Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1784 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή του κατηγορουμένου, ο οποίος οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο των παθόντων, προκαλώντας το θάνατό τους. Αν ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί σχετικά δεν δημιουργείται ακυρότητα της διαδικασίας όταν το δικαστήριο αναγνώσει και λάβει υπόψη του είτε την ένορκη εξέταση μάρτυρα στην προδικασία χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, είτε έγγραφο από άλλη ποινική δίκη, ακόμη και αν δεν προκύπτει ότι επί της δίκης αυτής εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση. Η κακή σύνθεση του δικαστηρίου πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1784/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, περί αναιρέσεως της 60/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 366/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτός πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 60/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Στις 8-4-2001 και περί ώρα 06.25', η ΑΑ, θυγατέρα των Ψ1 και Ψ2 που παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες, οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN τύπου GOLF, στην Ε.Ο. ...-..., με κατεύθυνση την ... . Στο αυτοκίνητο επέβαινε στη θέση του συνοδηγού ο σύζυγός της ΒΒ. Επέστρεφαν από νυκτερινή διασκέδαση και προορισμός τους ήταν το χωριό ..., όπου κατοικούσαν. Το ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος Χ, ανθυπαστυνόμος που υπηρετούσε στο Α.Τ. ..., και κατά τις νυκτερινές ώρες εκτελούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας, οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN τύπου PASSAT, στην ανωτέρω Ε.Ο., προερχόμενος από το μπαρ ... στην ..., στο οποίο, αφού είχε φύγει πριν από τη λήξη της βάρδιας του από το αστυνομικό τμήμα, σταμάτησε και ήπιε ένα ουίσκι. Ο κατηγορούμενος είχε καταναλώσει και άλλα ποτά σε άλλο όμοιο κατάστημα, τούτο δε συνάγεται από την ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης που διαπιστώθηκε στο αίμα του ύστερα από εξέταση, ανερχόμενη σε ποσοστό 0,80 γραμμ/λίτρο αίματος, που δεν δικαιολογείται από την κατανάλωση ενός ποτού και από το ότι οπωσδήποτε η αναλογία αυτή μειώθηκε λόγω της μη άμεσης λήψης αίματος μετά από το ατύχημα και τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, αλλά την 09.15'ώρα, ήτοι τρεις περίπου ώρες μετά το ατύχημα. Ο κατηγορούμενος κινούνταν με το αυτοκίνητο του με κατεύθυνση προς ... . Τα δύο οχήματα κινούμενα αντίρροπα, συγκρούστηκαν στο 6,7 χιλιομετρικό σημείο της άνω Ε.Ο. Στο σημείο τούτο η οδός έχει πλάτος ασφάλτινου οδοστρώματος οκτώ μέτρα. Επίσης, δεξιά του κινούμενου προς ... υπάρχει έρεισμα με επικάλυψη ασφάλτου πλάτους 0,90 μέτρων και δεξιά του κινούμενου προς ... έρεισμα με επικάλυψη ασφάλτου πλάτους 1,10 μέτρων. Επίσης υπάρχει χωμάτινο πλάτωμα από κάθε πλευρά αυτής μετά το ασφάλτινο έρεισμα. Είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας η οποία είναι συνεχόμενη για τον κινούμενο προς ... απαγορευτική της εισόδου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και διακεκομμένη για τον κινούμενο προς ... . Το όριο ταχύτητας των οχημάτων περιορίζεται με πινακίδα Ρ 32 σε 70 χ/ω. Η οδός στο σημείο αυτό δεν είναι ευθεία, αλλά έχει μικρή καμπύλη, αριστερή κατά την πορεία του κινούμενου προς .... . Ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο του με ταχύτητα 120 χιλιομέτρων την ώρα, όχι μόνο υπερβαίνουσα το θεσπισμένο όριο ταχύτητας αλλά και ανεπίτρεπτη λόγω της περιορισμένης ορατότητας αφού ήταν ακόμη νύκτα, κινούνταν με τη χρήση των φώτων του αυτοκινήτου και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, επηρεασμένος από την κούραση της νυκτερινής υπηρεσίας και με μειωμένη αντίληψη του κινδύνου, του ελέγχου του αυτοκινήτου και της δυνατότητας αντίδρασης λόγω του οινοπνεύματος, δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματος του. Έτσι, συντελούσης και της ταχύτητας του αυτοκινήτου του, εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας το προορισμένο για την κίνηση των αυτοκινήτων προς ... . Αντιληφθείς δε την κίνηση του άλλου αυτοκινήτου επιχείρησε να εκτελέσει ελιγμό αποφυγής αριστερά. Το τελευταίο, περί του επιχειρηθέντος συγκεκριμένου ελιγμού, καταθέτει η σύζυγός του, επικαλούμενη ως πηγή της πληροφόρησης της τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Το ότι η σύγκρουση έγινε εντός του αντίθετου σε σχέση με την πορεία του κατηγορούμενου ρεύματος κυκλοφορίας προκύπτει σαφώς από το ασφαλές στοιχείο της έναρξης χαραγής που προκλήθηκε από το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στο ασφάλτινο οδόστρωμα σχεδόν αμέσως μετά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Η χαραγή αυτή προκλήθηκε γιατί από τη σφοδρή σύγκρουση εξαρτήματα του καταστραφέντος εμπρόσθιου δεξιού μέρους του αυτοκινήτου αυτού ήρθαν σε επαφή με το οδόστρωμα. Λόγω δε της εκτροπής του αυτοκινήτου τούτου μετά τη σύγκρουση προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συνεπεία και του ενεργηθέντος από την οδηγό του αποφευκτικού ελιγμού προς τ'αριστερά, ενόψει και της κινήσεως του κατηγορουμένου, η χαραγή εξακολούθησε κατά την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΑΑ στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στη συνέχεια στο χωμάτινο πλάτωμα μέχρι την πτώση του σε χαντάκι δίπλα στην οδό. Το ότι τα λοιπά ευρήματα όπως θραύσματα προερχόμενα από τη σύγκρουση, εξαρτήματα των οχημάτων που αποσπάστηκαν λόγω αυτής, νερά και λάδια προερχόμενα από τα συστήματα των οχημάτων, εντοπίζονται στο ρεύμα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και γίνεται σχετική σημείωση στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας ... που επιλήφθηκε της διακρίβωσης των συνθηκών του ατυχήματος, δεν αναιρεί την κρίση αυτή, δεδομένης της μικρής αποστάσεως του σημείου συγκρούσεως από τη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και της άμεσης εισόδου του στο ρεύμα κυκλοφορίας που βρέθηκαν τα στοιχεία αυτά μετά την επέλευση της σύγκρουσης, λαμβανομένης υπόψη και της φυγόκεντρης δύναμης προερχόμενης από την κίνηση του αυτοκινήτου με κατεύθυνση πλέον προς το ρεύμα αυτό. Αντίθετα, δεν διαπιστώνεται αμελής κυκλοφοριακή συμπεριφορά της ΑΑ, η οποία να συντέλεσε στην επέλευση του προπεριγραφέντος ατυχήματος. Η ανωτέρω ενόψει της με μεγάλη ταχύτητα εισόδου του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου στο ρεύμα κυκλοφορίας της, και της κατεύθυνσης αυτού προς τα δεξιά της, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, προτιθέμενη να αποφύγει τουλάχιστον τη μετωπική σύγκρουση των οχημάτων. Τούτο συνάγεται και από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω σχετικά με την πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο της μετά τη σύγκρουση. Εξάλλου, ναι μεν και η ανωτέρω οδηγός τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού διαπιστώθηκε στο αίμα της σημαντική ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης σε ποσοστό 2,0 γραμ/λίτρο αίματος, αλλά αυτοτελώς η συγκεκριμένη παράβαση της επιταγής του άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν μπορεί να θεμελιώσει υπαιτιότητα αυτής στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού το ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συγκεκριμένη παράβαση, καθόσον η οδική κίνηση της στην οδό ήταν η επιβαλλόμενη και εντός του ρεύματος πορείας της, ο δε αποφευκτικός ελιγμός ήταν σωστός και έγκαιρος, ανεξάρτητα από το ότι δεν απετράπη η σύγκρουση. Τούτο, δηλαδή η μη αποφυγή της σύγκρουσης των οχημάτων, οφείλεται στο ότι λόγω της μικρής αποστάσεως που χώριζε αυτά κατά το χρόνο που έγινε η είσοδος του κατηγορούμενου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και της με την ανωτέρω ταχύτητα αντίρροπης κίνησης τους, σε ασήμαντο χρόνο έγινε η σύγκλιση τους προς το σημείο συγκρούσεως. Οπωσδήποτε η ανωτέρω οδηγός δεν κινούνταν στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, αλλά περί το μέσον του ρεύματος πορείας της, όμως το γεγονός τούτο δεν μπορεί να στηρίξει υπαιτιότητα της στην επέλευση του ατυχήματος. Εξαιτίας του αριστερού αποφευκτικού ελιγμού που πραγματοποίησε, η σύγκρουση έγινε στο προσδιοριζόμενο ανωτέρω σημείο που απέχει από τη διαχωριστική γραμμή περίπου 0,80 μέτρα. Επίσης, το αυτοκίνητο της ανωτέρω οδηγού κινούνταν με ταχύτητα περίπου 80 χ/ω, η οποία όμως δεν συντέλεσε στην πρόκληση της σύγκρουσης, αφού κινούνταν εντός του ρεύματος πορείας της με σταθερή πορεία και δεν θα αποφεύγονταν το ατύχημα και αν ακόμη την περιόριζε στο προαναφερόμενο νόμιμο όριο, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν για την κίνηση του κατηγορουμένου. Η ταχύτητα των οχημάτων εκτιμάται με βάση τις σοβαρές υλικές ζημίες που αυτά υπέστησαν από τη σύγκρουση, όπως αυτές εκτίθενται κατωτέρω. Ο μάρτυρας ΓΓ, μηχανολόγος, εκτιμά την ταχύτητα των οχημάτων, με βάση τα στοιχεία αυτά σε 100 χ/ω. Κρίνεται όμως ότι τα δύο οχήματα δεν είχαν την ίδια ταχύτητα, ενόψει των διαφορετικών υλικών ζημιών που καθένα υπέστη, λαμβανομένου βέβαια υπόψη, και του διαφορετικού βάρους καθενός, αλλά και της πορείας που διάγραψε καθένα εξ αυτών μετά τη σύγκρουση. Ειδικότερα, το ... αυτοκίνητο του κατηγορουμένου έπαθε υλικές βλάβες στη μετώπη, μάσκα, εμπρόσθιο προφυλακτήρα, φώτα, καπό, εμπρόσθια φτερά, παρμπρίζ, ουρανό, μηχανή, εμπρόσθιες πόρτες, ταμπλό, ενώ το ... αυτοκίνητο έπαθε υλικές βλάβες στη μετώπη, μάσκα, εμπρόσθιο προφυλακτήρα, φώτα, καπό, φτερά, παρμπρίζ, ουρανό, μηχανή, εμπρόσθιες πόρτες, πίσω δεξιά πόρτα, εμπρόσθιο δεξιό τροχό και ταμπλό, όμως οι υλικές ζημίες του δεύτερου αυτοκινήτου εκτείνονταν σε μεγαλύτερο τμήμα και ήταν περισσότερο έντονες, όπως προκύπτει ιδία από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που αποτελούν περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης του ΓΓ, και τις φωτογραφίες που υπήρχαν στα έγγραφα που αναγνώστηκαν, αλλά και από τα αναφερόμενα στην από 24.4.2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΔΔ ο οποίος αναφέρει παραμόρφωση του μπροστινού μέρους των δύο αυτοκινήτων από τη σύγκρουση και για μεν το πρώτο και του δεξιά κάτω μέρους, για δε το δεύτερο στο δεξιό μέρος και μέχρι την πόρτα του συνοδηγού και επίσης διαπιστώνει στο πρώτο μετατόπιση του κινητήρα προς την καμπίνα των επιβατών, ενώ στο δεύτερο μετατόπιση, όχι μόνο του κινητήρα, αλλά και όλων των μηχανικών μερών του μπροστινού τμήματος αυτού προς την καμπίνα των επιβατών. Εξάλλου, ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου μετά τη σύγκρουση παρέμεινε στο οδόστρωμα, το άλλο αυτοκίνητο διέγραψε την πορεία που προεκτέθηκε και σταμάτησε σε αποστραγγιστικό αύλακα μετά το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και μάλιστα σε σχέση με το σημείο συγκρούσεως προς τα ... και όχι κατά την αρχική του κατεύθυνση. Εάν δε δεν υπήρχε ο αύλακας αυτός που διέκοψε την πορεία του άνω αυτοκινήτου είναι φανερό ότι τούτο θα συνέχιζε την εκτροπή του σε μεγαλύτερη απόσταση. Τούτο δείχνει ότι η δύναμη που άσκησε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν μεγαλύτερη εκείνης του άλλου οχήματος οφειλόμενη, όχι μόνο στον όγκο του και το βάρος αυτού, αλλά και στην μεγαλύτερη ορμή του συνεπεία της μεγαλύτερης ταχύτητας του. Τα ανωτέρω περί του σημείου συγκρούσεως δεν αναιρούνται επίσης από την αναφορά του Τμήματος Τροχαίας ... στο βιβλίο συμβάντων, στην οποία εσφαλμένα αναφέρονται αντίθετα οι ανωτέρω κατευθύνσεις των δύο οχημάτων που ενεπλάκησαν στο ατύχημα, δεδομένου ότι τούτο έγινε αρχικά χωρίς επιμελή εξέταση και μελέτη των στοιχείων του ατυχήματος, όπως συνέβη κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτοψίας και του σχεδιαγράμματος, τούτο δε προκύπτει και από το ότι στο ίδιο έγγραφο εκτίθεται ως παρατήρηση ότι "οι κατευθύνσεις των οχημάτων θεωρήθηκαν πιθανές και ερευνώνται", παρεκτός του ότι η εσφαλμένη αυτή αναγραφή είναι πιθανό να οφείλεται και σε παραδρομή δεδομένου ότι στη σημαντική αναφορά που συντάχθηκε την 09.00 ώρα της ημέρας αυτής αναφέρεται η κίνηση του κατηγορουμένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Κατά την προπεριγραφείσα σύγκρουση των δύο οχημάτων και λόγω της σφοδρότητας αυτής, τραυματίστηκαν η οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ΑΑ και ο σύζυγος της ΒΒ οι οποίοι έπαθαν βαρείες σωματικές κακώσεις η πρώτη κεφαλής, κοιλίας και κάτω άκρων και ο δεύτερος κεφαλής θώρακος και κοιλίας, όπως ειδικότερα αυτές περιγράφονται στις από 4.5.2001 ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας-νεκροτομής του Ιατροδικαστή ΕΕ, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος τους. Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος που οδηγούσε το αυτοκίνητο του με την εκτεθείσα αμελή κυκλοφοριακή συμπεριφορά, από αποκλειστική αμέλεια του επέφερε το θάνατο των δύο ανωτέρω θανόντων, δεδομένου ότι εάν επιδείκνυε την επιμέλεια που όφειλε και ηδύνατο να επιδείξει, ως οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δεν θα προκαλούσε τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και δεν θα επέρχονταν το ανωτέρω αποτέλεσμα. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια αυτών που του αποδίδεται". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠολΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει σ'αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 302 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου των δύο επιβαινόντων στο άλλο αυτοκίνητο με το οποίο συγκρούστηκε. Επίσης αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η έλλειψη αμέλειας της παθούσης οδηγού και η έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπ' αυτής οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του επελθόντος αποτελέσματος. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που περιέχονται στους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, είναι αβάσιμες, ενώ οι λοιπές που περιέχονται στους ίδιους λόγους αναιρέσεως είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδαφ. 1 του ΚΠΔ, κατά την οποία "στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται επίσης αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση χωρίς αυτή να αναγνωσθεί ή αν παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου στην ανάγνωση, το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιωθεί η αδυναμία εμφανίσεως του μάρτυρα, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες το οποίο απορρέει από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. δ' της ΕΣΔΑ (Ν.Δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997) και δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτ. δ' του ΚΠΔ. Δεν δημιουργείται όμως καμμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα στην προδικασία, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί σχετικά. Επίσης δεν δημιουργείται ακυρότητα από την ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφου από άλλη ποινική δίκη, ακόμη και αν δεν προκύπτει ότι στη δίκη αυτή εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν εναντιωθεί για την ανάγνωση αυτή.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης αναγνώσθηκαν: 1) η από 18-5-2001 ένορκη κατάθεση στην προδικασία του μάρτυρα ΣΤ και 2) οι από 8-8-2005 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ΖΖ και ΗΗ, οι οποίες δόθηκαν σε άλλη ποινική δίκη, χωρίς ο κατηγορούμενος να εναντιωθεί στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών. Επομένως δεν προκλήθηκε ακυρότητα της διαδικασίας και έτσι ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος κατά το δεύτερο μέρος του. Επίσης ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης στους δικαστές του Δικαστηρίου (άρθρ. 171 παρ. 1 περίπτ. α' του ΚΠΔ), αφού από τα πρακτικά της δίκης που παραδεκτώς επισκοπούνται, δεν προκύπτει κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, το οποίο συγκροτήθηκε από τον Προεδρεύοντα Εφέτη Θωμά Γκατζογιάννη, λόγω κωλύματος των Προέδρων Εφετών και από τους Εφέτες Ιλεάνα Πάσχου και Μαρία Κρεμμύδα, δεδομένου ότι στο Εφετείο Ιωαννίνων δεν γίνονται πληρώσεις συνθέσεων, λόγω του αριθμού των υπηρετούντων δικαστών. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-2-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 60/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή