Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1999 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1999/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. ... και 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αντώνιο Παπακωνσταντίνου και Κυριάκο Δοντά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1230/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Απριλίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 559/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 197/21.5.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 3-4-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) ... και β) ..., κατά της υπ'αριθμ. 1230/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 507 § 1, 473 §§1 και 3 και 474 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, διά δηλώσεως στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, παρόντος του δικαιούχου, χωρίς όμως να αρχίζη η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογεγραμμένων αποφάσεων, που τηρείται από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 340 § 2 Κ.Π.Δ., στην περίπτωση εκπροσωπήσεως του κατηγορουμένου από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 § 2 εδ. γ' Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι'αυτόν. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά του εκκαλούντος, ο οποίος εξεπροσωπήθη πλήρως από τον διορισθέντα συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος, η δε προθεσμία προς άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ'αυτής αρχίζει από της ως άνω καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται ως παρών (βλ. ΑΠ 1711/2005, εις ΠΧ/ΝΕ'/1084). Περαιτέρω, η προαναφερθείσα χρονική διάρκεια της προθεσμίας ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μεταβάλλεται σε τριακονθήμερη εκ της ενδεχομένης διαμονής του δικαιούχου της ασκήσεώς της στην αλλοδαπή, γιατί αυτός θεωρείται πραγματικώς, ότι ήταν παρών κατά την δημοσίευση της πληττομένης αποφάσεως, υποκείμενος έτσι στην μνημονευθείσα δεκαήμερη προθεσμία (βλ. ΑΠ 1044/2001, εις ΠΧ/ΝΒ/348). Τέλος, κατά το άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ., η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων εις τα έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας, η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση εδημοσιεύθη την 11-2-2009, με τους εκκαλούντες κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες εκπροσωπουμένους από τον συνήγορό των και θεωρουμένους, κατά τα προαναφερόμενα, παρόντες. Κατεχωρήθη δε αυτή καθαρογεγραμμένη στο ανωτέρω ειδικό βιβλίο την 5-3-2009 (βλ. την σχετική βεβαίωση επί της τελευταίας σελίδος της). Όμως, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν, διά δηλώσεως στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, την 3-4-2009 (βλ. εκθέσεις αναιρέσεως). Δηλαδή ησκήθησαν μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαημέρου προθεσμίας, οι δε αναιρεσείοντες ουδέν περιστατικό ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή των, επεκαλέσθησαν, ενώ η επικαλουμένη κατοικία των αναιρεσειόντων στην ... δεν επιφέρει, κατά τα προεκτεθέντα, μεταβολή της ανωτέρω δεκαημέρου ανατρεπτικής προθεσμίας εις τριακονθήμερη. Επομένως, πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, εκπροθέσμως ασκηθείσες, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως και προς το άρθρο 513 § 1 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθούν οι από 3-4-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) ... και β) ..., κατά της υπ'αριθμ. 1230/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 5 Μαΐου 2009Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τους πληρεξούσιους των αναιρεσειόντων,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στο άρθρο 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ ορίζονται τα εξής: παρ. 1 "Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης..." παρ. 3 "Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου...". Από τις παρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 507 παρ. 1 και 474 του ΚΠΔ συνάγεται ότι η προθεσμία διά την άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως υπό του κατηγορουμένου κατά τελεσιδίκου καταδικαστικής αποφάσεως, διά δηλώσεως στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, προκειμένου περί αποφάσεως δημοσιευθείσης παρόντος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου είναι δεκαήμερη με αφετήριο χρονικό σημείο την καταχώρισ;h της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων, τηρούμενο από την γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, στην περίπτωση εκπροσωπήσεως του κατηγορουμένου από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωση του, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις δι' αυτού. Επομένως, η κατά του εκκαλούντος εκδοθείσα στην κατ' έφεση δίκη καταδικαστική απόφαση, εκπροσωπηθέντος σε αυτή υπό του νομίμως διορισθέντος συνηγόρου του, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική αυτού (του κατηγορουμένου) παρουσία, εκ τούτου δε παρέπεται ότι η προθεσμία προς άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από της ως άνω καταχωρήσεώς της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η προς τον εγκαλούνται επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται ως παρών. Περαιτέρω, η προαναφερθείσα χρονική διάρκεια της προθεσμίας ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μεταβάλλεται σε τριακονθήμερη εκ της ενδεχομένης διαμονής του δικαιούχου της ασκήσεως της στην αλλοδαπή, αφού, όπως ελέχθη, αυτός λογίζεται ως πραγματικώς παρών κατά την δημοσίευση της πληττομένης αποφάσεως, υποκείμενος, έτσι, στην προαναφερθείσα δεκαήμερη προθεσμία. Τέλος, από την γενική αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι δυνατή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως του, αν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 470 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στην δήλωση ασκήσεώς του να αναφέρει τον λόγο της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο ως άνω λόγο. Αν δεν το πράξει το ασκηθέν ένδικο μέσο είναι, ως εκπρόθεσμο, απαράδεκτο και απορριπτέο (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ). Οι προπαρατεθείσες δε δικονομικές διατάξεις, θεσπίζουσες την δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και δια τον κάτοικο αλλοδαπής, ο οποίος, όμως, στην ποινική δίκη εξεπροσωπήθη υπό του δικηγόρου και εθεωρείτο παρών κατά την δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. (ΕΣΔΑ), οι οποίες εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα. Υπό των ανωτέρω διατάξεων δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει περιορισμούς, υπό τους οποίους ασκείται το υπό των άνω διατάξεων κατοχυρούμενο δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιστέλλουν τη δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια κατά τοιούτο τρόπο ή σε τοιούτο βαθμό, ώστε το άνω δικαίωμα να προσβάλλεται στον ίδιο τον πυρήνα του. Δύναται, επομένως ο νομοθέτης, θεσπίζοντας προϋποθέσεις προσφυγής στα δικαστήρια, να καθορίζει και προθεσμίες, εντός των οποίων οφείλει να ενεργήσει ο θιγόμενος, εφόσον, όμως, οι προθεσμίες αυτές είναι επαρκείς, ώστε να εξασφαλίζεται στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα προσφυγής στο αρμόδιο δικαστήριο προς διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους (πρβλ. ΑΕΔ 2/1999). Η ανωτέρω όμως δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως και διά τον εκπροσωπηθέντα υπό του συνηγόρου κατηγορούμενο, είναι επαρκής δια την άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου, έστω και αν αυτός είναι κάτοικος αλλοδαπής, μη παραβιάζουσα το δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και για χρηστή (δίκαιη) δίκη, ούτε και καταλύουσα στην πράξη το δικαίωμα αυτό, με επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τα εννόμως προστατευόμενα συμφέροντά του, δεδομένου μάλιστα ότι νομίμως εξεπροσωπήθη στη δίκη, έχοντα έτσι πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώρηση των μαρτυρικών καταθέσεων και του αποτελέσματος της ποινικής δίκης. Περαιτέρω, εκ του ότι σύμφωνα με το άρθρο 479 παρ.2 του ΚΠΔ η προθεσμία δια την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά πάσης αποφάσεως, καταδικαστικής ή αθωωτικής, είναι ένας μήνας από την καταχώρηση της αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠολΔ, ήτοι μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη δια τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, δεν παραβιάζεται η εκ των διατάξεων του άρθρου 4 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ αρχή της "ισότητος των όπλων", που είναι συναφής με την έννοια της δίκαιης δίκης (ισονομίας), ισχύουσα μεταξύ των διαδίκων αντιδίκων. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος και από πολλές διατάξεις του Κ.Π.Δ. (άρθρα 72-95, 464, 475 παρ. 2, 484 παρ.2 , 505 παρ.2) ο Εισαγγελέας, ως ισόβιος δικαστικός λειτουργός, ασκεί εξουσία με την ιδιότητά του αυτή, δηλαδή λειτουργεί ως αυτοτελές και αμερόληπτο όργανο της Δικαιοσύνης, που βοηθάει τον δικαστή στη διάγνωση της αληθείας και την απονομή του δικαίου και δεν εξομοιώνεται με διάδικο σε κάθε δε περίπτωση δεν θεωρείται αντίδικος του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος εντός της άνω (επαρκούς) προθεσμίας διατηρεί το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της καταδικαστικής εις βάρος του αποφάσεως, προβάλλοντας κάθε νομική της πλημμέλεια ως αναιρετικό λόγο, χωρίς το δικαίωμα του αυτό να διακωλύεται με οποιοδήποτε τρόπο εκ του λόγου ότι για κάποιο άλλο όργανο της Δικαιοσύνης (τον Εισαγγελέα), έχει θεσπιστεί μεγαλύτερη προθεσμία δια την άσκηση του ιδίου δικαιώματος, ασκουμένου υπ' αυτού όχι με την ιδιότητα του διαδίκου, αλλά με την προαναφερθείσα ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, ως εκπροσώπου της πολιτείας και εντός του κύκλου της αρμοδιότητός του στα πλαίσια της διαφυλάξεως της εννόμου τάξεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς έγγραφα της δικογραφίας, η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση εδημοσιεύθη την 11-2-2009, με τους εκκαλούντες κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες εκπροσωπουμένους από τον συνήγορό των και θεωρουμένους, κατά τα προαναφερόμενα, παρόντες. Κατεχωρήθη δε αυτή καθαρογεγραμμένη στο ανωτέρω ειδικό βιβλίο την 5-3-2009 (βλ. την σχετική βεβαίωση επί της τελευταίας σελίδας της). Όμως, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως ησκήθησαν, δια δηλώσεως στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, την 3-4-2009 (βλ. εκθέσεις αναιρέσεως). Δηλαδή ησκήθησαν μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαημέρου προθεσμίας, οι δε αναιρεσείοντες ουδέν περιστατικό ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση των, επεκαλέσθησαν, ενώ η επικαλούμενη κατοικία των αναιρεσειόντων στην ... δεν επιφέρει, κατά τα προεκτεθέντα, μεταβολή της ανωτέρω δεκαημέρου ανατρεπτικής προθεσμίας εις τριακονθήμερη. Επομένως, πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, εκπροθέσμως ασκηθείσες, να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, συμφώνως προς το άρθρο 513 § 1 Κ.Π.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 3-4-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των α) ... και β) ..., κατά της υπ' αριθμ. 1230/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ 220 διακοσίων είκοσι ευρώ τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2009.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή