Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 730 / 2015    (Β2, Civil Cases)

Θέμα
Δικηγορική αμοιβή.




Περίληψη:

Δικηγορική αμοιβή με εργολαβική συμφωνία. Καθορισμός αμοιβής σε περίπτωση ανάκλησης της εντολής. Στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αγωγής από τον Δικηγόρο κατά του εντολέα λόγω ανάκλησης της εργολαβικής συμφωνίας. Περίπτωση αόριστης αγωγής, εφόσον για τον προσδιορισμό του ύψους της συγκεκριμένης απαιτήσεως δεν εκτίθεται κατά τρόπο ορισμένο η αγωγή την οποία κατά την εργολαβική συμφωνία, θα συνέτασσε ο δικηγόρος και τα στοιχεία που καθιστούν πιθανή την ευδοκίμησή της. Αξίωση διαφυγόντος κέρδους. Στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αξίωσης. Χρηματική ικανοποίηση νομικών προσώπων. Στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αξίωσης.(Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης κατά της 1196/2014 αποφ ΜονΕφΑθ)




Αριθμός 730/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Κ. και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία" ως καθολικής διαδόχου των απαιτήσεων του δικηγόρου Δ. Κ., όπως νομίμως εκπροσωπείται και εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δ. Κ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Δ. και Σία ΕΕΒΕ" που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια Β. Δ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Παπαχαραλάμπους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1196/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 27-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε να καταδικαστεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του, κυρωθέντος με το ν.δ.3026/1954, προϊσχύσαντος Κώδικα των Δικηγόρων, που σύμφωνα με το άρθρο 24 του ΕισΝΑΚ, έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι η εντολή για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας στον δικαιοπάροχο αυτής δικηγόρο, από την αναιρεσίβλητη και η παροχή των αντιστοίχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή. Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, εφαρμόζονται όσα στο άρθρο 170 του πιο πάνω Κώδικα ορίζονται, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στο δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο Κώδικα, αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση εργολαβίας δίκης, στην οποία υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, αν η εντολή προς το δικηγόρο ανακληθεί αδικαιολόγητα, ο τελευταίος δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του τελεσίδικης απόφασης. Για το ορισμένο και κατά συνέπεια το παραδεκτό της συγκεκριμένης αγωγής, απαιτείται, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρου 170 του ίδιου Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό μ` εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ να αναφέρεται σαφώς στο δικόγραφο αυτής, εκτός των άλλων και το ακριβές αντικείμενο της διαφοράς δηλαδή να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία προκύπτει το ύψος της οφειλομένης και δικαιουμένης αμοιβής με βάση τη σύμβαση της εργολαβίας. Διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, όταν διαπιστωθεί δε από το Δικαστήριο υποχρεώνει τούτο στην απόρριψή της για το λόγο αυτό (AΠ 1496/2010). Εξ άλλου, κατά τα άρθρα 297 - 298 ΑΚ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία),καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (Ολ. ΑΠ 20/1992, ΑΠ 979/2014, 104/2014). Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει (και αρκεί) να αναφέρονται στο δικόγραφο της όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό (ολ. ΑΠ 22/1995). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 932 ΑΚ, επί αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Χρηματική ικανοποίηση δικαιούνται και τα νομικά πρόσωπα, εφόσον προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη ή το εμπορικό τους μέλλον ή η φήμη τους και επομένως τις περιπτώσεις αυτές με τα αντίστοιχα θεμελιωτικά αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να επικαλείται ειδικά (και στην συνέχεια να αποδεικνύει) το ενάγον νομικό πρόσωπο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο συναίσθημα αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, αλλά σε συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση, διαφορετικά η αγωγή είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 111 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, αόριστη (ΑΠ 382/2011). Τέλος κατά το άρθρο 559, αριθ. 14 του ΚΠολΔ, η απόφαση είναι αναιρετέα, "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ως προς το εάν ορθά έκρινε την αγωγή ως ορισμένη ή αόριστη (ΑΠ 441/2014). Στην ένδικη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αστική εταιρία με την επωνυμία "Κ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" εξέθετε μεταξύ άλλων τα εξής: "Η, τελούσα ήδη σε εκκαθάριση, εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία με την επωνυμία "Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕΒΕ", δια του νομίμου εκπροσώπου της (ήδη αποβιώσαντος), Γ.Δ., στις 15.6.2006, δυνάμει συμβάσεως εντολής, ανέθεσε στον δικηγόρο Δ. Κ., που τότε διατηρούσε ατομικό γραφείο, ειδικό σε θέματα αθέμιτου ανταγωνισμού, των απαιτήσεων του οποίου αυτή είναι καθολική διάδοχος, την διεκπεραίωση υπόθεσής της κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", για αποζημίωση από παράνομη, αθέμιτη και καταχρηστική (λόγω δεσπόζουσας θέσης) συμπεριφορά, που υπέστη από την εταιρία αυτή. Ότι ο ως άνω δικηγόρος αποδέχτηκε την εντολή και συμφωνήθηκε, ως αμοιβή του ποσοστό 20% καθαρό επί του συνολικού ποσού που θα εισπραχθεί, ότι η συμφωνία ισχύει μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και ότι σε περίπτωση μη επιτυχούς έκβασης της δίκης, ο εντολοδόχος δεν δικαιούται καμία άλλη αμοιβή. Ότι σε εκτέλεση της ως άνω εντολής, ο Δ. Κ. προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες σχετικές με την εκμετάλλευση από την ΝΕΣΤΛΕ ΑΕ της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά, σε βάρος της εναγόμενης εταιρίας για τα προϊόντα καφέ που η τελευταία εμπορευόταν, αναγκαίες προς υποστήριξη της αποζημιωτικής αγωγής, που, κατά τη συμφωνία τους, θα ασκούσε, σχέδιο της οποίας με ιστορικό και νομικό μέρος, είχε συντάξει από το Δεκέμβριο του έτους 2006 και το είχε δώσει στον διαχειριστή της εναγομένης, αλλά ο τελευταίος δεν του προσκόμιζε και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, καθόσον δεν αρκούσαν τα προσκομισθέντα (καταστάσεις πελατείας για κάποια έτη, ενώ έπρεπε να προσκομιστούν καταστάσεις όλων των ετών χρονικού διαστήματος 1995-2006, κόστος πωληθέντος καφέ και τιμές πώλησης, κόστος διαφημίσεων, για τα έτη 1995 έως 2002, διότι υπήρχαν για τα έτη 2003 και εφεξής), για τον προσδιορισμό της θετικής και αποθετικής ζημίας, για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τα οποία στοιχεία ουδέποτε προσκομίστηκαν. Ότι στις 29.7.2007 είχε αποστείλει στην ΝΕΣΤΛΕ για λογαριασμό της εναγομένης, εξώδικη όχληση με την οποία ζητούσε την καταβολή από την πρώτη στη δεύτερη, ποσού 15.000.000 στο οποίο με πρόχειρους υπολογισμούς ανήρχετο η θετική και αποθετική ζημία της και 5.000.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη από τις παράνομες ενέργειές της. Ότι στις 12.9.2007 απεστάλη στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας δικηγόρο τηλεομοιοτυπικά, επιστολή της εναγομένης, με την οποία εκείνη ανακαλούσε την από 15.6.2006 εντολή της προς αυτόν, επικαλούμενη καθυστέρηση άσκησης της αποζημιωτικής αγωγής, έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του και διαφωνία για την ακολουθητέα στρατηγική. Ότι η ανάκληση αυτή, δεδομένου ότι η εντολή είχε συμφωνηθεί ανέκκλητη, είναι αδικαιολόγητη κατ’ άρθρο 170 Κώδικα περί Δικηγόρων και έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο. Ότι εξ αιτίας της αδικαιολόγητης ανάκλησης εμποδίστηκε η άσκηση της αγωγής και η μετά βεβαιότητας προσδοκώμενη πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της συγκεκριμένης δίκης μέχρι τελεσιδικίας". Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε κατά την κυρία βάση της αγωγής να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, ως καθολική διάδοχο των απαιτήσεων του δικηγόρου Δ. Κ., από τη συνολική αμοιβή του, η οποία βάσει της ανωτέρω συμφωνίας τους ανερχόταν σε 4.000.000 ευρώ (20% των 20.000.000),το ποσό του 1.000.000 ευρώ, επιφυλασσόμενη για το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 1.7.2010 (επίδοση όμοιας αγωγής από την οποία παραιτείτο), άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά ζητούσε να της καταβάλει το ποσό των 135.975 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, άλλως το ποσό των 37.525 ευρώ για τις στην αγωγή αναφερόμενες ενέργειες εξώδικες και δικαστικές υπολογιζόμενες με εύλογη ωριαία αμοιβή, με το νόμιμο τόκο, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 61/2013 απόφασή του, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και κατόπιν παραδοχής της ένστασης του άρθρου 102 του Κώδικα περί δικηγόρων, για διογκωμένη απαίτηση, αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 800.000 ευρώ. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησε έφεση η εναγομένη και αντέφεση η ενάγουσα. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αντέφεση, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση και απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της ως αόριστη. Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή κατά την κύρια βάση της, ήταν πράγματι αόριστη, καθόσον δεν αναφέρονταν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την θετική και αποθετική ζημία της εναγομένης, αλλά και τα περιστατικά που θεμελίωναν την αξίωση της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της, τα οποία θα αποτελούσαν τη βάση της αγωγής που θα ασκούσε στα πλαίσια της δοθείσας εντολής ο Δ. Κ., ώστε το ύψος της αιτούμενης απαίτησης να προσδιορίζεται στο ποσό των 20.000.000 ευρώ. Ειδικότερα, ενώ έπρεπε, δεν αναφέρονταν στην ένδικη αγωγή συγκεκριμένα στοιχεία, που θα διαλαμβάνονταν και στην αγωγή, που θα ασκείτο κατά της ΝΕΣΤΛΕ, όπως καταστάσεις πελατείας, ετήσια έσοδα πριν και μετά τις ενέργειες της ΝΕΣΤΛΕ σε βάρος της εναγομένης, ώστε να προκύπτει η πτωτική τάση των εσόδων της και η απώλεια της πελατείας της, καθώς και η ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως για θετική και αποθετική ζημία του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος που αναφερόταν στην αγωγή, περαιτέρω δε και το είδος της προσβολής από την παράνομη και υπαίτια πράξη της ΝΕΣΤΛΕ, αν δηλαδή προσβλήθηκε η εμπορική της πίστη ή το εμπορικό της μέλλον ή η φήμη της, και τα αντίστοιχα θεμελιωτικά των προσβολών αυτών συγκεκριμένα περιστατικά, για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ώστε να αναμένεται η επιτυχής έκβαση της δίκης που θα ανοιγόταν, έως την τελεσιδικία, κατά το ποσό των 20.000.000 ευρώ, επί του οποίου υπολογίζόταν και η αμοιβή της ενάγουσας που αξίωνε με την ένδικη αγωγή και η εναγόμενη να δύναται να αμυνθεί σχετικά με τη διόγκωση ή μη της απαίτησης και συνακόλουθα της αιτούμενης αμοιβής. Επομένως με το να απορρίψει το εφετείο την αγωγή, ως αόριστη, κατά την κυρία βάση της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 (αληθώς και όχι και 1) ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Από τα άρθ. 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αλλά και των κατ` ιδίαν λόγων αυτής, θεμελιώνεται δε στην βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλομένη απόφαση και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Επομένως, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 145/ 2014, 927/2014). Εξ άλλου κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του προϊσχύοντος Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954), που, κατά τα προαναφερόμενα, έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, "ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν διά πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον". Κατά δε το άρθρο 98 του ίδιου Κώδικα "1. Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. 2. Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθή υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις" και κατά το άρθρο άρθρο 99 του Κώδικα αυτού "το ελάχιστον όριον της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αρχών εκτός των εν άρθροις 94 και 124 αναγραφομένων, και των εξωδίκων, πλην των εν τοις άρθροις 160 και 161, είναι ίσον προς το γινόμενον των δραχμών, αίτινες αναγράφονται εν τω παρόντι και δι` εκάστην ειδικήν εργασίαν, επί συντελεστήν οριζόμενον δι` αποφάσεως του Υπουργού της Δικαιοσύνης, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" . Σε εκτέλεση της τελευταίας διατάξεως δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Β’ 131/1989) η ΥΑ 12398/1989, που όρισε το συντελεστή σε 140 μονάδες. Περαιτέρω κατά τo άρθρο 100 παρ. 4 του Κώδικα "εάν το αντικείμενον της αγωγής δεν δύναται φύσει ν` αποτιμηθή εις χρήμα, το όριον τούτο συνίσταται εις δραχμάς 20 διά τας ενώπιον του Ειρηνοδικείου αγωγάς, δραχμάς 50 διά τας ενώπιον του Πρωτοδικείου και δρχ. 100 διά τας ενώπιον των λοιπών δικαστηρίων τοιαύτας". Κατά δε το άρθρο 110 παρ. 3 "οσάκις το Εφετείον δικάζη ως Δικαστήριον πρώτου βαθμού το ελάχιστον όριον της διά σύνταξιν προτάσεων αμοιβής, καθορίζεται κατά τας διατάξεις του άρθρου 107 επί τη βάσει του αντικειμένου της διαφοράς, πάντως όμως δεν δύναται να είναι κατώτερον των δραχμών 60" , ενώ κατά το άρθρο 111 "διά παράστασιν προς συζήτησιν πάσης φύσεως υποθέσεων ενώπιον του Εφετείου το ελάχιστον όριον αμοιβής είναι δραχμαί 50" και κατά το άρθρο 155 του Κώδικα "..Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν: α) Δια τας ενώπιον του μονoμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: " Η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία " Γ. Δ. και ΣΙΑ ΕΕΒΕ", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής, η οποία τελεί ήδη υπό εκκαθάριση, εκπροσωπούμενη από την εκκαθαρίστρια αυτής, Β. Δ., ανέθεσε μέσω του τότε διαχειριστή της, Γ. Δ., που απεβίωσε τον Ιούλιο του έτους 2010, στο δικηγόρο Δ. Κ. και ήδη μέλος της ενάγουσας εταιρίας, με την επωνυμία "Κ. & Συνεργάτες, Δικηγορική Εταιρία", που είναι καθολική διάδοχος των απαιτήσεων αυτού, δυνάμει της υπ. αριθ. 21 ρήτρας του από 5.6.2007 καταστατικού της, να προβεί στις αναγκαίες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προκειμένου να διεκπεραιώσει υπόθεσή της κατά της εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που είναι θυγατρική και μέλος του πολυεθνικού ομίλου ΝΕSΤLΕ, που εδρεύει στην Ελβετία. Μεταξύ των προϊόντων που διακινεί η ως άνω εταιρία και στην Ελλάδα είναι ο στιγμιαίος καφές, που διατίθεται στην αγορά με το παγκόσμιας φήμης σήμα NESCAFE CLASSIK. Μετά την αγορά της ελληνικής εταιρίας "Λ. ΑΕ", η οποία είχε μερίδιο αγοράς στον ελληνικό καφέ 27%, η δε εναγομένη εταιρία είχε ένα μικρό μερίδιο αγοράς και κατέχοντας η ΝΕΣΤΛΕ μονοπωλιακή θέση στην αγορά του στιγμιαίου καφέ, προσπάθησε με σειρά ενεργειών να επιβάλλει δεσπόζουσα θέση και στην αγορά του ελληνικού καφέ. Από τις ενέργειές της αυτές ζημιώθηκε η εναγομένη και έδωσε την εντολή στον δικηγόρο Δ. Κ., ο οποίος είναι εξειδικευμένος μεταξύ άλλων στο δίκαιο του αθέμιτου και ελεύθερου ανταγωνισμού, να διεκπεραιώσει τις εκ του αθεμίτου ανταγωνισμού αξιώσεις της σε βάρος της ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕ με άσκηση αποζημιωτικής αγωγής. Στα πλαίσια της εντολής αυτής και προκειμένου να ενεργοποιηθεί η Επιτροπή Ανταγωνισμού και να ελεγχθεί η ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕ για τις αθέμιτες ανταγωνιστικές ενέργειές της σε βάρος της εναγομένης, αποδείχθηκε ότι ο Δ. Κ. πραγματοποίησε τις παρακάτω αναγκαίες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες, για τις οποίες δεν έχει λάβει αμοιβή από την εναγομένη...", εφαρμόζοντας δε τις διατάξεις του νέου Κώδικα των Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δέχθηκε περαιτέρω ότι: "δικαιούται την παρακάτω αμοιβή: 1) για σύνταξη και κατάθεση της από 3.7.2006 προσφυγής κατά της υπ’ αριθ. 300/V/2006 απόφασης της ΕΑ στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών δικαιούται 1.000 ευρώ και 2) για συζήτηση της προσφυγής και σύνταξη τριών υπομνημάτων δικαιούται 1.200 ευρώ... Δικαιολογείται εν προκειμένω η ως άνω αυξημένη αμοιβή όσον αφορά την σύνταξη της προσφυγής και των υπομνημάτων και τη συζήτηση της προσφυγής από 235 ευρώ, 85 ευρώ και 256 ευρώ αντίστοιχα (Παράρτημα 1Γ) σε 1.000 ευρώ και 1200 ευρώ αντίστοιχα, καθόσον ελήφθησαν υπόψη, οι εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις και η εμπειρία θεωρητική και πρακτική σε τέτοιες υποθέσεις του μέλους της ενάγουσας δικηγόρου Δ. Κ., η αξία και το είδος της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, ο καταναλωθείς χρόνος, η σπουδαιότητα και πολυπλοκότητα της διαφοράς" , με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική της βάση και επιδίκασε για τις ως άνω αιτίες συνολική αμοιβή 2.200 ευρώ. Η ως άνω προσφυγή κατά της 300/V/2006 απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, ως καταγγέλουσας κατ’ άρθρο 14 του ν. 703/1977, είχε ως αιτήματα: α) Να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση , με την οποία είχε κριθεί ότι η απόκτηση από την ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕ του 96,53% των μετοχών της "ΔΕΛΤΑ Βιομηχανία Παγωτού ΑΕ" δεν αναμένεται να περιορίσει τον ανταγωνισμό, β) να διαπιστωθεί ότι η υπό κρίση συγκέντρωση μεταξύ ΝΕΣΤΛΕ ΕΛΛΑΣ ΑΕ και ΔΕΛΤΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 4 γ’ παρ. 1 του ν.703/1977 και το άρθρο 82 ΣυνθΕΚ και τυγχάνει απαγορευταία και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση στην Επιτροπή ανταγωνισμού, προκειμένου να επιβληθεί πρόστιμο, κατ’ άρθρο 4 ε παρ. 2 του ν. 703/1977, σε περίπτωση που οι συμμετέχουσες στη συγκέντρωση επιχειρήσεις προβούν στην υλοποίηση της συγκέντρωσης προτού εκδοθεί απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή είχε αντικείμενο μη αποτιμητό σε χρήμα και συνεπώς για τη σύνταξη της προσφυγής, την παράσταση και την σύνταξη των υπομνημάτων ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας δικηγόρος, δικαιούτο σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 4, 110 παρ. 3, 111 και 155 του κώδικα των δικηγόρων (ν.δ.3026/1954) ως αμοιβή 41 ευρώ για την προσφυγή, 21 ευρώ για την παράσταση κατά τη συζήτηση και 25 ευρώ για κάθε υπόμνημα. Το Εφετείο, για τον προσδιορισμό της αμοιβής του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, δεν εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις του νέου κώδικα των Δικηγόρων (ν. 4194/2013), αφού έπρεπε να εφαρμόσει τις ως άνω διατάξεις του ν.δ. 3026/1954, η πλημμέλεια όμως αυτή δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, ενόψει μάλιστα του ότι δέχθηκε περαιτέρω πως δικαιολογείται αυξημένη αμοιβή όσον αφορά την σύνταξη της προσφυγής και των υπομνημάτων αφού έλαβε υπόψη, τις εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις και την εμπειρία θεωρητική και πρακτική σε τέτοιες υποθέσεις του μέλους της αναιρεσείουσας δικηγόρου Δ. Κ., την αξία και το είδος της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, τον καταναλωθέντα χρόνο, τη σπουδαιότητα και πολυπλοκότητα της διαφοράς και επιδίκασε την αμοιβή που ανωτέρω αναφέρεται. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο αποδίδεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 107 παρ. 1 και 155 του ν.δ. 3026/1954, με τη μη εφαρμογή τους για τον προσδιορισμό της αμοιβής ποσοστιαία επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, που η αναιρεσείουσα υπολογίζει, ενώ δεν ήταν, όπως προαναφέρθηκε υπολογιστέα η αμοιβή σε ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης, εφόσον το τελευταίο ήταν από τη φύση του χωρίς χρηματική αποτίμηση, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά το μέρος του που αποδίδεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 58 παρ. 1, 68 παρ. 1 και 2, 69 παρ. 1,2 και 3, 70 παρ. 4 και 5 του ν.4194/2013, με την εφαρμογή τους και τον προσδιορισμό της αμοιβής για τη σύνταξη της προσφυγής, την παράσταση και τη σύνταξη των υπομνημάτων κατά ωριαία απασχόληση είναι αλυσιτελής, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε η εσφαλμένη αφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης, ενώ κατά το μέρος του που αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 63 του ίδιου νόμου, με τη μη εφαρμογή του και τον υπολογισμό της αμοιβής ποσοστιαία, είναι αβάσιμος, αφού το άρθρο αυτό δεν ήταν εφαρμοστέο σε κάθε περίπτωση.
Κατά το άρθρο 2 του π.δ.166/2003 με το οποίο έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2000/35 της 29.6.2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή. Ο δικηγόρος όμως είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, στον οποίο απαγορεύεται η εμπορία (ΑΠ1065/2011) και η σχέση που τον συνδέει με τον εντολέα του έχει τη μορφή της έμμισθης εντολής (ΑΠ 798/2013).
Συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση που ο δικηγόρος ζητάει την αμοιβή του οι διατάξεις του ως άνω π.δ., τόκος δε επί της επιδικαζόμενης αμοιβής επιδικάζεται είτε ύστερα από όχληση σύμφωνα με τα άρθρα 340, 345, 346 ΑΚ είτε μετά τη συμβατικώς ορισμένη για την καταβολή της αμοιβής δήλη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 341 ΑΚ (ΑΠ 1424/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, επιδίκασε στην αναιρεσείουσα νομίμους τόκους για την επιδικασθείσα σ’ αυτή αμοιβή υπό την επίδοση την 1.7.2010 προηγουμένης, όμοιας με την κριθείσα, αγωγής, από την οποία παραιτήθηκε με την ένδικη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 του π.δ. 166/2003 και του άρθρου 3 παρ. 1 της οδηγίας 2000/5/ΕΚ με τη μη εφαρμογή τους και ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.6.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 488/27.6.2014, αίτηση της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "Κ. και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία", ως καθολικής διαδόχου των απαιτήσεων του δικηγόρου Δ. Κ. κατά της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Δ. και Σία ΕΕΒΕ", περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 1196/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ