Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2471 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Έννοια αγοράς, κατοχής, πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Αόριστη προβολή ισχυρισμού προμήθειας προς ιδίαν χρήση. Όχι υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2471/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουλό, περί αναιρέσεως της 685/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 887/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, πωλεί, αγοράζει, ή κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται η κάνναβις και η κοκαΐνη, κατά το άρθρο 4 Πιν. Α' περ. 6, και Πιν. Β' περ. 3 του ίδιου πιο άνω νόμου. Ως πώληση ή ως αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος. Η κατοχή εξάλλου, πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του.
ΙΙ.- Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά ούτε να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τελέσεως των παραπάνω εγκλημάτων της αγοράς και κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) του επιτευχθέντος τιμήματος καθώς και της ταυτότητας των πωλητών. Η δε παραδοχή της αποφάσεως "αγορά από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος" λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Δεν απαιτείται επίσης και ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για τις πράξεις της κατά αγοράς, κατοχής και κατ' εξακολούθηση πώλησης ναρκωτικών ουσιών και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή κάθειρξης έξι [6] ετών και χρηματική ποινή 2000 ευρώ. Το Πενταμελές Εφετείο, για να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα επόμενα:
Στις 20/4/2005 αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης ναρκωτικών Αθηνών, μετά από πληροφορίες που αναφέρονταν στην διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο, τον σταμάτησαν όταν βγήκε από την οικία του και από έρευνα που διενήργησαν διαπίστωσαν ότι είχε στην κατοχή του, πάνω του ένα αυτοσχέδιο νάϋλον σακκουλάκι που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη 1,2 γραμμαρίων και ένα κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε για διευκόλυνση της εμπορίας ναρκωτικών ουσιών. Μετά από αυτό διενήργησαν έλεγχο στην κατοικία του, που βρίσκεται στο ..... (.....) και βρήκαν μέσα σ' αυτή α) 1 σπιρτόκουτο που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη 7,5 γραμ. β) ένα αυτοσχέδιο νάϋλον σακκουλάκι που περιείχε ακατέργαστη ινδική κάνναβη 0,7 γρ. και το ποσό των 2.130 ευρώ, δηλαδή ποσό τέτοιο του οποίου η προέλευση δεν δικαιολογείται από την εργασία του. Στην από 20/4/2005 προανακριτική κατάθεσή του ο κατηγορούμενος, που εξετάστηκε με διερμηνέα, ομολόγησε σαφώς ότι ήταν χρήσης και ότι, προκειμένου να ανεύρει χρήματα, αναγκαία, για την εγχείρηση καρδιάς της ασθενούσας μητέρας του, αναγκάστηκε να πωλεί χασίς και κοκαΐνη και έτσι να κερδίζει χρήματα για την κάλυψη των αναγκών αυτών. Συγκεκριμένα μάλιστα παραδέχθηκε ότι στις 19/4/05 επώλησε στον ..... σε φίλη του με το όνομα ..... (.....) κοκαΐνη 10 γραμ. και εισέπραξε το ποσό των 450 ευρώ από αυτήν. Τούτο, αμφισβήτησε ενώπιον του τακτικού Ανακριτή, του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του παρόντος, ισχυριζόμενος ότι η παραπάνω φίλη του τον κατηγόρησε ψευδώς, προκειμένου να τον εκδικηθεί για το χωρισμό τους. Τούτο όμως δεν είναι αληθές, αφού ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, σε προγενέστερο χρόνο συνομολόγησε την τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης, η οποία, καθώς και οι άλλες επί μέρους πράξεις πώλησης, επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι βρέθηκε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό που αναφέρεται παραπάνω, η προέλευση του οποίου δεν δικαιολογείται να είναι προϊόν της εργασίας του. Αποδείχθηκε συνεπώς ότι ο κατηγορούμενος δίχως να είναι τοξικομανής προέβη στην αγορά των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρονται στο διατακτικό, αντί αγνώστου τιμήματος και από άγνωστα πρόσωπα, τις οποίες και κατείχε, εξουσιάζοντας αυτές, ελέγχοντας οποιαδήποτε στιγμή την ύπαρξη τους και διαθέτοντας αυτές κατά βούληση σε τρίτους. Στην αγορά και κατοχή τους προέβη, προκειμένου να τις διαθέσει σε τρίτους και όχι για δική του χρήση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται και γιαυτό πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του. Ακόμη αποδείχθηκε ότι επανειλημμένα κατά το χρόνο και στον τόπο που αναφέρονται στο διατακτικό, πώλησε σε τρίτους άγνωστα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων όμως και η ..... τις ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, που αναφέρονται στο διατακτικό, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού, όσον αφορά την κάνναβη, τουλάχιστον όμως 45 ευρώ για την κοκαΐνη, ανά γραμμάρια και συνολικά 2130 ευρώ, το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των παραπάνω πράξεων, να αναγνωριστεί όμως ότι στο πρόσωπό του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο δεν πρέπει να δεχθεί ότι στο πρόσωπό του συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των, αφού δεν αποδείχθηκε ότι προέκυψε σκοπός για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή του προς διάπραξη των εγκλημάτων αυτών... ".
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 εδάφ. β', ζ', 2 ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά εφάρμοσε. Έφ' όσον δε ως αγορά ναρκωτικής ουσίας θεωρείται, ως προεκτέθηκε, η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του ΑΚ δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της ταυτότητας του πωλητού και το ύψος του τιμήματος αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου δεδομένου ότι η παραδοχή αυτής ότι τις ουσίες αυτές τις αγόρασε από άγνωστο άτομο αντί αγνώστου τιμήματος λογικά σημαίνει ότι η άγνοια περιορίζεται στα στοιχεία και μόνον αυτά τα οποία είναι αδιάφορα για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω εγκλημάτων. Περαιτέρω αμέσως αλλά και με τις εκ του πράγματος παροδοχές, επαρκώς αιτιολογείται για την πράξη της κατοχής η φυσική εξουσίαση του κατηγορουμένου επί των ναρκωτικών ουσιών. Εξάλλου για την επάρκεια της αιτιολογίας αναφορικά με τον δόλο, το δικαστήριο δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει στην αιτιολογία της αποφάσεως ειδική σκέψη, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει σε περιστατικά την πραγμάτωση των οποίων δέχεται το δικαστήριο.
ΙΙΙ.- Η κατά τις άνω διατάξεις αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η αόριστη προβολή των ισχυρισμών αυτών δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, όχι μόνο να τους απορρίψει αιτιολογημένα, αλλά και να απαντήσει σ' αυτούς. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, προκειμένου να γίνει μεταβολή της κατηγορίας και να τύχει ευνοϊκότερης ποινικής μεταχείρισης, ότι την ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας την οποία αγόρασε και κατά τη σύλληψή του κατείχε την προμηθεύτηκε αποκλειστικά και μόνο για δική του χρήση, δεν αποτελεί απλή άρνηση της κατηγορίας της αγοράς και κατοχής, αλλά αυτοτελή ισχυρισμό για τον οποίο το δικαστήριο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οφείλει να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφόσον όμως αυτός προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αναπτύσσοντας την υπεράσπιση του τελευταίου, για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών, ζήτησε "να θεωρηθεί ότι ήταν προμήθεια και κατοχή για δική του χρήση". Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως ακριβώς προβλήθηκε ήταν παντελώς αόριστος και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του επαρκή αιτιολογία. Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα [ άρθ. 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-4-2008 αίτηση του του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 685/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ