), ήτοι υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ. και είναι ιδιαιτέρως μεγάλο. Αυτός αρνήθηκε να δώσει εξηγήσεις, όταν του ζητήθηκε από την ΔΕΗ, απουσίασε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τη θέση του και απολύθηκε με την υπ' αριθ. 2/1997 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου για την υπεξαίρεση του πιο πάνω συνολικού χρηματικού ποσού, ο δε τρόπος, που χρησιμοποίησε για να επιτύχει την υπεξαίρεση του ποσού αυτού, ήτοι η μη τακτοποίηση των καρτελών των μισθωτών και η διατήρηση σε εκκρεμότητα (αφήνοντας "ανοικτό") το φάκελο κάθε μισθωτού ώστε να φαίνεται ότι αυτός δεν είχε τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του και δεν είχε αποδώσει τα ποσά που όφειλε, αποτελεί ιδιαίτερο τέχνασμα, αφού με αυτόν τον τρόπο δεν θα γινόταν αυτό αντιληπτό από το αρμόδιο τμήμα του λογιστηρίου, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως κρίθηκε και με το υπ' αριθ. 1068/2003 βούλευμα του Αρείου Πάγου. Επομένως, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η φερομένη ως τελεσθείσα από αυτόν αξιόποινη πράξη φέρει πλημμεληματικό χαρακτήρα και, ως τοιαύτη, έχει παραγραφεί (γιατί από την τέλεσή της παρήλθε οκταετία), γιατί ο ανωτέρω τρόπος που χρησιμοποίησε για να επιτύχει την υπεξαίρεση του προαναφερομένου ποσού δεν αποτελεί ιδιαίτερο τέχνασμα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις που του αποδίδονται, οι οποίες αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', β' και ε' ΠΚ πρέπει να απορριφθεί, γιατί α) δεν αποδείχθηκε ο προηγούμενος έντιμος βίος του, εφόσον, όπως αποδεικνύεται από το ποινικό του μητρώο, έχει καταδικαστεί και στο παρελθόν σε ποινές στερητικές της ελευθερίας για άλλες πράξεις, ορισμένες από τις οποίες έχουν τελεσθεί σε χρόνο προγενέστερο από τις ένδικες (αφού καταδικάστηκε με αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου του έτους 1994), β) πρόκειται για οικονομικό έγκλημα, οπότε σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγήθηκε σ' αυτό από μη ταπεινά ελατήρια (πέραν της αοριστίας ως προς το σκέλος αυτό, αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίστανται τα μη ταπεινά ελατήρια) και γ) από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, καθόσον αφενός έχει και μεταγενέστερες αμετάκλητες καταδίκες, μεταξύ άλλων, και για οικονομικά εγκλήματα (υπεξαίρεση κ.λπ. - βλ. ποινικό του μητρώο) και αφετέρου το γεγονός ότι έστω και για λίγα έτη μετά την πράξη του δεν έδειξε ενδεχομένως παραβατική συμπεριφορά δεν φανερώνει αναγκαίως καλή συμπεριφορά έναντι της κοινωνίας, αν ληφθεί υπόψη ότι υπήρχε γι' αυτόν η εκκρεμότητα της δίκης του αυτής και αυτός επεδίωκε και προσδοκούσε να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό αυτό, χωρίς η εμφανιζόμενη καλή συμπεριφορά του να είναι αυθόρμητη". Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω παραδοχών, το Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως, χωρίς αναγνώριση ελαφρυντικών, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά την παραπάνω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες με το αναιρετήριο και τους πρόσθετους λόγους αιτιάσεις, α) με πληρότητα και σαφήνεια, εκτίθεται στο σκεπτικό της απόφασης το ιδιαίτερο τέχνασμα, το οποίο μεταχειρίστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος για τη διάπραξη της παραπάνω αξιόποινης πράξης, το οποίο επακριβώς προσδιορίζεται στο διατακτικό της, δηλ. ότι ως αρμόδιος υπάλληλος διατηρούσε σε εκκρεμότητα (ανοιχτούς) τους φακέλους των μισθωτών που μετέβαιναν στο εξωτερικό για υπηρεσιακούς λόγους και οι οποίοι είχαν υποχρέωση να υποβάλλουν εκκαθάριση λογαριασμών μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και να επιστρέψουν (αποδώσουν) τα μη χρησιμοποιηθέντα χρήματα στην υπηρεσία τους, ώστε να φαίνεται ότι αυτοί δεν είχαν τακτοποιήσει την υποχρέωσή τους αυτή και ότι δεν είχαν αποδώσει τα ποσά που όφειλε ο καθένας, ενώ στην πραγματικότητα αυτοί τα είχαν αποδώσει στον αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα αντί αυτός να αποδώσει τα αντίστοιχα ποσά στον Τομέα του Γενικού Λογιστηρίου της ΔΕΗ, τα κράτησε για τον εαυτό του και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και β) με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται οι λόγοι με βάση των οποίων δεν έγινε δεκτό το αίτημα για αναγνώριση στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' του ΠΚ. Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου και των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας από μέρους του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η επικαλούμενα προς θεμελίωση του λόγου αυτού εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν αποτελεί γενικά λόγο αναιρέσεως, αφού ο 'Αρειος Πάγος κατά την αναιρετική διαδικασία ελέγχει μόνον τη νομική ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και την τήρηση ορισμένων δικονομικών τύπων, χωρίς να εισέρχονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και τη διαπίστωση των πορισμάτων της αποδεικτικής διαδικασίας, πραγματικών δηλαδή περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 732/24-1-2008 δήλωση του Χ, κατοίκου ... και τους από 18-9-2008 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 2892/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία καθορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή