Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2501 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Λαθρεμπορία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Συναυτουργία, Διερμηνέα διορισμός.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση αναιρέσεων. Καταδικαστική απόφαση για λαθρεμπορία (εισαγωγή τσιγάρων) κατά συναυτουργία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ οι δασμοί κ.λ.π. που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο υπερέβαιναν το ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρα 155 § 1, 157 § 1 στοιχ. β' περ. γ, δ, Ν. 2960/2001). Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επιβολή χρηματικής ποινής ίσης με την αξία CIF των αντικειμένων της λαθρεμπορίας επειδή κατέστη αδύνατη η δήμευση αυτών (άρθρο 160 § 2 εδ. β' Ν.2960/2001). Αβάσιμος ο λόγος για εσφαλμένο χαρακτηρισμό μάρτυρα υπερασπίσεως ως μάρτυρα κατηγορίας. Απόλυτη ακυρότητα από την ανάγνωση ξενόγλωσσου εγγράφου, αν δεν βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ' αυτά. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια ακυρότητα όταν το Δικαστήριο διόρισε διερμηνέα, που διερμήνευσε το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στη γλώσσα του κατηγορουμένου. Όταν ο διερμηνέας διορίζεται από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Απόρριψη αναιρέσεων στο σύνολό τους.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2501/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Χ1, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαντζαβράκο και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 1515/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βάϊα Παπακωνσταντίνου.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Οκτωβρίου 2009 και 9 Οκτωβρίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 16 Νοεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1494/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι 1) η από 7.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7776/2009) αίτηση (δήλωση) του Χ1 και 2) η από 9.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7841/2009) αίτηση (δήλωση) του Χ2 μετά των από 10/16.11.2009 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1515/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 155§1 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", "λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ` αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ` αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 157 §1 στοιχ. β περ. γ, δ του ίδιου νόμου, "η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω και εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρ.1 του ν.3336/2005, "επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου118§5 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.33 του ν. 3583/2007, "η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα. Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες καταλαμβάνουν και την παρούσα περίπτωση, αφού δεν είναι δυσμενέστερες εκείνων που ίσχυαν πριν από τις ως άνω τροποποιήσεις τους, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του εν λόγω νόμου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1515/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία, η οποία συνίσταται στο ότι στις 7.1.2002 εισήγαγαν, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνιακής Αρχής, από τη ... ποσότητα τσιγάρων, που δεν έφεραν ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης, η οποία υπόκειται σε δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται από τα Τελωνεία και την οποία κατείχαν κατά το από 7.1.2002 μέχρι 22.1.2002 χρονικό διάστημα, μεταχειρίσθηκαν δε, κατά την τέλεση της πράξης τους αυτής, ιδιαίτερα τεχνάσματα, ενώ οι διαφυγόντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ποσό των 32.060,94 €, σε ποσό, δηλαδή, που υπερβαίνει τα 30.000 €. Τους καταδίκασε δε σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική ποινή 5.393,48 € τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...Στο λιμάνι της ..., στις 26.1.2002, κατασχέθηκαν από το τοπικό σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος 3.063 κιλά (15.315 πακέτα) τσιγάρα ..., κρυμμένα σε διπλούς πάτους, κατασκευασμένους στο εσωτερικό 160 μικρών καναπέδων για παιδιά, που μεταφέρονταν με αρθρωτό όχημα, αποτελούμενο από το ρυμουλκό, τύπου ..., με πινακίδα ΑΒ ΚΤ 86, ιδιοκτησίας της "KIKI TRANS EK", με έδρα τη ... και ρυμουλκούμενο, τύπου ...Z, με πινακίδα BB EM 805, με οδηγό τον ..., ιδιοκτησίας της "EL. ME. TRANSPORT GMBH", με έδρα τη ..., που αποβιβάστηκε από το πλοίο O..., προερχόμενο από το λιμάνι της .... Το ως άνω εμπόρευμα συνοδεύονταν από το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο, το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής και την φορτωτική GMR, με βάση τα οποία αποστολέας ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1 και παραλήπτης ο ... ως προς τον οποίο, σημειωτέο, κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη με την εκκαλουμένη απόφαση. Την εν λόγω μεταφορά είχε αναλάβει να εκτελέσει και εκτέλεσε η μεταφορική επιχείρηση "ΕΛΜΕ" του Ζ, στην οποία ανήκε το προαναφερόμενο ρυμουλκούμενο, με πινακίδα BB EM 805. Σ' αυτόν απευθύνθηκε για το σκοπό αυτό ο Ξ (μάρτυρας κατηγορίας), ως εκπρόσωπος της μεταφορικής εταιρίας Ξ και ΣΙΑ Ο.Ε.", στον οποίο είχε αναθέσει τη μεταφορά η δεύτερη, ...που αθωώθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση) και τέταρτος των κατηγορουμένων, ζητώντας του να εκτελεστεί με όχημα με γερμανικές πινακίδες, που αυτός δεν διέθετε και για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στον Ζ. Ο τελευταίος, πληροφορηθείς από τον ..., οδηγό άλλου οχήματος της επιχείρησής του, που συνταξίδευε με το προαναφερόμενο, που μετέφερε τα λαθραία τσιγάρα, οδηγούμενο από τον πατέρα του,..., το γεγονός της ανεύρεσης αυτών (λαθραίων τσιγάρων) γνωστοποίησε αμέσως αυτό στο ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας, με την από 26.1.2002 (και αριθμό πρωτοκ. ...) αίτηση - αναφορά του, το οποίο έτσι επιλήφθηκε της υπόθεσης, πριν ακόμα λάβει το σχετικό αίτημα αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής των τελωνειακών αρχών της .... Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από την υπ' αριθμ. ...3 πορισματική αναφορά του ΣΔΟΕ προκύπτει, ότι τα ως άνω έπιπλα, μέσα στα οποία βρέθηκαν επιμελώς κρυμμένα τα 15.315 πακέτα τσιγάρα, τα οποία δεν έφεραν την ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης, πριν εξαχθούν από την Ελλάδα στη ..., είχαν εισαχθεί, στις 7.1.2002, από τη ... στην Ελλάδα, όπου εκτελωνίστηκαν για λογαριασμό του πρώτου κατηγορουμένου, από τον ..., εκτελωνιστή (μάρτυρα κατηγορίας), χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων και μέχρι τη φόρτωσή τους, στις 22.1.2002 για εξαγωγή τους στη ..., που έγινε τελικά στις 24.1.2002, σημειουμένου ότι από 22.1.2002 που έγινε η φόρτωση έως και 24.1.2002, λόγω βλάβης του τράκτορα, έμεινε το επικαθήμενο φορτωμένο με τα έπιπλα στη μάνδρα της μεταφορικής επιχείρησης του Ζ, στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, παρέμειναν αποθηκευμένα στην ως άνω αποθήκη. Η κατά τα ανωτέρω εισαγωγή της προαναφερόμενης ποσότητας λαθραίων τσιγάρων, χωρίς την καταβολή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών δικαιωμάτων, που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και που ανέρχονται στ ποσό των 32.060,94 ευρώ, έγινε, μετά από συναπόφαση του πρώτου και τετάρτου των κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων). Κατά την τέλεση δε της πράξης τους αυτής μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, καθόσον προέβησαν σε ενέργειες που έτειναν στην εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών και γενικότερα στη συγκάλυψη της παράνομης αυτής πράξης τους. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, Ελληνοβουλγαρικής καταγωγής, μετά από συναπόφαση με τον τέταρτο κατηγορούμενο και μετά από πρόταση του ..., ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, με την εκκαλουμένη απόφαση, να συνεργαστούν στην εισαγωγή - εξαγωγή επίπλων στη ...α, όπου είχε γνωριμίες, προέβη στις 2.10.2001, σε δήλωση έναρξη εργασιών ατομικής επιχείρησης, με αντικείμενο χονδρικό εμπόριο ξυλείας - ξύλινων επίπλων - ενδυμάτων και υποδημάτων - οικοδομικών υλικών - ειδών υγιεινής, αφού προηγουμένως, με το από 17.9.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, μίσθωσε αποθήκη, εμβαδού 750 τ.μ., περίπου, που βρίσκεται στο 16° χιλιόμετρο της Π.Ε.Ο. ... (στον ...), ιδιοκτησίας .... Τα εν λόγω εμπορεύματα θα εισήγαγαν από τη ... και στη συνέχεια θα εξήγαγαν (διακινούσαν) σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην έναρξη της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας και στη μίσθωση του ανωτέρω ακινήτου, γνωρίζοντας ότι υπό την κάλυψη της εμπορίας των ανωτέρω εμπορευμάτων θα γινόταν παράνομη εισαγωγή και εξαγωγή λαθραίων τσιγάρων και με σκοπό να γίνει εφικτή η εισαγωγή και εξαγωγή των επίπλων και των κρυμμένων σ' αυτά τσιγάρων, με την έκδοση στο όνομά του και των αναγκαίων φορολογικών στοιχείων, δηλαδή με σκοπό την εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών και τη συγκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του ίδιου και του ως άνω συγκατηγορουμένου του. Με την ως άνω μεθόδευσή τους εξήγαγαν, μετά από συναπόφαση, στις 22.1.2002, από τη ... στη ..., μέσω ..., την προαναφερόμενη ποσότητα των λαθραίων τσιγάρων. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ως άνω ιδιαίτερων τεχνασμάτων, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην έναρξη της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας, χωρίς να έχει καμία προηγούμενη σχετική εμπειρία, χωρίς να έχει χρήματα να επενδύσει και χωρίς πελατολόγιο, ενώ λίγο μετά την έναρξη της ως άνω δραστηριότητάς του στρατεύθηκε και υπηρέτησε στις τάξεις του Ε.Σ. από 28.11.2001 έως 1.4.2002, δηλαδή προέβη στην έναρξη μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, που λόγω της στράτευσής του, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει. Επίσης, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εξαγωγή των επίπλων, εάν δεν υπέκρυπτε την ως άνω παράνομη δραστηριότητα θα μπορούσε να γίνει απευθείας από τη ..., χωρίς να μεσολαβήσει η χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία της εισαγωγής τους στην Ελλάδα και στη συνέχεια της εξαγωγής τους στη ..., η οποία, όμως, επελέγη και ακολουθήθηκε, προκειμένου να χαρακτηρισθούν τα εν λόγω εμπορεύματα ως κοινοτικά, καθόσον, στη ..., επειδή είναι ενδοκοινοτική συναλλαγή δεν απαιτείται να γίνει εκτελωνισμός, αλλά απαιτούνται μόνο θεωρημένα τιμολόγια της εφορίας και το Α.Φ.Μ. του Έλληνα και του παραλήπτη για να γίνει η διασταύρωση, ενώ τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσε και η επιλογή μεταφορικού μέσου με γερμανικές πινακίδες. Κατά το στάδιο της εξαγωγής των εν λόγω τσιγάρων στη Γ... η δεύτερη και τρίτη των κατηγορουμένων, μαζί με τον τέταρτο, επέλεξαν την μεταφορική εταιρία του Ξ που θα εκτελούσε τη μεταφορά των επίπλων από την Ελλάδα στη ..., κατάρτισαν τη σχετική σύμβαση μαζί του, ήλθαν κατ` επανάληψη σε επαφή με αυτόν για θέματα που αφορούσαν την οργάνωση και τον τρόπο της μεταφοράς, κατέβαλαν τα μεταφορικά έξοδα, φρόντισαν για την έγκαιρη έκδοση του τιμολογίου, του δελτίου αποστολής και της διεθνούς φορτωτικής, οδήγησαν και υπέδειξαν στον οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου, Ζ, την αποθήκη του πρώτου κατηγορουμένου και παρέμειναν εκεί, καθ' όλη τη διάρκεια της φόρτωσης, δηλαδή μερίμνησαν για όλα τα θέματα τα σχετικά με την εξαγωγή των επίπλων και συνακόλουθα των λαθραίων τσιγάρων. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος και τέταρτος των κατηγορουμένων τέλεσαν την αποδιδόμενη σ' αυτούς αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας από κοινού, με την μορφή της εισαγωγής των ανωτέρω τσιγάρων εντός του τελωνειακού εδάφους, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής, από την οποία οι διαφυγόντες, δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα, που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, ανέρχονται στο ποσό των 32.060,94 ευρώ και επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Σημειώνεται, ότι η πράξη της κατοχής των λαθραίων τσιγάρων στην Ελληνική Επικράτεια, από τους ως άνω κατηγορούμενους, οι οποίοι προέβησαν στην εισαγωγή αυτών, δεν συνιστά ίδιο και αυτοτελές έγκλημα λαθρεμπορίας, αλλά απορροφάται από την εισαγωγή και συνιστά μη τιμωρητή υστέρα πράξη, γιατί χρησιμοποιήθηκε για την αξιοποίηση της εισαγωγής (βλ. Α.Π. 1240/2005 Ποιν. Δνη 2005 1494, Α.Π.772/1999 Ποιν. Χρ. Ν' 330). Επίσης, σημειώνεται ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέλεση εκ μέρους των ως άνω κατηγορουμένων της πράξεως της λαθρεμπορίας με την μορφή της εξαγωγής των λαθραίων τσιγάρων από την Ελλάδα στη ..., δεδομένου ότι το αδίκημα της λαθρεμπορίας στρέφεται κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν νοείται τέλεσή του, με τη μορφή της εξαγωγής, όταν η εξαγωγή γίνεται από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλη χώρα αυτής (ΕΕ)....".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν την πράξη, για την οποία καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες εισήγαγαν από τη ...την ως άνω ποσότητα λαθραίων τσιγάρων, τα οποία δεν έφεραν ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης, ότι μεταχειρίστηκαν αυτοί ιδιαίτερα τεχνάσματα με σκοπό την εξαπάτηση των αρμοδίων αρχών και τη συγκάλυψη της πράξης τους και ποια ήταν τα τεχνάσματα αυτά (μίσθωση αποθηκευτικού χώρου από τον από αυτούς Χ1, κατόπιν συναπόφασης και με τον Χ2, δήλωση έναρξης εμπορικής δραστηριότητας με αντικείμενο την εμπορία ξυλείας που θα εισήγαγε από τη ... και θα διακινούσε σε χώρες της Ε.Ε.) και ότι η ποσότητα αυτή των τσιγάρων είχε εισαχθεί χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των 32.064,94 €, το οποίο στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η μερικότερη αιτίαση ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της αποφάσεως, γιατί στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ενήργησαν από κοινού και κατά συναπόφαση οι αναιρεσείοντες, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι ενήργησαν από κοινού όλοι οι κατηγορούμενοι, είναι αβάσιμη, γιατί, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες ενήργησαν από κοινού, για τον οποίο λόγο και τους καταδίκασε, ενώ αθώωσε τις συγκατηγορούμενές τους και από παραδρομή, στο διατακτικό, στην αυτή διάταξη του οποίου περιλαμβάνεται η καταδικαστική και η αθωωτική απόφαση, δεν έγιναν οι απαραίτητες διορθώσεις. Τέλος, η μερικότερη αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων σε σχέση με τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι δεν υπήρξε καμιά λαθρεμπορική εισαγωγή οποιουδήποτε εμπορεύματος και μάλιστα τσιγάρων, ότι δεν τελούσε σε γνώση ότι θα κληθεί αυτός στον Ελληνικό Στρατό, ότι δεν είχε αυτός καμιά φυσική συμμετοχή στην εν λόγω πράξη, ότι δεν γνώριζε τους συγκατηγορουμένους του, ότι δεν είναι ορθή η κατάθεση του βασικού μάρτυρα ... ότι δεν βρήκε κανένα εμπόρευμα στην αποθήκη της επιχείρησής του και ότι η έναρξη και λειτουργία της ατομικής του επιχείρησης ήταν καθ` όλα νόμιμη, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 εδ. β' του ν. 2960/2001, "εάν για οποιονδήποτε λόγο ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των κατά το παρόν άρθρο αντικειμένων λαθρεμπορίας, επιβάλλεται στον ένοχο ποινή χρηματική ίση με την αξία CIF αυτών επιπροσθέτως πάσης άλλης επιβαλλόμενης, κατά τον παρόντα Κώδικα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανωτέρω παρεπόμενη ποινή επιβάλλεται υποχρεωτικώς από το Δικαστήριο στην περίπτωση που δεν είναι δυνατή η δήμευση αυτούσιου του αντικειμένου της λαθρεμπορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο επέβαλε, όπως αναφέρθηκε, σε κάθε καταδικασθέντα, πλην της ποινής της φυλακίσεως, και χρηματική ποινή 5.393,48 €, με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το αντικείμενο της λαθρεμπορίας (τσιγάρα) έχει δημευθεί, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο160 παρ. 2 του Ν. 2960/2001, να επιβληθεί στον καθένα από τους κατηγορουμένους, που κηρύχθηκαν ένοχοι χρηματική ποινή ίση με την αξία CIF αυτών, ήτοι 5.393,48 ευρώ (βλ. την από 12.6.2003 έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο)". Με την παραδοχή αυτή, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την επιβολή στον αναιρεσείοντα Χ1 της ως άνω χρηματικής ποινής, αφού εκθέτει ότι δεν προκύπτει ότι η ποσότητα των τσιγάρων έχουν δημευθεί και, επομένως, δέχεται ότι η δήμευση αυτών κατέστη αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Χ1, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ως άνω διάταξη, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένης στο ότι δεν βεβαιώνεται ότι κατέστη αδύνατη η δήμευση του λαθρεμπορεύματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, ο τρίτος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 περ. Η' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του ιδίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, γιατί χαρακτήρισε τον μάρτυρα ... ως μάρτυρα κατηγορίας, ενώ αυτός προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα και κατέθεσε ως μάρτυρας υπερασπίσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί υπό τον χαρακτηρισμό "μάρτυρες κατηγορίας" στην έκκλητη δίκη νοούνται οι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων επιλεγόμενοι από τον Εισαγγελέα και κλητευόμενοι μάρτυρες, ενώ μάρτυρες υπερασπίσεως είναι οι υπό του εκκαλούντος κατηγορουμένου το πρώτον προτεινόμενοι και εξεταζόμενοι στην έκκλητη δίκη, ή οι υπό του δικαστηρίου μεν αλλά κατ' αίτηση του κατηγορουμένου καλούμενοι και εξεταζόμενοι κατ' άρθρο 355 ΚΠοινΔ, ο συγκεκριμένος δε μάρτυρας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης υπ` αριθ. 6626/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι εκ των πρωτοδίκως εξετασθέντων και από τον Εισαγγελέα κλητευθέντων μαρτύρων (αναφερόμενος στη σελίδα 18 ως 7ος μάρτυρας) και, επομένως, μάρτυρας κατηγορίας. Έτσι, η παράλειψη χαρακτηρισμού αυτού, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως μάρτυρα κατηγορίας είναι αδιάφορη, η δε μνεία στο σκεπτικό της ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας σημαίνει ότι ελήφθη υπόψη και η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.λπ.) ή το παραπάνω έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, που δημιουργεί την πιο πάνω ακυρότητα, υπάρχει και όταν το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και δεν βεβαιώνεται στην κατά τη δίκη αυτή εκδοθείσα απόφαση ότι ο κατηγορούμενος ή ο εκπροσωπών αυτόν συνήγορός του μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια των αναγραφομένων σ' αυτά. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια ακυρότητα όταν το Δικαστήριο διόρισε διερμηνέα, που διερμήνευσε το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στη γλώσσα του κατηγορουμένου, ο οποίος, έτσι, είχε την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 δικαιώματά του και να αντιτάξει τους υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε ένσταση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Χ2 περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είχε προταθεί και πρωτοδίκως, και, στη συνέχεια, προβλήθηκε ως ειδικός λόγος εφέσεως και αφορούσε τη μη επίδοση σ' αυτόν μεταφρασμένου στη Βουλγαρική γλώσσα κλητηρίου θεσπίσματος, με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "...από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη διενεργηθείσα, για την πράξη για την οποία κατηγορείται, κυρία ανάκριση, απολογήθηκε ενώπιον της Ανακρίτριας του Γ' Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης στις 22.9.2004, με διερμηνέα την ..., μέσω της οποίας η Ανακρίτρια γνωστοποίησε σ' αυτόν την πράξη για την οποία κατηγορείται και απάγγειλε την κατηγορία.
Συνεπώς, ο εν λόγω κατηγορούμενος έλαβε γνώση της εναντίον του κατηγορίας στη γλώσσα που εννοεί και προετοίμασε την υπεράσπισή του. Κατ' ακολουθία, δεν ήταν αναγκαίο να συνεπιδοθεί σ' αυτόν και κλητήριο θέσπισμα μεταφρασμένο στη ... γλώσσα, εφόσον μια τέτοια επίδοση αποσκοπεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στην κατοχύρωση των βασικών υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που εισάγεται σε δίκη σε ξένη Χώρα και αγνοεί τη γλώσσα που ομιλείται στη Χώρα αυτή, σκοπός που, εν προκειμένω, ικανοποιήθηκε με την απαγγελία, μέσω διερμηνέα, της ίδιας κατηγορίας στον εν λόγω κατηγορούμενο, στο στάδιο της ανάκρισης". Από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του κρινομένου λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς προκύπτει ότι, το Δικαστήριο, για την απόρριψη της ενστάσεως περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, έλαβε υπόψη του τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και την από 22.9.2004 απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον της Ειδικής Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης, που έγινε με διερμηνέα, την οποία, όμως, επικαλέστηκε ο ίδιος ο αναιρεσείων στην παραπάνω ένστασή του, που υπέβαλε δια του συνηγόρου του, ο οποίος την ανέπτυξε και προφορικά και στην οποία αναφέρεται "...οι ενιστάμενοι κατηγορούμενοι είναι αλλοδαποί, δηλαδή Βούλγαροι υπήκοοι οι οποίοι γνωρίζουν τη Βουλγαρική γλώσσα αλλά όχι και την Ελληνική γλώσσα, γι` αυτό κατά την απολογία τους στον αρμόδιο Ανακριτή Θεσσαλονίκης είχε διορισθεί διερμηνέας, ο οποίος μετέφραζε από την Ελληνική στη Βουλγαρική γλώσσα και το αντίθετο..". Επομένως, το Δικαστήριο μνημονεύοντας στην απόφασή του την παραπάνω από 22.9.2004 απολογία του αναιρεσείοντος ενώπιον της Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης, την οποία αυτός επικαλέστηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της ενστάσεώς του, με ταυτόσημη σκέψη ότι πράγματι αυτός απολογήθηκε με διερμηνέα και έλαβε γνώση της κατηγορίας, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ πλημμέλεια, αφού ο αναιρεσείων γνώριζε καλά την παραπάνω με διερμηνέα απαγγελθείσα εναντίον του κατηγορία, επί της οποίας απολογήθηκε, και είχε την ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικό του δικαίωμα, το οποίο και άσκησε. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του Χ2, κατά το μέρος που πλήττει την ανωτέρω παρεμπίπτουσα απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, από το άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγω παραβιάσεως διατάξεως που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου σε σχέση με τη λήψη υπόψη της ως άνω ανακριτικής του απολογίας που δεν αναγνώσθηκε δημόσια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που πλήττει την ίδια απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος, γιατί είναι ασαφής, αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν διευκρινίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας.
Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν από το Δικαστήριο, μεταξύ των οποίων και τα δύο ξενόγλωσσα τομολόγια IPT ... (με αύξ. αριθ. 3 και 6), διερμηνεύθηκαν στη γλώσσα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, από τη διερμηνέα που ορίσθηκε για το σκοπό αυτό, κατά τρόπο που έγινε αντιληπτό το περιεχόμενό τους σ` αυτόν και το συνήγορό του, οι οποίοι δεν προέβαλαν τότε αιτίαση περί του αντιθέτου και, ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του παραπάνω εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ υπερασπιστικού του δικαιώματος. Προκύπτει, άλλωστε, ότι το με αριθμό ... τιμολόγιο αποτελεί τη βάση της εναντίον του κατηγορίας, όπως απαγγέλθηκε από την Ανακρίτρια και διαλαμβάνεται στο κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε, καθώς και στο διατακτικό της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως και, ως εκ τούτου, γνώριζε την ταυτότητά του και το περιεχόμενό του και είχε την ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικό του δικαίωμα. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α' ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως διατάξεως που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και συνίσταται στην ανάγνωση των ως άνω ξενογλώσσων εγγράφων, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ήταν σε θέση να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 ν. 2408/1996, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση, ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 β', δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων που τηρείται και καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 232 παρ. 2 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, ο Πρόεδρος, επειδή αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος (αναιρεσείων) δεν γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα, αλλά ομιλεί τη Βουλγαρική, διόρισε διερμηνέα της Βουλγαρικής γλώσσας την .... Ο διορισμός της διερμηνέως αυτής έγινε κατά το άρθρο 233 του ΚΠΔ, όπως ρητά ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται, όμως, σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο (12.3.2009) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επομένως, αφού η διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν ήταν υποχρεωμένος να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό από το σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει το λόγο προηγουμένως στους διαδίκους, πράγμα που έπρεπε να κάνει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο στην περίπτωση διορισμού διερμηνέα εκτός πίνακα. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του ιδίου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, άλλως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με το διορισμό διερμηνέα και συγκεκριμένα γιατί δεν διευκρινίζεται αν η διερμηνέας που διορίσθηκε περιλαμβανόταν στο σχετικό πίνακα των διερμηνέων, δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία για το διορισμό της διερμηνέως και δεν υποβλήθηκε σχετική πρόταση του Εισαγγελέα, ούτε δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις μετά του προσθέτου λόγου της δεύτερης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ

1) την από 7.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7776/2009) αίτηση (δήλωση) του Χ1 και 2) την από 9. 10.2009 (με αριθ. πρωτ. 7841/2009) αίτηση (δήλωση) του Χ2 μετά των από 10/16.11.2009 προσθέτων αυτής λόγων, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1515/2009 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία προσδιορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2009.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή