Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 400 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη απόφαση που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη. Απορρίπτει.




ΑΡΙΘΜΟΣ 400/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βουρνά, περί αναιρέσεως της 3109/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1015/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του Κ.Π.Δ., όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας, για τον οποίο απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποινική Ολομέλεια Α.Π. 6&7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι μπορούν να προβάλλονται με την έφεση, είναι και το ότι η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή", σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται, εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, για τον οποίο ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της. Στην έννοια όμως της ανωτέρης βίας, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση της εκκαλουμένης απόφασης από μέρους του εκκαλούντος, γιατί στην περίπτωση αυτήν ο εκκαλών μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3109/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπό αριθμό 978/30-1-2008 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 35428/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του, με την οποία ο αναιρεσείων είχε καταδικαστεί για παράνομη κατοχή όπλου. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος επικαλέστηκε και προέβαλε, ότι διέμενε στο ...... και στην οδό ...... αριθ. ... και όχι στη διεύθυνση, όπου του επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, " έλαβε γνώσιν της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προ τριών ημερών δηλαδή στις 28-1-2008". Ως αιτιολογία, για την απόρριψη της παραπάνω έφεσης, το Τριμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: Ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε με την 35428/2004 ερήμην αυτού εκδοθείσα απόφαση σε φυλάκιση οκτώ μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως και χρηματική ποινή 600 ευρώ για παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου. Είχε δε προηγηθεί η αποστολή από το Αστυνομικό Τμήμα ...... προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών του από 7-10-1999 εγγράφου με το οποίο, η άνω Αστυνομική Αρχή γνωστοποιούσε στην εν λόγω Εισαγγελική Αρχή ότι είχε λήξει, από 11-10-1998 η άδεια οπλοφορίας που είχε χορηγήσει στον κατηγορούμενο, κάτοικο ...... (οδός ...... αρ. ...), η Γενική Αστυνομική Δ/νση Αττικής, ότι ο τελευταίος, χωρίς να έχει παραδώσει το πιστόλι και την άδεια οπλοφορίας, είναι πλέον άγνωστης διαμονής, αφού μετώκησε από την οδό ...... αρ. ..., σε άγνωστη διεύθυνση. Ο κατηγορούμενος στην ένδικη έφεσή του, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αυτής, εκθέτει ότι από το έτος 1996 έχει γνωστή διαμονή, το ...... (οδός ...... αρ. ...), τη δε διεύθυνση αυτή αναγράφει έκτοτε τόσο στις υποβαλλόμενες κάθε χρόνο στη Δ.Ο.Υ. ...... Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος, όσο και στις υποβαλλόμενες από το έτος 1997 στον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δηλώσεις Περιουσιακής Κατάστασης (πόθεν έσχες). Από το σύνολο των τεθέντων εξάλλου υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων (έγγραφα που αναγράφονται επακριβώς στα πρακτικά, μαρτυρικές καταθέσεις, απολογία του κατηγορουμένου, όπως αναφέρονται επίσης στα πρακτικά του Δικαστηρίου), αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος πράγματι από το έτος 1996 είχε μετοικήσει από την ...... (οδός ...... αρ. ...), στο ...... (οδός ...... αρ. ...), ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι τη νέα αυτή διεύθυνση κατοικίας του γνώριζε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ήτοι η Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Αυτό άλλωστε ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στην έφεσή του, αλλ' ούτε και υπεστήριξε, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως, αποδείχθηκε ότι, ανεξαρτήτως του αν η νέα διεύθυνσης κατοικίας του ήταν γνωστή στη Δ.Ο.Υ. που υπέβαλλε τις φορολογικές του δηλώσεις, στην Αστυνομική Αρχή της νέας κατοικίας του, ακόμη και στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, εφόσον ήταν άγνωστη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, θεωρείται άγνωστη, κατά την προαναφερόμενη έννοια του όρου διαμονής. Τέλος, εάν υποτεθεί ότι η αναφορά στην έφεσή του ότι, "της προσβαλλομένης απόφασης έλαβε γνώση προ τριών ημερών διότι λόγω μη νόμιμης κλήτευσης δεν έλαβε γνώση της δικασίμου και δεν εμφανίσθηκε κατά την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας", συνιστά επίκληση μη γνώσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου της εκκρεμούσας σε βάρος του ποινικής διαδικασίας, κάτι που όπως κρίθηκε με την 243/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών νόμος), συνιστά επίκληση ανωτέρας βίας, ουδόλως αποδείχθηκε από το σύνολο των άνω τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων, απολογίας). Δεν αποδείχθηκε δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι εκκρεμούσε σε βάρος του η σχετική ποινική διαδικασία. Αντιθέτως, γνώριζε ότι η προηγούμενη εκδοθείσα στις 11-10-1995 άδεια κατοχής πυροβόλου όπλου και οπλοφορίας (στην οποία φέρεται ως κάτοικος ......, οδός ...... αρ. ...) είχε λήξει στις 11-10-1998 και ότι μία από τις προϋποθέσεις ισχύος της ήταν και η δήλωση στις Αστυνομικές Αρχές της νέας διεύθυνσης κατοικίας του, εντός 15 ημερών από την αλλαγή της (βλ. άνω άδεια συνημμένη στο από 7-10-1999 ήδη προαναφερόμενο έγγραφο του Α.Τ. ......, που αποτελούν περιεχόμενο του φακέλου της δικογραφίας). Συνακόλουθα, η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σ' αυτόν, ως άγνωστης διαμονής, στις 18-4-2006, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών (ήτοι στην οδό ...... αρ. ..., όπως αναφέρεται στο προαναφερόμενο έγγραφο του ΑΤ ......, που απετέλεσε και το έναυσμα για την άσκηση της ποινικής δίωξης - βλ. από 18-4-2006 αποδεικτικό επίδοσης του ειδικού φρουρού ......), ήταν νομότυπη και έγκυρη. Εφόσον δε έκτοτε, μέχρι την άσκηση της έφεσης, στις 30-1-2008, παρήλθε χρονικό διάστημα πολύ μεταγαλύτερο των τριάντα ημερών (άρθρο 473 ΚΠΔ), η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της και να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
Και με τις σκέψεις αυτές απέρριψε πράγματι την έφεση ως απαράδεκτη. Η παραπάνω αιτιολογία είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως την απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και ο χρόνος της επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, που είχε προσβληθεί με την έφεση και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτή και ο χρόνος άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης. Περαιτέρω, δε, σε σχέση με την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, ως εκκαλούντα, αμφισβήτηση της κατοικίας του, στην οποία αναζητήθηκε, ως τελευταία γνωστής διαμονής, καθώς και της ιδιότητάς του, ως άγνωστης διαμονής, το Τριμελές Εφετείο αντιμετώπισε τους ισχυρισμούς του αυτούς, με αιτιολογία, επίσης ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκθέτει στην απόφασή του, ότι ο αναιρεσείων "από το έτος 1996 είχε μετοικήσει από την ...... (οδός ...... αρ. ...), στο ...... (οδός ...... αρ. ...), ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι τη νέα αυτή διεύθυνση της κατοικίας του γνώριζε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ήτοι η αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Αυτό άλλωστε ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στην έφεσή του, αλλ' ούτε και υποστήριξε απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου". Εξάλλου, ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ήταν άκυρο, διότι αναφέρεται ότι παραδόθηκε η απόφαση αυτή στον Δήμαρχο ...... ενώ προκύπτει ότι την παρέλαβε άλλο πρόσωπο χωρίς να προκύπτουν τα στοιχεία ταυτότητάς του και η ιδιότητά του και επί πλέον χωρίς να προκύπτει ότι τούτο είχε ορισθεί από τον Δήμαρχο για την παραλαβή της, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν είχε προβληθεί με την έφεση ... .
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη (αρνητικά) την εξουσία του με το να κρίνει νομότυπη τη γενόμενη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 178/23-5-2008 αίτηση του Χ, κατοίκου ...... (......), για αναίρεση της 3109/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή