Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2448 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2448/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Αλεξίου, για αναίρεση της με αριθμό 61571/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 942/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 476 §§ 1 και 2 ΚΠΔ το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 ιδίου Κώδικος, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται μόνο στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξ άλλου η απόφαση με την οποία το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητος του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθη η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Άκυρη είναι η επίδοση για την οποία δεν ετηρήθησαν οι διατάξεις των άρθρων 155 - 157 ΚΠΔ, κατά το πρώτο των οποίων (155) και την παρ. 1 αυτού "Η επίδοση γίνεται με παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου ... Αν αυτός που κάνει την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ... εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που έστω και προσωρινά διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στο θυρωρό της κατοικίας που μένει". Εντεύθεν και η επίδοση του εγγράφου πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 161 Κ.Π.Δ., να αποδεικνύεται από το αποδεικτικό επιδόσεως στο οποίο πρέπει να αναφέρεται ρητώς με ποινή ακυρότητος της επιδόσεως, το έγγραφο το οποίον επιδίδεται καθώς και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο, παρεδόθη το έγγραφο, κατά τρόπο ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία περί αυτού. Εκ του συνδυασμού των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι όταν αυτός που ενεργεί την επίδοση δεν ευρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του και εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους που διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς του ή στον θυρωρό της κατοικίας του πρέπει, για την εγκυρότητα της επιδόσεως, να αναφέρει στο οικείο αποδεικτικό και τα στοιχεία αυτά, δηλαδή, της μη ανευρέσεως του ενδιαφερομένου στην κατοικία ή διαμονή του και της ιδιότητος του προσώπου στο οποίο ενεχείρισε το έγγραφο, ως συνοίκου, οικιακού βοηθού ή θυρωρού της κατοικίας, οπότε αυτό (το αποδεικτικό επιδόσεως) έχει αποδεικτική δύναμη, μέχρις ότου προσβληθεί επί πλαστότητι (άρθρ. 162 Κ.Π.Δ.), καθ' όσον αφορά στα στοιχεία εκείνα που βεβαιώνονται ότι έγιναν από τον επιδίδοντα ή ενώπιόν του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 67571/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απερρίφθη ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της η υπ' αριθμ. 11096/10 Σεπτεμβρίου 2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 118984/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ούτος κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή διακοσίων χιλιάδων (200.000)δραχμών για το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής (παράβαση Νόμου περί επιταγών, άρθρ. 79 Ν.5960/1933). Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων ζήτησε "να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απαλλαγεί ο εκκαλών από την κατηγορία, για όσους λόγους θα εκθέσει στο Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, αλλά και επειδή το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της, με αποτέλεσμα να τον κηρύξει ένοχο τέλεσης της πράξης περί εκδόσεως ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, ενώ έπρεπε να τον κηρύξει αθώο. Ο εκκαλών πληρεξούσιος δήλωσε, ότι η παρούσα έφεση ασκείται εμπροθέσμως, καθόσον το πρώτον πληροφορήθηκε ο εντολέας του την ύπαρξη της εκκαλούμενης απόφασης στις 30 Ιουλίου 2007, ημερομηνία κατά την οποία συνελήφθη από αστυφύλακες του Α/Τ ..., η δε επίδοση αυτής (της εκκαλούμενης απόφασης) σ' αυτόν (τον εκκαλούντα) στις 9 Μαρτίου 2001 δεν ήταν νόμιμη, αφού ουδεμία επαγγελματική ή συγγενική ή άλλη σχέση τον συνέδεε με την παραλαβούσα την εκκαλούμενη απόφαση ... ούτε υπήρξε ποτέ αυτή σύνοικός του. Επίσης η επίδοση με θυροκόλληση στη Λεωφ. ... στον εκκαλούντα στις 29-10-1999 της κλήσης για να παρασταθεί ως κατηγορούμενος στο ΣΤ' Μονομελές Πλημ/κείο της Αθήνας στις 7 Δεκεμβρίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία καταδικάστηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, δεν ήταν νόμιμη, αφού κατά την εν λόγω ημερομηνία κατοικούσε στη γνωστή στην εισαγγελία και στις άλλες αρχές διεύθυνση, στην οδό ... στην ..., και όχι στη Λεωφ. ...". Κατά την εκδίκαση της εφέσεως ο αναιρεσείων εξήτασε μάρτυρα, ο ίδιος δε σχετικά με το εμπρόθεσμο ισχυρίσθη ότι "δεν γνώριζε τίποτε κ' ήτο στο εξωτερικό τότε". Μετά ταύτα ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως αυτής, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών εδέχθη με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Όπως προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ...η υπ' αριθμ. 118984/99 απόφαση επιδόθηκε στις 9.32001 στη σύνοικο του εκκαλούντα ... στη Λ. ... Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι τα έτη 2001 - 2002 βρισκόταν στην Αγγλία, όπου σπούδαζε, δεν προσκομίζει όμως οποιοδήποτε έγγραφο, το οποίο να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του, ούτε δικαιολογεί για ποιό λόγο δεν άσκησε έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης κατά τον διαδραμόντα χρόνο από το 2003 έως 10.9.2007 οπότε την άσκησε. Η κατάθεση του μάρτυρά του ... στο ακροατήριο ότι τα έτη 2001 - 2002 βρισκόταν στην Αγγλία δεν δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης πέραν των 6 ετών από την επίδοση της εκκαλουμένης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης είναι 10 ημέρες από την επίδοση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 476 παρ. 1 ΚΠΔ". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (9.3.2001), το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, του Αστυφύλακος ... ως και τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (10.9.2007), χωρίς να απαιτούνται άλλα στοιχεία. Και τούτο διότι α) δεν απαιτείται η αναφορά στην αιτιολογία της επαγγελματικής ή συγγενικής σχέσεως που συνδέει τον εκκαλούντα με την παραλαβούσα ..., διότι η αναφορά αυτή της σχέσεως τού προς όν η επίδοση με τον παραλαβόντα σύνοικο ουδόλως είναι αναγκαία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο εκκαλών, β) ο ισχυρισμός ότι η ανωτέρω "δεν υπήρξε σύνοικός του", χωρίς άλλο τι και χωρίς τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν τον τοιούτον ισχυρισμόν του, (ούτος) είναι αόριστος και γ) ο (τελευταίος) ισχυρισμός του, ότι η δια θυροκολλήσεως επίδοση για το πρωτόδικο δικαστήριο (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) δεν είναι νόμιμη, αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού στην προκειμένη περίπτωση, δηλ. της απορρίψεως της εφέσεως ως εκπροθέσμου, ενδιαφέρει η επίδοση της πρωτοδίκου (καταδικαστικής) αποφάσεως και όχι η επίδοση της κλήσεως στον κατηγορούμενο για να παραστεί στο πρωτόδικο δικαστήριο. Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και ο σχετικός λόγος εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. είναι απορριπτέος. Μετά ταύτα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.5.2009 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 61571/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή