Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2104 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Πότε αιτιολογία από απόρριψη εφέσεως ως εκπρόθεσμης. Τι απαιτείται να αναφέρει η απορριπτική απόφαση. Πότε ο κατηγορούμενος είναι "αγνώστου διαμονής". Εάν υπάρχει λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, η αιτιολογία εκτείνεται και στον λόγο αυτό. Οι λόγοι πρέπει να προβάλλονται με την έφεση ορισμένως, άλλως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει. Απορρίπτεται αίτηση.




Αριθμός 2104/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δικαίο, για αναίρεση της με αριθμό 17195/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 715/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 ιδίου Κώδικος, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου η απόφαση με την οποία το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω, εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν ο χρόνος της νομίμου επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου), ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητος του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθη η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή" με συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Επίσης πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρεκωλύθη στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγον ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως αγνώστου διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 Κ.Π.Δ. εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή ή το Δημόσιο, και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως αγνώστου διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ' προσώπων προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή, και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 17195/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (δικάσαντος εις δεύτερο βαθμό), απερρίφθη ως απαράδεκτος λόγω του εκπροθέσμου της η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 56030/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ούτος κατεδικάσθη εις συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, μετατραπείσα προς χιλίας πεντακοσίας (1.500) δραχμάς ημερησίως και συνολική χρηματική ποινή επτακοσίων χιλιάδων (700.000) δραχμών, για παράβαση άρθρου 1 παρ. 1-2 Α.Ν. 86/1967 για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο αναιρεσείων (τότε εκκαλών) εζήτησε: "Να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απαλλαγεί από την κατηγορία ... επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τον κήρυξε ένοχο πράξεως την οποία δεν εκτέλεσε. Επίσης διότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης να εμφανισθεί στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση του Δικαστηρίου όσο και της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθ' ότι μέχρι το έτος 1999 κατοικούσε εις την οδό ..., έκτοτε δε μετώκησε εις την οδόν ..., τούτο δε ήτο γνωστό εις τις αρχές". Προς υποστήριξη των ισχυρισμών του αυτών εζήτησε και κατέθεσεν ως μάρτυς στο ακροατήριο ο .... Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εκδοθείσα παρόντος δια πληρεξουσίου του τότε εκκαλούντος, ως αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο εδέχθη τα εξής: "Από την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από τον εκκαλούντα μάρτυρα που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 17 Απριλίου 2000 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., που αναγνώστηκε δημόσια στο ακροατήριο, η εκκαλουμένη με αριθμό ... ερήμην του εκκαλούντος εκδοθείσα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδόθηκε σ' αυτόν ως άγνωστης διαμονής την 17 Απριλίου 2000, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε χωρίς αποτέλεσμα στην τελευταία γνωστή στην επιδούσα εισαγγελική αρχή διεύθυνση της κατοικίας του, κατά τα αναφερόμενα στην με αρ. πρωτ. 3086/17.10.96 μηνυτήρια αναφορά του ΙΚΑ, στην οδό .... Όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. ... έκθεση εφέσεως, η ένδικη έφεση του εκκαλούντος ασκήθηκε την 13.3.2008, ήτοι μετά την παρέλευση της νόμιμης κατ'άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ προθεσμίας άσκησής της και μάλιστα μετά την πάροδο οκτώ περίπου ετών από την επίδοση της εκκαλουμένης. Ο εκκαλών ισχυρίζεται με την ως άνω έφεσή του ότι μέχρι το έτος 1999 κατοικούσε στην οδό ..., έκτοτε δε μετοίκησε στην οδό ... και τούτο το γνώριζαν οι αρχές και ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης απόφασης. Τους ισχυρισμούς δε αυτούς επανέλαβε στο ακροατήριο ο συνήγορος υπεράσπισης του εκκαλούντος. Επικαλείται δηλαδή ο εκκαλών ακυρότητα της ως άνω επίδοσης σ' αυτόν της εκκαλουμένης ως αγνώστου διαμονής ισχυριζόμενος ότι είχε γνωστή διαμονή, αυτήν επί της οδού .... Όμως από κανένα στοιχείο αποδεικτικό δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών είχε γνωστή στην ως άνω επιδούσα αρχή διαμονή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι γνωστοποίησε την ως άνω αλλαγή της κατοικίας του στην ως άνω εισαγγελική αρχή για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Εξ άλλου ο εκκαλών, ούτε στην ως άνω έκθεση εφέσεώς του, ούτε ο συνήγορος υπεράσπισής του στο ακροατήριο, ισχυρίσθηκαν ότι γνωστοποίησαν στην Εισαγγελική αρχή για τη συγκεκριμένη υπόθεση την ως άνω διεύθυνση, γεγονός δε ότι ο εκκαλών στην με αρ. πρωτ. 125907 κλήση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών αναφέρεται ως κάτοικος..., δεν αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών κατά τον ως άνω χρόνο, επίδοσης της εκκαλουμένης (17 Απριλίου 2000) είχε γνωστή διαμονή και μάλιστα επί της οδού ..., καθόσον με την ως άνω κλήση ο εκκαλών καλείται στο ακροατήριο του Α' Αυτοφ. Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για άλλη υπόθεση, προς υποστήριξη έφεσής του κατά της με αριθμό 51860/97 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καθώς επίσης αφορά μεταγενέστερο χρόνο ήτοι την 6.11.2002. Ενόψει των ανωτέρω, ορθά επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής και εφόσον η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ)". Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Εφετείο, για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (17.4.2000), τον χρόνον ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως (13.3.2008) και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, του Αρχιφύλακος ...., το οποίον ανεγνώσθη, υπ' αύξ. αριθμ. 2 των αναγνωσθέντων εγγράφων, και στο οποίο παραπέμπει η προσβαλλομένη απόφαση, ως εκ περισσού δε αναφέρει εν εκτάσει την σκέψη ότι ο αναιρεσείων δεν γνωστοποίησε την αλλαγή διευθύνσεως στην εισαγγελική αρχή αρμοδία για την συγκεκριμένη υπόθεση αφού άλλα στοιχεία, πλην των αμέσως ανωτέρω, δεν απητούντο. Και τούτο διότι ο αναιρεσείων στην έκθεση εφέσεως ουδόλως αναφέρει εις ποίαν αρχήν ήτο γνωστή η διεύθυνση κατοικίας του και δη εάν εις την Εισαγγελικήν αρχήν την παραγγείλασα την επίδοση και με ποίον τρόπον (ήτο γνωστή). Η αναφορά αορίστως στην έφεση ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση για να εμφανισθεί στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και ....η εις ήν μετώκησε διεύθυνση ήτο "γνωστή εις τις αρχές", δεν δημιουργεί υποχρέωση στο (δευτεροβάθμιο) δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν ο εκκαλών διέμενεν ή όχι στη γνωστή στην Εισαγγελία ως άνω διεύθυνση ... ως τελευταία γνωστή κατοικία του, (εις την οποίαν, ειρήσθω, νομίμως ανεζητήθη, χωρίς αποτέλεσμα) ως εκ περισσού δε εξητάσθη σχετικώς και μάρτυς στο ακροατήριο.
Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως με μόνο λόγο την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, καθ' όλα αυτού τα σκέλη και δη εκ του ότι ιδία δεν αναφέρει α) αν η διεύθυνση όπου ανεζητήθη από το αστυνομικό όργανο που ενήργησε την επίδοση της εκκαλουμένης υπήρξε κατοικία του αναιρεσείοντος ή αν αυτή ήτο η τελευταία γνωστή κατοικία του β) αν η διεύθυνση της κατοικίας του ήταν γνωστή η όχι και στην εισαγγελική αρχή (γενικά), "αφού", κατά λέξη, "το άγνωστο της διαμονής του κατηγορουμένου κρίνεται από το αν η διαμονή του είναι άγνωστη γενικά και όχι προσωπικά στον Εισαγγελέα που παραγγέλλει την επίδοση", είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21/4/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 17195/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή