Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 987 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Κατοχή ναρκωτικών. Δεκτή η αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, ενόψει του ότι η περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του Δικαστηρίου στηρίχθηκε σε λογικά συμπεράσματα και όχι στα από τις αποδείξεις προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά.





Αριθμός 987/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παναγόπουλο, για αναίρεση της 12/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1007/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από το αρ. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ" αυτήν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της απόφασης, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός του είδους των, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά, ενώ η μη ορθή εκτίμησή τους δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, εφόσον περί αυτών κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ'αρ. 12/18-1-07 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών, για την πράξη της από κοινού κατοχής ναρκωτικών, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι οι οποίοι είναι οικονομικοί μετανάστες και Αλβανοί υπήκοοι, κατά την άνοιξη του έτους 2005 διέμεναν στο ...... Τις βραδυνές ώρες της 17ης Μαΐου 2005, αυτοί, αφού συναντήθηκαν σε καφετέρια του ......, μετέβησαν δια του υπ'αρ. ...... ΙΧΕ αυτοκινήτου, τύπου ....., το οποίο ανήκε στην κυριότητα του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, στην ...., όπου, από κοινού ενεργούντες, με πρόθεση, χωρίς να είναι εξαρτημένοι από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, προμηθεύτηκαν από άγνωστο άτομο ποσότητα 492,64 γραμμαρίων ηρωΐνης, εντός δέματος, την οποία κατείχαν από κοινού και την είχε τοποθετήσει ο δεύτερος κατηγορούμενος στο δάπεδο του ως άνω αυτοκινήτου και μπροστά από τη θέση του συνοδηγού που αυτός εκάθητο. Ακολούθως αυτοί, αναχωρήσαντες από την ....., δεν επέστρεψαν στο ......, αλλά κατευθύνθηκαν προς το ..... μέσω της Π.Ε.Ο. ....-..... και, ως έχοντες την πρόθεση να πωλήσουν την ως άνω ποσότητα ηρωΐνης σε άγνωστα πρόσωπα στο 'Αργος όπου θα τους καθοδηγούσε άλλος συνεργός τους, ο οποίος τους ανέμενε στην οδό ..... -..... με δικό του αυτοκίνητο, ο οποίος αφού συναντήθηκε μαζί τους μεταβλήθηκε σε προπομπό αυτών. Περί ώραν 00.15 της 18ης Μαΐου 2005, οι κατηγορούμενοι και καθ'ον χρόνον εκινούντο προς το ......, κατελήφθησαν, κατά τη διενέργεια αστυνομικού ελέγχου που είχε προσχεδιασθεί, ως εκ του ότι η κατά τόπον Αστυνομική Αρχή είχε πληροφορίες ότι δύο Αλβανοί, κινούμενοι δια του προαναφερθέντος αυτοκινήτου, διακινούσαν ναρκωτικά στην περιοχή του ..... κατά τη διάρκεια της νύκτας, να κατέχουν την ως άνω ποσότητα ηρωΐνης που είχε εναποθέσει μπροστά στα πόδια του ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2.Ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι αυτός εν αγνοία του πρώτου κατηγορουμένου μετέφερε κατά τα προεκτεθέντα την ως άνω ποσότητα ηρωΐνης από την ... στο ..... κατ'εντολήν αγνώστου εντολέως του ο οποίος τηλεφωνικώς θα του υπεδείκνυε και το πρόσωπο στο οποίο θα παρέδιδε την ως άνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας. Ο πρώτος κατηγορούμενος αρνείται ότι συγκατείχε την εν λόγω ποσότητα ηρωΐνης διϊσχυριζόμενος ότι αυτήν κατείχε μόνον ο δεύτερος κατηγορούμενος και ότι ο ίδιος αγνοούσε το περιστατικό αυτό. Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι της αποδοθείσης σ'αυτούς πράξης, της από κοινού και με πρόθεση κατοχής της ως άνω ποσότητας ναρκωτικών και δη παμψηφεί ο δεύτερος κατηγορούμενος και κατά πλειοψηφίαν ο πρώτος κατηγορούμενος. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, και ο πρώτος κατηγορούμενος ετέλεσε την αποδιδομένη σ'αυτόν πράξη καθ'όσον τούτο καταμαρτυρείται από το ότι και κατά το παρελθόν αυτός είχε κινηθεί στην περιοχή του ..... με το ως άνω αυτοκίνητό του και κάποιος είχε αντιληφθεί, τον αριθμό της πινακίδας κυκλοφορίας του, τον οποίό και διαβίβασε-κατέδωσε στην Αστυνομική Αρχή, η οποία είχε σχεδιάσει τη σύλληψή του αλλά και από το ότι αυτός, την συγκεκριμένη νύκτα, κατευθυνόταν προς το .... και όχι προς το ...., όπως λογικώς θα έπρεπε να συμβεί, αφού στο .... ήταν η κατοικία του".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1, την από τα ως άνω άρθρα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, συγχρόνως δε στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, υπάρχει η παραδοχή, αναφορικά με την κατοχή της ναρκωτικής ουσίας της ηρωΐνης, ότι πρέπει και αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής, καθόσον "τούτο καταμαρτυρείται από το ότι και κατά το παρελθόν αυτός είχε κινηθεί στην περιοχή του ..... με το ως άνω αυτοκίνητό του και κάποιος είχε αντιληφθεί τον αριθμό των πινακίδων κυκλοφορίας του, τον οποία και διαβίβασε-κατέδωσε στην Αστυνομική Αρχή, η οποία είχε σχεδιάσει τη σύλληψή του, αλλά και από το ότι αυτός την συγκεκριμένη νύκτα, κατευθυνόταν προς το 'Αργος και όχι προς το ....., όπως λογικώς έπρεπε να συμβεί, αφού στο ..... ήταν η κατοικία του". Η παραδοχή, όμως, αυτή, συνιστά ένα λογικό συμπέρασμα, το οποίο στηρίζεται και σε αναφορές άγνωστων ατόμων, σχετικά με κάποια κίνηση του αναιρεσείοντος με το αυτοκίνητό του, στην περιοχή, κατά το παρελθόν, χωρίς μάλιστα η καθ'όλα φυσιολογική κίνηση αυτή, να είναι συνδυασμένη και με κάποια επιλήψιμη ενέργεια του αναιρεσείοντος, και όχι παράθεση πραγματικών περιστατικών, τα οποία προέκυψαν από τις αποδείξεις, θεμελίωσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης και στήριξαν, συνακόλουθα, την περί ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου κρίση του Δικαστηρίου, προκειμένου να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις, είναι ουσιαστικά βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 του ΚΠΔ). Περίπτωση επέκτασης του αναιρετικού αποτελέσματος και στον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Χ2, δεν υφίσταται, αφού οι λόγοι που γίνονται δεκτοί, αρμόζουν αποκλειστικά στον αναιρεσείοντα (άρθρο 469 ΚΠΔ).


Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την υπ'αρ. 12/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, μόνο σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Χ1.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ