Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1747 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Παραπομπής Δικαστήριο.




Περίληψη:
Δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως επιτρέπεται αν δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, για το λόγο ότι αναφέρεται στην απόφαση το ύψος του οφέλους και της ζημίας σε αλλοδαπό νόμισμα, χωρίς να προσδιορίζεται η ισοτιμία αυτού με το ευρώ, προκειμένου να κριθεί αν πρόκειται για κακούργημα ή πλημμέλημα. Ορθά το δικαστήριο της παραπομπής δεν εξέτασε εξαρχής την υπόθεση αλλά ερεύνησε μόνο την ισοτιμία των νομισμάτων και προσδιόρισε αιτιολογημένα το ύψος του οφέλους και της ζημίας σε ποσό ανώτερο των 15.000 ευρώ. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη αιτιολογίας.




Αριθμός 1.747/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, για αναίρεση της με αριθμό 551/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Απριλίου 2008 και 21 Απριλίου 2008 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 784/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 514 εδάφ. γ' του ΚΠΔ, δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως δεν επιτρέπεται. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ιδίας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης. Αν τέτοια κρίση δεν είχε προηγηθεί, παραδεκτά ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την υπ' αριθ. 551/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό προς τούτο βιβλίο του Εφετείου Αθηνών την 2.4.2008, ο αναιρεσείων άσκησε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του την 9.4.2008 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθ. 31/9.4.2008 αίτηση αναιρέσεως και ακολούθως δια του ίδιου πληρεξούσιου δικηγόρου του άσκησε την 22.4.2008, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθ. 473 παρ. 2 του ΚΠΔ), δεύτερη αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά της ίδιας ως άνω καταδικαστικής σε βάρος της αποφάσεως.
Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτηση επιτρεπτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας και πρέπει οι αιτήσεις αυτές να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος (θετική υπέρβαση) ή αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρόλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησή της (αρνητική υπέρβαση). Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περισταστικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 2847/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο ήδη αναιρεσείων Χ1 καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής ο ανωτέρω άσκησε τις από 23.1.2007 και από 21.3.2007 αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2104/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία σχετικά με τον και αναιρεσείοντα διέλαβε στο σκεπτικό της τα εξής: "Το Πενταμελές Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του σχετικά με τις επί μέρους κατ' εξακολούθηση πράξεις της πλαστογραφίας που αναφέρονται πιο πάνω, τις οποίες καταδικάστηκε ότι τέλεσε ο αναιρεσείων Χ1 από κοινού με τον αναιρεσείοντα Χ3 και τον συγκατηγορούμενό τους κατά την πρωτοβάθμια δίκη Χ2, δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εμπεριέχονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση στην κακουργηματική αυτής μορφή για την τέλεση της οποίας αυτοί καταδικάστηκαν. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει ποιών υπολογισμών το σύνολο της σκοπούμενης βλάβης υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, δεδομένου μάλιστα ότι στο μεν σκεπτικό δεν γίνεται ουδεμία αναφορά περί του τρόπου υπολογισμού του ποσού της σκοπούμενης βλάβης, στο δε διατακτικό της προσβαλλομένης αναφέρονται οι πιο πάνω μνημονευόμενες πλαστές επιταγές με τα αντίστοιχα ποσά για τα οποία αυτές εκδόθηκαν, τα οποία όμως άλλα είναι σε λίρες Αγγλίας και άλλα ποσά σε δολλάρια, χωρίς να προσδιορίζεται η ισοτιμία των νομισμάτων αυτών σε ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ τα σε ευρώ αναγραφόμενα ποσά ανέρχονται συνολικά μόνο σε 7.000. Κατ' αυτόν τον τρόπο δεν δύναται να διακριβωθεί αν τα αναγραφόμενα ποσά στις πλαστές επιταγές, τα οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης αποτελούσαν το όφελος των κατηγορουμένων και την αντίστοιχη ζημία τρίτων, υπερέβαιναν το όριο των 15.000 ευρώ, έτσι ώστε με τη συνδρομή και της γενόμενης δεκτής προϋποθέσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, να κριθεί αν οι κατ' εξακολούθηση πράξεις της πλαστογραφίας για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Χ1 χαρακτηρίζονται ως κακούργημα ή πλημμέλημα. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης του Χ1, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος". Κατόπιν τούτου η προαναφερθείσα καταδικαστική απόφαση αναιρέθηκε κατά το ανωτέρω μέρος ως προς τον Χ1 και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Μετά ταύτα εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία στο πραγματικό μέρος του σκεπτικού της διέλαβε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1981/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, κρίθηκαν ένοχοι οι Χ2 και Χ3 για κατ' εξακολούθηση κακουργηματική πλαστογραφία, μεταξύ άλλων, και τραπεζικών επιταγών και μιας αστυνομικής ταυτότητας (κατ" επάγγελμα και κατά συνήθεια με αντικείμενο άνω των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 €) μετά χρήσεως, ο Χ1 μόνο για την κατ' εξακολούθηση κακουργηματική πλαστογραφία των επιταγών και της αστυνομικής ταυτότητας, ενώ ο Χ4 για άμεση συνεργεία στην εν λόγω πλαστογραφία. Τους επιβλήθηκαν δε ποινές καθείρξεως 9, 9, 7 ετών και φυλακίσεως 3 ετών αντιστοίχως. Κατά της ως άνω αποφάσεως άσκησαν έφεση οι Χ3, Χ4 και Χ1 (και ο ΑΑ, ο οποίος επίσης είχε καταδικασθεί, αλλά δεν είναι πλέον διάδικος και δεν τον αφορά η παρούσα δίκη). Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2847/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία οι εκκαλούντες κρίθηκαν και πάλι ένοχοι για τις ίδιες πράξεις και καταδικάσθηκαν ο Χ3 σε κάθειρξη 7 ετών, ο Χ4 σε φυλάκιση 2 1/5 ετών και ο Χ1 σε κάθειρξη 5 ετών, ενώ ο Χ2 δεν άσκησε έφεση και, ως προς αυτόν, η πρωτόδικη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλαν με αναίρεση οι Χ3 και Χ1. Επί της αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ" αριθ. 2104/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία: α) Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ3, απορρίφθηκαν οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του και ως προς την καταδικαστική της κρίση ως προς τις αποδιδόμενες σ' αυτόν επί μέρους κατ' εξακολούθηση κακουργηματικές πράξεις πλαστο-γραφίας που τέλεσε αυτός από κοινού με τον Χ2, καθώς και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, β) Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Χ1, ο οποίος καταδικάστηκε και για κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε από κοινού με τον αναιρεσείοντα Χ3 και τον κατά την πρωτοβάθμια δίκη συγκατηγορούμενό τους Χ2, η οποία αφορά τραπεζικές επιταγές και ένα δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, έγινε δεκτή η αναίρεση, όχι για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα περιστατικά που θεμελιώνουν τις πράξεις, αλλά για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως της πλαστογραφίας για την οποία καταδικάστηκε και δη γιατί δεν προσδιοριζόταν με βάση ποιους υπολογισμούς το σύνολο της σκοπούμενης βλάβης υπερέβαινε το ποσό των 15.000 €, δεδομένου ότι αναφέρονταν μεν οι πλαστές επιταγές με τα αντίστοιχα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν, τα οποία όμως άλλα ήταν σε λίρες Αγγλίας και άλλα σε δολάρια, χωρίς να προσδιορίζεται η ισοτιμία των νομισμάτων σε ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ τα σε ευρώ αναγραφόμενα ποσά ανέρχονταν συνολικά μόνο σε 7.000 και, έτσι, δεν μπορούσε να διακριβωθεί αν τα αναγραφόμενα ποσά στις πλαστές επιταγές υπερέβαιναν το όριο των 15.000 €, ώστε, με τη συνδρομή της γενομένης δεκτής προϋποθέσεως της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως (ως προς την κρίση επί της οποίας δεν αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση), να κριθεί αν οι κατ' εξακολούθηση πράξεις πλαστογραφίας, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Χ1, χαρακτηρίζονται ως κακούργημα ή πλημμέλημα, γ) Ως προς τον αναιρεσείοντα Χ3, αναιρέθηκε η απόφαση μόνο ως προς την περί ποινής διάταξη, γιατί ο προσδιορισμός του ύψους του οφέλους και της ζημίας που προκύπτει από τις ως άνω πλαστογραφίες επιταγών επιδρά στο ύψος της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί, ασχέτως αν η προαναφερόμενη ελλιπής αιτιολογία δεν ασκεί επιρροή στον κακουργηματικό χαρακτήρα των πλαστογραφιών κατ' εξακολούθηση για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού το περιουσιακό όφελος αυτού, με βλάβη τρίτων, συναθροιζόμενο με τις υπόλοιπες επί μέρους πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, υπερβαίνουν κατά πολύ το όριο των 15.000 €. Και δ) για τον ίδιο λόγο, αναιρέθηκε η απόφαση μόνο ως προς την περί ποινής διάταξη όσον αφορά τους συναυτουργό των ανωτέρω Χ2 και άμεσο συνεργό αυτών Χ4, που δεν άσκησαν αναίρεση, κατ' άρθρο 469 ΚΠΔ.
Συγκεκριμένα, οι πράξεις της πλαστογραφίας για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος Χ1 συνίστανται στο ότι αυτός, 1) από κοινού με τον Χ3, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2002 μέχρι 24.1.2003, κατάρτισε εξαρχής α) πέντε τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίας εκδόσεως 10.12.2002, 17.12.2002, 20.12.2002, 26.12.2002 και 26.12.2002 (από φανερή παραδρομή, ως προς τις δυο τελευταίες, αναγράφεται ως ημερομηνία εκδόσεως η 26.12.2003) και ποσά 1.000, 400, 250, 300 και 250 λίρες Αγγλίας αντιστοίχως, β) δύο τραπεζικές επιταγές με ημερομηνίες εκδόσεως 7.1.2002 και 18.12.2002 και ποσά 2.000 δολάρια στην καθεμιά, γ) δύο τραπεζικές επιταγές με χρόνο εκδόσεως στη μια την 10.2.2003 και ποσό 1.850 δολάρια, ενώ στην άλλη δεν συμπλήρωσε τα στοιχεία αυτά και δ) δεκαπέντε συνολικά τραπεζικές επιταγές, στις τρεις από τις οποίες συμπλήρωσε το ποσό των 3.000, 2.000 και 2.000 ευρώ αντιστοίχους, όπως όλες οι επιταγές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό και 2) από κοινού με τον Χ3 και τον Χ2 νόθευσε την αστυνομική ταυτότητα που, επίσης, περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τις εν λόγω πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, προέβη δε σ' αυτές για να αποκομίσει όφελος το οποίο υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 €) με βλάβη των τρίτων, στους οποίους θα μεταβίβαζε τις επιταγές, χρησιμοποιώντας και τη νοθευμένη ταυτότητα.
Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής, με βάση τα όρια που έχουν τεθεί με την αναιρετική απόφαση, έχει εξουσία να ερευνήσει μόνο την ισοτιμία της λίρας Αγγλίας και του δολαρίου προς το ευρώ κατά τις ως άνω ημερομηνίες που φέρουν οι πλαστές επιταγές ως χρόνο εκδόσεως τους, κατά τους χρόνους, δηλαδή, που φέρονται ότι τελέστηκαν οι μερικότερες πράξεις της ένδικης πλαστογραφίας και, με βάση την ισοτιμία αυτή, να κρίνει αν το συνολικό ποσό των επιταγών υπερβαίνει ή όχι το ποσό των 15.000 € και αν, επομένως, η πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος Χ1, φέρει κακουργηματικό ή πλημμεληματικό χαρακτήρα και, στη δεύτερη περίπτωση, να προβεί σε σχετική μείωση των ποινών που επιβλήθηκαν σ' αυτόν και στους λοιπούς ως άνω συγκατηγορουμένους του Χ3, Χ4 και Χ2. Δεν έχει, όμως, εξουσία να ερευνήσει από την αρχή την υπόθεση, αφού η σχετική κρίση της υπ' αριθ. 2847/2006 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αμετάκλητη, και ο σχετικός ισχυρισμός των κατηγορουμένων Χ1 και Χ3 και το συνυφασμένο με αυτόν αίτημα του πρώτου να κληθεί ο ΒΒ για να καταθέσει ως μάρτυρας επί της ουσίας της υποθέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Δεν έχει, ακόμη, εξουσία να χορηγήσει στους παρόντες κατηγορουμένους ελαφρυντικά που δεν τους είχαν χορηγηθεί με την ως άνω απόφαση, αφού και ως προς το ζήτημα αυτό η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, και το αίτημα τους να τους χορηγηθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' ΠΚ είναι αβάσιμο και απορριπτέο. Σημειώνεται ότι, ως εκ περισσού, εξετάστηκαν οι μάρτυρες κατηγορίας που είχαν κλητευθεί και προσήλθαν και αναγνώστηκαν τα έγγραφα της δικογραφίας, χωρίς από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία να συνάγεται κάτι ως προς το κρίσιμο σημείο της υποθέσεως που ερευνάται.
Περαιτέρω, από τα Δελτία Τιμών Συναλλάγματος και Ξένων Τραπεζογραμματίων έναντι ΕΥΡΩ της Τράπεζας της Ελλάδος του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο 2002 μέχρι Ιανουάριο 2003, που προσκομίστηκαν με μέριμνα της Εισαγγελικής Αρχής και αναγνώστηκαν, αποδεικνύεται ότι: 1) Κατά μήνα Δεκέμβριο 2002 ένα ευρώ ήταν ισότιμο με 0,64800 της λίρας Αγγλίας και 2) ένα ευρώ ήταν ισότιμο κατά μήνα Ιανουάριο 2002 με 0,8642 του δολλαρίου, κατά μήνα Δεκέμβριο 2002 με 1,0376 δολάρια και κατά μήνα Φεβρουάριο 2003 με 1,0748 δολάρια, ως τιμής ισοτιμίας λαμβανομένης της μέσης τιμής. Επομένως, τα αναγραφόμενα στις ένδικες πλαστές επιταγές ποσά σε ξένο νόμισμα αντιστοιχούν: Οι 2.200 λίρες Αγγλίας των πέντε επιταγών που εκδόθηκαν κατά μήνα Δεκέμβριο 2002 (1.000 στις 10.12, 400 στις 17.12, 250 στις 20.12, 300 στις 26.12 και 250 στις 26.12) σε [(1.000:0,64.800 =) 1543,21 Ευρώ + (400:0,64.800 =) 617,28 Ευρώ + (250:0,64.800 =) 385.80 Ευρώ + (300:0,64.800 =) 462,96 Ευρώ + (250:0,64.800 =) 385.80 Ευρώ =] 3.395,05 Ευρώ, τα 2.000 δολάρια της επιταγής που εκδόθηκε στις 7.1.2002 σε (2.000:0,8642 =) 2314,28 Ευρώ, τα 2.000 δολάρια της επιταγής που εκδόθηκε στις 18.12.2002 σε (2.000:1,0376 =) 1.927,53 Ευρώ και τα 1.850 δολάρια της επιταγής που εκδόθηκε στις 10.2.2003 σε (1.850:1,0748 =) 1721,25 Ευρώ. Το συνολικό, λοιπόν, όφελος του κατηγορουμένου Χ1 και η συνολική ζημία που προκύπτει από τις ανωτέρω επιταγές ανέρχεται σε 9.358,11 (3.395,05+2.314,28+1.927,53+1.721,25) Ευρώ, που στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί ποσό 7.000 Ευρώ που αντιστοιχεί στις τρεις επιταγές που, κατά τα ανωτέρω, έχουν εκδοθεί στο νόμισμα αυτό, και, έτσι το συνολικό ποσό όλων των πλαστών επιταγών φθάνει τα 16.358,11 (9.358,11+7.000) Ευρώ. Κατά συνέπειαν, η αποδιδομένη στον ανωτέρω κατηγορούμενο εξακολουθητική πλαστογραφία φέρει κακουργηματικό χαρακτήρα (όφελος αυτού με βλάβη τρίτων άνω των 15.000 €, συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων της τέλεσης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ως προς την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει αμετάκλητη κρίση), για την οποία και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος, όπως κρίθηκε και με την ως άνω 2.847/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Κατόπιν τούτων, το δευτεροβάθμιο ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον ήδη αναιρεσείοντα Χ1 πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη βλάβη τρίτων που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση μετά την αναιρετική υπ' αριθ. 2104/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ορθά δεν ερεύνησε εξ υπαρχής την υπόθεση ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα, αλλά περιορίστηκε μόνο στον προσδιορισμό του ύψους του οφέλους και της αντίστοιχης βλάβης, προκειμένου να κριθεί αν η πράξη για την οποία αυτός είχε καταδικαστεί με την αναιρεθείσα υπ' αριθ. 2847/2006 απόφαση του ίδιου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είχε χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος, δεδομένου ότι μόνο κατά το μέρος αυτό αναιρέθηκε η προαναφερθείσα απόφαση. Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να μην ερευνήσει εξ υπαρχής την υπόθεση αλλά μόνο κατά το ως άνω μέρος, δεν υπερέβη την εξουσία του και γιαυτό ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με αυτά που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους του οφέλους και της ζημίας και την εξεύρεση των ισοτιμιών των ξένων νομισμάτων, τα οποία ήταν λίρες Αγγλίες και δολλάρια ΗΠΑ. Συγκεκριμένα για τις πλαστές επιταγές σε λίρες Αγγλίας που εκδόθηκαν εντός του Δεκεμβρίου του έτους 2002, λήφθηκε υπόψη η μέση τιμή ισοτιμίας του μηνός αυτού, ενώ για τις πλαστές επιταγές που εκδόθηκαν σε δολλάρια ΗΠΑ κατά τους μήνες Ιανουάριο 2002, Δεκέμβριο 2002 και Φεβρουάριο 2003, λήφθηκε υπόψη η μέση τιμή ισοτιμίας των μηνών αυτών, όπως οι ανωτέρω ισοτιμίες με το ευρώ προέκυπταν από τα αναγνωσθέντα δελτία τιμών συναλλάγματος και ξένων τραπεζογραμματίων έναντι ευρώ της Τράπεζας της Ελλάδος για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 9.4.2008 και από 22.4.2008 αιτήσεις του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 551/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή