Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 265 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 265/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τζιτζίκο, περί αναιρέσεως της 21/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.

Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.5.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1052/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί η κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τινά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων ως και η από τον αναιρεσείοντα διαφορετική εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 211Α' ΚΠΔ που προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2408/1996, κατά την οποία "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου" προκύπτει ότι ο νομοθέτης, θεωρών διαβλητή και αμφιβόλου ειλικρινείας την μαρτυρική κατάθεση και την απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, υποδεικνύει στο δικαστή να μη θεμελιώνει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου στην ύπαρξη μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, έτσι ώστε, όταν η καταδικαστική απόφαση στηρίζεται αποκλειστικά σε τοιαύτη μαρτυρική κατάθεση ή απολογία να ελέγχεται αναιρετικώς δι' έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη 510 παρ. 1στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην αληθή έννοιά του, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 21/2008 απόφασή του εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ' όψη του (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθησαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν σε αυτό, τις απολογίες των κατηγορουμένων), τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στο ΔΔ. ..., τις νυκτερινές ώρες της 2/3-8-2006, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού με τον ανήλικο Ν1, και έχοντας ενωθεί προηγουμένως μεταξύ τους για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες, αφού διέρρηξαν με σιδερένιο αντικείμενο (μπουλονόκλειδο) τη θύρα πρατηρίου υγρών καυσίμων που διατηρεί ο ... στον ανωτέρω τόπο, εισήλθαν εντός του πρατηρίου και αφαίρεσαν από την κατοχή του ανωτέρω ιδιοκτήτη το χρηματικό ποσό των 50€ σε κέρματα, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Στη συνέχεια, στα ..., την 3-8-2006, κατά τις μεσημβρινές ώρες, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού με τον παραπάνω ανήλικο, αφού εισήλθαν στον προαύλιο χώρο της οικίας του ..., αφαίρεσαν από την κατοχή του μία γεννήτρια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, ισχύος 9 HP, μάρκας BRIGGS STRATTON, με σκοπό να την ενσωματώσουν παράνομα στην περιουσία τους και να τη διαθέτουν ως κύριοι. Τις ανωτέρω πράξεις τους τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεών τους και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της κλοπής, προκύπτει σκοπός των δραστών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι στη δημοτική οδό..., την 3-8-2006, περί ώρα 16:40, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με πρόθεση, παρέσχον άμεση συνδρομή στον ως άνω ανήλικο (Ν1) κατά την προσπάθεια αυτού να διαπράξει ληστεία σε βάρος της Π1 και ειδικότερα, ο μεν Χ2 ως επιβάτης, ο δε Χ1 ως οδηγός ενός ΙΧΦ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε και ο ανήλικος Ν1, προσέγγισαν με αυτό την παθούσα Π1, η οποία εκινείτο πεζή στο ανωτέρω σημείο, παρέχοντας έτσι άμεση συνδρομή στον Ν1, ο οποίος, αφού κατέβηκε από το φορτηγό, επεχείρησε να της αφαιρέσει την τσάντα που κρατούσε, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, καθώς η παθούσα αντιστάθηκε, όταν έπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της, ένεκα δε της εξελίξεως αυτής, ο ανήλικος και οι κατηγορούμενοι, φοβηθέντες, διέφυγαν... Όλα τα ανωτέρω απεδείχθησαν άνευ ουδεμίας αμφιβολίας, ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών, καθώς και από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις τόσο της παθούσας Π1, όσο και του αυτόπτη μάρτυρα συζύγου της .... Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις παραπάνω πράξεις όπως στο διατακτικό, απορριπτομένου του σχετικού τους ισχυρισμού περί εφαρμογής του άρθρου 211 Α ΚΠΔ, καθόσον η τέλεση των άνω πράξεων εκ μέρους των κατηγορουμένων, όπως προελέχθηκε, δεν προέκυψε εκ μόνης της καταθέσεως του άνω ανηλίκου συγκατηγορουμένου τους, όπως αβασίμως αυτοί διατείνονται".
Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία από δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και ληστείες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και για άμεση συνέργεια σε απόπειρα ληστείας. Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία και κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1β, 94, 98 παρ. 1, 374 σε συνδυασμό με 372 παρ. 1, 380 παρ. 1 ΠΚ, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς να είναι ανάγκη, δια την πληρότητα της αιτιολογίας, να χωρήσει και εις την αξιολογική εκτίμηση όλων αυτών και την συγκριτική στάθμισή των, από το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα, τα οποία δεν εξαίρονται, περαιτέρω δε αναφέρει τις σκέψεις με τις οποίες κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση για τον αναιρεσείοντα και η οποία (αναφέρει η προσβαλλομένη ότι) συνήχθη όχι εκ μόνης της καταθέσεως του ανηλίκου συγκατηγορουμένου του, αλλ' ιδία από τις μαρτυρικές καταθέσεις των αναφερομένων ως άνω μαρτύρων, ώστε εκρίθη αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός.
Εν όψει αυτών, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ της μη αναφοράς και συσχετίσεως ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων των ληφθέντων υπ' όψη από το δικαστήριο και, κατ' εκτίμηση, εκ της μη εφαρμογής του άρθρου 211 Α' ΚΠΔ, ο εκ του οποίου ισχυρισμός απερρίφθη, ως και εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, περί εσφαλμένης εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, δια της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό δε μέρος με αυτούς επιχειρείται διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και αξιολόγηση αυτών, ούτοι είναι απαράδεκτοι, διότι αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαΐου 2008 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 21/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή