Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 9 / 2002    (In full composition, Penal Cases)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Συνήγορος κατηγορουμένου, Ε.Σ.Δ.Α., Ανωτέρα βία.




Περίληψη:
Ο κατηγορούμενος-εκκαλών έχει δικαίωμα να εκπροσωπηθεί από συνήγορο κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του και όταν ακόμη η απουσία του είναι ηθελημένη και αδικαιολόγητη. Από τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. του άρθρου 6 παρ. 1, που αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη και της παρ. 3 περιπτ. γ' του ιδίου άρθρου που προβλέπεται ειδικότερα ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπιση του σε συνήγορο της επιλογής του, όπως ερμηνεύτηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), προκύπτει καταρχήν ότι το συστατικό της δίκαιης δίκης δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το δικαίωμα του να έχει συνήγορο υπερασπίσεως, περιλαμβάνει και το δικαίωμα του να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν δεν επιθυμεί να εμφανιστεί αυτοπροσώπως. Ο εθνικός νομοθέτης δεν δικαιούται να τιμωρεί τον κατηγορούμενο με την αποστέρηση του δικαιώματος υπερασπίσεώς του με συνήγορο και όταν ακόμη η απουσία του είναι ηθελημένη και αδικαιολόγητη. Συνεπώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να απορρίψει το αίτημα εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου από συνήγορο, κατά την εκδίκαση της εφέσεως του κατά αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου,(άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ) παραβίασε το δικαίωμα υπερασπίσεως αυτού και υπέπεσε σε απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ΚΠοινΔ. (Ολομ. ΑΠ 9/2002,Ποιν.Χρον. ΝΒ. 882). Ο νόμος 3346/2005 «Για την επιτάχυνση της διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων», που ισχύει από 17-6-2005 επιτρέπει την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου και στα κακουργήματα. Ειδικότερα το άρθρο 13 αυτού ορίζει ότι: Η παράγραφος 2 του άρθρου 340 ΚΠΔ αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση μπορεί να διατάξει την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου, όταν κρίνει ότι αυτή είναι απαραίτητη για να βρεθεί η αλήθεια. Αν και μετά το γεγονός αυτό δεν εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη βίαιη προσαγωγή του, που εκτελείται, αν είναι δυνατό, ακόμα και κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης». (Επιμέλεια περίληψης: Ευριπίδης Αντωνίου, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Αριθμός 9/2002

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ – Α' ΣΥΝΘΕΣΗ(ΠΟΙΝΙΚΗ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Γεώργιο Κάπο, Πρόεδρο, Πέτρο Κακκαλή, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Δημήτριο Σουλτανιά και Δημήτριο Λινό, Αντιπροέδρους, Παύλο Μεϊδάνη, Στυλιανό Μοσχολέα, Στυλιανό Πατεράκη, Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη, Δημήτριο Παπαμήτσο, Αθανάσιο Κρητικό, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Ιωάννη Βερέτσο, Θεόδωρο Αποστολόπουλο-Εισηγητή, Χρήστο Μαυρογέννη, Ευριπίδη Αντωνίου, Χρήστο Μπαβέα, Δημήτριο Γυφτάκη, Δημήτριο Καπτανή, Σταμάτιο Γιακουμέλο, Ιωάννη Δαβίλλα, Πολύκαρπο Βούλγαρη και Νικόλαο Συρόπουλο, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Αρεοπαγιτών).
Με την παρουσία και του Εισαγγελέως Ευάγγελου Κρουσταλάκη και της Γραμματέως Μηλιάς Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Καταστήματός του, την 19 Σεπτεμβρίου 2002 για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Παπανικολάου, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2024/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας με την υπ' αριθμ. 2024/2001 απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή.
Και ο αναιρεσείων ζητάει τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαϊου 2001 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1421/2001.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1357/2002 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Με την 1357/2002 απόφαση του Ε' Ποινικού Τμήματος παραπέμφθηκε στην τακτική Ολομέλεια, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 7β' , 23 παρ. 1 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (Ν. 1756/1988) και 3 παρ. 2 του Ν. 3810/1957, ο τρίτος λόγος της από 30.5.2001 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2024/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, σχετικά με το ζήτημα αν η διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3 του ΚΠοινΔ παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη και αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 εδ. γ' της Ε.Σ.Δ.Α., διότι κρίθηκε ότι το ζήτημα αυτό είναι γενικότερου ενδιαφέροντος.

ΙΙ. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 501 του ΚΠοινΔ , αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, όταν αυτό επιτρέπεται, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν το δικαστήριο πειστεί ότι ο εκκαλών δεν μπόρεσε να εμφανιστεί αυτοπροσώπως για λόγους ανώτερης βίας ή για άλλα ανυπέρβλητα αίτια, μπορεί με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του να επιτρέψει την εκπροσώπησή του από συνήγορο που έχει ειδική πληρεξουσιότητα , οπότε ο εκκαλών θεωρείται ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών και ο συνήγορός του τον εκπροσωπεί πλήρως. Εξάλλου με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ΝΔ 52/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη και στην παρ. 3 περιπτ. γ' του άρθρου αυτού προβλέπεται ειδικότερα ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της επιλογής του. Από τις παραπάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., όπως ερμηνεύτηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), προκύπτει καταρχήν ότι το συστατικό της δίκαιης δίκης δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με το δικαίωμά του να έχει συνήγορο υπερασπίσεως, περιλαμβάνει και το δικαίωμά του να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν δεν επιθυμεί να εμφανιστεί αυτοπροσώπως. Ο εθνικός νομοθέτης δεν εμποδίζεται από τις εν λόγω διατάξεις να αποθαρρύνει, με μέτρα που αυτός επιλέγει, την αδικαιολόγητη απουσία του κατηγορουμένου, ενόψει της σημασίας που έχει για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στην ποινική διαδικασία, τα μέτρα αυτά όμως δεν μπορούν να καταλύουν το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να υπερασπισθεί τον εαυτό του, εκπροσωπούμενος από συνήγορο υπερασπίσεως. Το δικαίωμα αυτό είναι υπέρτερο από την ανάγκη αυτοπρόσωπης παρουσίας του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη και συνεπώς ο εθνικός νομοθέτης δεν δικαιούται να τιμωρεί τον κατηγορούμενο με την αποστέρηση του δικαιώματος υπερασπίσεώς του με συνήγορο και όταν ακόμη η απουσία του είναι ηθελημένη και αδικαιολόγητη. Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου στη δίκη είναι δυνατό να εξασφαλισθεί με άλλα μέσα και όχι με την στέρηση του δικαιώματος υπερασπίσεώς του (αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 21.1.1999 στην υπόθεση ..... κατά Βελγίου, της 13.2.2001 στην υπόθεση ..... κατά Γαλλίας, και της 20-3-2001, στην υπόθεση ..... κατά Βελγίου καθώς και η από 28.3.2000 απόφαση του ΔΕΚ (Ολομ.) στην υπόθεση .... κατά .....). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, που είχε καταδικαστεί με την 219/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Φαρσάλων σε φυλάκιση 2 ετών και χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών για έκδοση ακάλυπτων επιταγών (άρθρο 79 του Ν. 5960/1933), δεν εμφανίστηκε αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση της εφέσεως που άσκησε κατά της παραπάνω αποφάσεως, αλλά ζήτησε να εκπροσωπηθεί από συνήγορο που είχε ειδική πληρεξουσιότητα, επικαλούμενος γι' αυτό τη συνδρομή ανυπέρβλητων αιτίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε το επικαλούμενο ανυπέρβλητο κώλυμα του εκκαλούντος κατηγορουμένου και για το λόγο αυτό απέρριψε κατ' άρθρο 501 παρ. 3 Κ.Π.Δ. το αίτημά του να εκπροσωπηθεί από συνήγορο, στη συνέχεια δε απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Η απόρριψη όμως του παραπάνω αιτήματος του απόντος κατηγορουμένου παραβιάζει τις προαναφερόμενες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 3γ' της ΕΣΔΑ και ειδικότερα το συστατικό της δίκαιης δίκης δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως και υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και συνεπώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να απορρίψει το αίτημα εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου από συνήγορο, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, παραβίασε το δικαίωμα υπερασπίσεως αυτού και υπέπεσε σε απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ΚΠΔ. Ο λόγος αυτός εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως , εφόσον η αίτηση είναι παραδεκτή και εμφανίστηκε ο αναιρεσείων (άρθρ. 511 ΚΠΔ), και πρέπει γι' αυτό να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική του πιο πάνω αιτήματος του εκκαλούντος διάταξη. Ακολούθως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς τη διάταξη αυτής για απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, διότι με το να αποφανθεί το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ότι η έφεση ήταν ανυποκτήρικτη, στηριζόμενο στην αναιρούμενη για απόλυτη ακυρότητα διάταξη της αποφάσεώς του που απέρριψε το αίτημα εκπροσωπήσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου από συνήγορο, υπερέβη την εξουσία του. Επομένως ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια τρίτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που στηρίζεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 Θ' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2024/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2002 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2002.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ