Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1579 / 2013    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Προθεσμία, Επίδοση, Ανωτέρα βία.




Περίληψη:
Ποινική Δικονομία. Απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Λόγος ανωτέρας βίας. Ασθένεια συνηγόρου. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι δεν απαιτείτο επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, αφού ο κατηγορούμενος είχε εκπροσωπηθεί από συνήγορο καθώς και το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αυτής και το χρόνο άσκησης της έφεσης του αναιρεσείοντα, ενώ αιτιολογεί την απόρριψη του λόγου ανώτερης βίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 1579/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα ΜΙτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2013 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιγκιλίνη, για αναίρεση της υπ' αριθ 19315/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουλίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 997/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, όταν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της. Ενόψει, όμως, της γενικής αρχής του δικαίου ότι κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην εξαιρετική, αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, ο ασκών το ένδικο μέσον οφείλει να αναφέρει στην περί αυτού έκθεση (δήλωση) το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του, δηλαδή, τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ" αυτόν με κανένα τρόπο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατά δε της αποφάσεως αυτής χωρεί αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), ο έλεγχος, όμως του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή, περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του Εφετείου, για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ανώτερης βίας εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του δικαστηρίου, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 19315/2013 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, την υπ' αριθ. 5953/27-4-2009, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 21916/23-2-2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία απαγγέλθηκε παρόντος του αναιρεσείοντος (εκπροσωπούμενου από συνήγορο) και με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, μετατραπείσα προς 10 Ευρώ ημερησίως, για παράβαση του άρθρου 17 παρ.1, 8 του Ν. 1337/1983 (κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος). Για την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340 παρ. 2, 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι επιτρέπεται στον κατηγορούμενο να εκπροσωπείται μόνον από συνήγορο, που διορίζεται με απλή έγγραφη δήλωση του. Ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορος, ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι" αυτόν, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος θεωρείται πραγματικά παρών και όχι ωσεί παρών, για το λόγο δε αυτό και η προθεσμία των δέκα (10) ημερών, για την άσκηση υπό τούτου του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αρχίζει από την δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως και όχι από την επίδοσή της υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο νομίμως εκπροσωπήσας αυτόν συνήγορος, ήταν παρών κατά τη δημοσίευση, διότι, πληροφορούμενος την καταδίκη του εντολέα του, μπορεί ν' ασκήσει, κατ' άρθρο 465 παρ. 2 Κ.Π.Δ, ένδικο μέσο, χωρίς άλλη εντολή....... Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και απ' όλη την διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 21916/2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών εκδόθηκε παρόντος δια πληρεξουσίου του κατηγορουμένου και ήδη εκκαλούντος. Ειδικότερα ο εκκαλών - κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ευάγγελο Καρκάνη. Όμως η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε την 27-4-2009 (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. 5953/2009 έκθεση εφέσεως) ήτοι εκτός της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρο 473 Κ.Π.Δ. Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως εκπροθέσμως ασκηθείσα . Στην έκθεση εφέσεως που ασκήθηκε δια πληρεξουσίου ο εκκαλών -κατηγορούμενος αναφέρει για να αιτιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως τα εξής: ... Με εξουσιοδότηση εκπροσώπησε τον εντολέα του ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου στις 23-2-2009, πλην όμως δεν άσκησε αυθημερόν την έφεση, λόγω ανειλημμένης υποχρεώσεως του να μεταβεί στα Δικαστήρια του Πειραιά, επιφυλαχθείς να την ασκήσει εντός της νομίμου 10ημέρου προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 5-3-2009. Παρότι τις πρωινές ώρες της στις 5-3-2009 (τελευταία ημέρα της προθεσμίας) ο εντολέας του απέστειλε στο γραφείο του, όπως του είχε ζητηθεί, εξουσιοδότηση προκειμένου να ασκήσει την έφεση εν τούτοις δεν κατέστη δυνατή η άσκησή της για λόγους υγείας που αναφέρονται στο πρόσωπο του και συγκεκριμένα: Όπως προκύπτει από το συνημμένο αντίγραφο της από 21-3-2009 ιατρικής βεβαιώσεως του ιατρού Ν. Α. (χειρουργού Οδοντιάτρου) πάσχων από οξύ εμπύρετο φατνιακό απόστημα προσήλθε στις 4-3-2009 και υποβλήθηκε σε σχάση και παροχέτευση του αποστήματος, υποβληθείς σε φαρμακευτική αγωγή (με αντιβιοτικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα) υποχρεωθείς να παραμείνει κλινήρης επί τετραήμερο. Ακολούθως στις 9-3-2009 υποβλήθηκε σε χειρουργική αφαίρεση κύστεως και ακροριζεκτομή οδόντος. Έγινε συρραφή του χειρουργικού πεδίου και του χορηγήθηκε εκ νέου φαρμακευτική αγωγή, υποχρεωθείς και πάλι να παραμείνει κλινήρης επί 5νθήμερον ενώ στις 17-3-2009 έγινε η αφαίρεση των ραμμάτων και εδόθησαν οδηγίες μέχρις πλήρους αποκαταστάσεως. Ακολούθως ο ίδιος, ο οποίος χειρουργήθηκε προσφάτως (26-1-2009) για καρκινικό μόρφωμα στην ουροδόχο κύστη, ενεφάνισε υποτροπή (συμπτώματα ανώδυνης αιματουρίας) με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί πανικόβλητος να σπεύσει και επιμεληθεί για την αντιμετώπιση του σοβαρότατου αυτού προβλήματός του, υποβληθείς σε σειρά εξετάσεων (κυστεοσκόπηση κ.λ.π.) και υποχρεωθείς να παραμείνει επί μακρόν, μέχρις υποχωρήσεως των συμπτωμάτων, εκτός των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να μην δυνηθεί να ασκήσει την έφεση μέχρι σήμερα. Ο λόγος όμως αυτός ανωτέρας βίας είναι απορριπτέος μη δυνάμενος να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεως ήτοι ο άνω εκπροσωπήσας δικηγόρος τον κατηγορούμενο και ήδη εκκαλούντα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παριστάμενος καθ' όλη την διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης και κατά την δημοσίευση της αποφάσεως εδύνατο κατ' άρθρο 465 παρ. 2 Κ.Π.Δ να ασκήσει το ένδικο μέσο της εφέσεως δίχως άλλο δίχως οποιαδήποτε περαιτέρω εξουσιοδότηση, ενώ προκύπτει και εξουσιοδότηση στον ως άνω δικηγόρο για κατάθεση της έφεσης προγενέστερα της 5-3-2009 με την από 19-2-2009 εξουσιοδότηση. Ο λόγος υγείας που επικαλείται εμφανίστηκε κατά τους ισχυρισμούς του την τελευταία ημέρα της 10ήμερης προθεσμίας (5-3-2009) ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως και συνεπώς εφόσον δεν ήταν καθ' όλη την διάρκεια της 10ήμερης προθεσμίας δεν συνιστά ανωτέρα βία, ενώ είναι σε κάθε περίπτωση εντελώς έωλος ο ισχυρισμός του περί ανειλημμένης υποχρεώσεως, που δεν προσδιορίζει, να μεταβεί ο δικηγόρος στα δικαστήρια του Πειραιά την ημέρα της πρωτοβαθμίου δίκης, που βέβαια δεν δικαιολογεί ανωτέρα βία αφού δεν υφίσταντο καθ' όλη την διάρκεια της 10ήμερης προθεσμίας. Επίσης και ο λόγος υγείας του συνηγόρου που επικαλείται έπαψε την 17-3-2009, όμως η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε σε κάθε περίπτωση πέρα των 10 ημερών από την άρση του κατά τους ισχυρισμούς του λόγου ανωτέρας βίας ήτοι την 27-4-2009. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος υγείας του δικηγόρου δεν δικαιολογεί το εκπρόθεσμο και για τον πρόσθετο λόγο της δυνατότητας του δικηγόρου να ειδοποιήσει τον πελάτη του - κατηγορούμενο - εκκαλούντα περί του προβλήματος υγείας την τελευταία ημέρα της 10ήμερης προθεσμίας καθ' όσον από την από 21-3-2009 βεβαίωση του οδοντιάτρου Ν. Α. δεν προκύπτει μη δυνατότητα του δικηγόρου περί επικοινωνίας κατά την 5-3-2009".
Η ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού η πληττόμενη απόφαση, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των σε αυτή αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (κατάθεση μάρτυρος και έγγραφα που αναγνώστηκαν), κατέληξε στην κρίση ότι η έφεση έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ειδικότερα αναφέρει ότι δεν απαιτείτο επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, αφού ο κατηγορούμενος είχε εκπροσωπηθεί από συνήγορο, καθώς και το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αυτής (23-2-2009), ενώ από την αναγνωσθείσα, από 27-4-2009, έφεση του αναιρεσείοντα, προέκυπτε ο χρόνος άσκησης αυτής και ο επικαλούμενος λόγος ανώτερης βίας, του οποίου την απόρριψη αιτιολογεί πλήρως στο σκεπτικό. Και ναι μεν, δεν αναφέρει ρητά, τον κατά τα άνω χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, όμως αυτός με σαφήνεια προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο σκεπτικό της, κατά την ανάλυση του περιεχομένου της έκθεσης έφεσης, όπου αναφέρεται κατά πιστή αντιγραφή "Με εξουσιοδότηση εκπροσώπησε τον εντολέα του ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου στις 23-2-2009", από αυτή δε την παραδοχή συνάγεται και ο χρόνος δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πλημ/κείου, ήτοι η 23-2-2009. Η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, περί του ότι καίτοι το δικαστήριο αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση του μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο, αναγνωσθέντα έγγραφα), τα οποία αποδείκνυαν τον επικαλούμενο λόγο ανωτέρας βίας, εν τούτοις δεν τα έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του, είναι απαράδεκτη καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως ο σχετικός 2ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όπου ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα, διήλθε και από τους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσης, με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης, προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωματωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, και κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση, είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον 4° λόγο αναιρέσεως, αιτείται την αναίρεση της πρωτόδικης κατά τα άνω, με αριθμό 21916/23-2-2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα του άρθρου 17 παρ. 1, 8 του Ν. 1337/1983, καθόσον τον κήρυξε ένοχο, καίτοι είχε προβεί σε δήλωση τακτοποίησης του αυθαιρέτου κτίσματος και επί πλέον, μετέτρεψε την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή των 3 μηνών, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για αναστολή της. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση.
Με τον 1° λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και υπέρβαση εξουσίας για το λόγο ότι καίτοι στο αντίγραφο των πρόχειρων πρακτικών που αφορούν την προσβαλλομένη απόφαση τα οποία προσκομίζει και επικαλείται, η πρόταση της Εισαγγελέως ήταν να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, εν τούτοις στην προσβαλλομένη απόφαση η σχετική πρόταση της Εισαγγελέως είναι να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού τα πρακτικά της ποινικής δίκης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 141 και 142 του Κ.Π.Δ. αποδεικνύουν τα καταχωρούμενα σε αυτά, μέχρι να διορθωθούν ή να προσβληθούν για πλαστότητα και μόνο στην τελευταία αυτή διαδικασία μπορεί να χρησιμεύσουν τα πρόχειρα πρακτικά. Με τον αυτό ως άνω 1° λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι καίτοι η πραγματική ημερομηνία εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης ήταν η 21-3-2013, στο επικυρωμένο αντίγραφο που έλαβε, εσφαλμένα αναφέρεται ότι ήταν η 30-12-2012. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης αυτής, πράγματι στην αρχή της αναφέρεται από προφανή παραδρομή "συνεδρίαση της 30-10-2012", ενώ αμέσως μετά, ως ημερομηνία δημοσίευσης, της παρεμπίπτουσας απόφασης, περί παραδοχής της εκπροσώπησης του απόντα κατηγορουμένου από το συνήγορό του, ως χρόνος δημοσίευσης αυτής φέρεται η 21-3-2013 ενώ και στο τέλος της απόφασης, ως χρόνος δημοσίευσης αυτής φέρεται η 21-3-2013, που είναι και το ορθό. Το γεγονός όμως αυτό δεν δημιουργεί καμιά ακυρότητα, εξάλλου και ο αναιρεσείων, δεν επικαλείται κάποια δικονομική βλάβη που υπέστη από το γεγονός αυτό.
Επομένως, ο σχετικός 1ος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Η' του ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται αντίθετα από τα παραπάνω, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά τα δύο ως άνω σκέλη του.
Εξάλλου, και η συναφής με τα ανωτέρω αιτίαση, που προβάλλεται με τον 3° λόγο αναίρεσης, ότι το δικαστήριο, ενόψει των επικαλουμένων σφαλμάτων και πλημμελειών, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. για δίκαιη δίκη είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της απόφασης, πέραν των αναφερομένων περιοριστικώς στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύουν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προαναφέρθηκαν, αφού, όπως αναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια και δεν στέρησε τον αναιρεσείοντα από κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2013, με αριθμό έκθεσης 57/2013, αίτηση του Θ. Σ. του Α., για αναίρεση της υπ" αριθ. 19315/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ