Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1808 / 2008    (Α, Penal Cases)

Θέμα
Κανονισμός αρμοδιότητας.




Περίληψη:
Αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ του τριμελούς Πλημμελειοδικείου και του Εφετείου. Κανονισμός αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο. Η αρμοδιότητα καθ’ ύλη κρίνεται σύμφωνα με το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης.





ΑΡΙΘΜΟΣ 1808/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Αντώνιο Αθηναίο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Ιουλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με κατηγορούμενους τους: 1. Χ1 και 2. Χ2. Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 17109/20.3.2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 508/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 310/6.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω ενώπιον σας, μετά της σχετικής δικογραφίας, την υπ'αριθ. πρωτ. 17109/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, προκειμένου να αρθεί η αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος που προέκυψε για την εκδίκαση της κατά του κατηγορουμένου Χ2, και λόγω συνάφειας εις βάρος του Χ1, κατηγορίας της παράβασης Εισαγγελικής Διατάξεως (άρθ. 22 § 4 ν. 1539/38), μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος και του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), που συνεδρίασε στην Μεταβατική έδρα Χαλκίδος και επάγομαι τα ακόλουθα:
Ι) Κατά το αρθρ. 132§§ 1,2 Κ.Π.Δ., αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα εις το άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα, ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων απεφασίσθη η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων Δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Άρειο Πάγο, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, αν τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων εδημιουργήθη η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση εδημιουργήθη μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των Στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος, με την διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητος μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και του Τριμελούς Εφετείου επί πλημμελημάτων, καλουμένων να δικάσουν έφεση κατ'αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 112 αρ. 3 Κ.Π.Δ., το Τριμελές Δικαστήριο Πλημμελημάτων δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.
Εξ άλλου κατά το αρθρ. 114 του ίδιου Κώδικα, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δικάζει τα πλημμελήματα που αναφέρονται εις αυτό, εξαιρουμένων των υπαγομένων εις το Εφετείο, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται και οι Δήμαρχοι, σύμφωνα με το αρθρ. 145§1 ν. 3463/2006, κατά το άρθρ 111 του ίδιου κώδικα.
Τέλος κατά το άρθρ. 119 Κ.Π.Δ., την αρμοδιότητα, σύμφωνα με τα άρθρ. 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξεως από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα. Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου προς εκδίκαση των εφέσεων κατ'αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στηρίζεται αποκλειστικώς και μόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως ιδιότητα, η οποία, αν υπήρχε κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως ή κατά τον χρόνο της εκδικάσεως της σε πρώτο βαθμό, θα είχε ως συνέπεια την εισαγωγή της υποθέσεως εις το Τριμελές Εφετείο και μετά από άσκηση εφέσεως εις το Πενταμελές Εφετείο. Και τούτο διότι αφ'ενός δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση και αφ'ετέρου δεν προβλέπεται σε καμία περίπτωση η εκδίκασις εφέσεως κατ' αποφάσεως Μονομελούς Πλημμελειοδικείου από το Πενταμελές Εφετείο (Ολ.Α.Π. 10/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ" σελ. 120). II) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Χ2 καθώς και ο συγκατηγορούμενός του Χ1, αρμοδίως εισήχθησαν εις το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος, με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, κατά τον χρόνον παραπομπής των, πλην όμως εκηρύχθησαν αθώοι με την υπ'αριθ. 9485/2005, απόφαση του για παραβίαση Εισαγγελικής Διατάξεως (αρθρ. 22§4 ν. 1539/38), τελεσθείσαν κατά τις αρχές Ιανουαρίου 2001. Κατά της ως άνω αποφάσεως ησκήθη έφεσις υπό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Χαλκίδος, ενώ επηκολούθησε η δημοσίευση του νόμου 3463/2006, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 145§ 1 του οποίου ορίσθη ότι οι Δήμαρχοι, Πρόεδροι Κοινοτήτων και Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία των αρθρ. 111 §7 και 112§2 Κ.Π.Δ. το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος, εις το οποίο εισήχθη η εν λόγω έφεσις, έκρινε εαυτό αναρμόδιο δια της υπ'αριθ. 2333/2007, ως συνεπληρώθη με την υπ'αριθ. 4886/2007 απόφαση του και παρέπεμψε την υπόθεση εις το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (επί πλημμελημάτων), θεωρηθέν αρμόδιον λόγω της ιδιότητος του εκ των κατηγορουμένων Χ2. Το δικαστήριο τούτο που επελήφθη μετά ταύτα της υποθέσεως, έκρινε, με την υπ'αριθ. 49/2008 απόφαση του, εαυτό αναρμόδιο, αρμόδιο δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος.
Δια των αποφάσεων αυτών των παραπάνω Δικαστηρίων, αρνηθέντων να δικάσουν την ανωτέρω έφεση προέκυψε αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητος και εδημιουργήθη έτσι θέμα κανονισμού αρμοδιότητος, κατά τα εκτεθέντα. Επομένως, δεκτής γενομένης της αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να αρθεί η προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητος και να ορισθεί ως αρμόδιο καθ'ύλην δικαστήριο, για εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ---------------------- Προτείνω: Να γίνει δεκτή η υπ'αριθ. πρωτ. 17109/20-3-2008 αίτησις του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, ώστε, αιρομένης της προκυψάσης αρνητικής σύγκρουσης αρμοδιότητος μεταξύ του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος και του Τριμελούς Εφετείοιυ Αθηνών επί πλημμελημάτων), να ορισθεί ως αρμόδιον καθ'ύλην Δικαστήριο το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος.
Αθήναι τη 21-5-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 132 παρ. 1, 2 Κ.Π.Δ., αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων, εξίσου αρμοδίων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων, αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα, είτε για συναφή εγκλήματα, ή εάν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων, αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο η περισσοτέρων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται από τον Αρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο, αν τα δικαστήρια μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε η αμφισβήτηση υπάγονται σε διαφορετικά Εφετεία, ή εάν ένα από τα Δικαστήρια αυτά είναι το Εφετείο ή εάν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, ύστερα από νομότυπη αίτηση του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου, ή του πολιτικώς ενάγοντος, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υφίσταται περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι εν λόγω διατάξεις και επί αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημ/δικείου και του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων), καλουμένων να δικάσουν έφεση κατ' απόφασης Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 112 αρ. 3 Κ.Π.Δ., το Τριμελές Δικαστήριο Πλημ/δικών δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Πλημ/δικείου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 114 του ίδιου Κώδικα, το Μονομελές Πλημ/δικείο δικάζει τα Πλημ/ματα που αναφέρονται σ' αυτό, εξαιρουμένων των υπαγομένων στο Εφετείο, μεταξύ των οποίων διαλαμβάνονται και αυτά των Δημάρχων, σύμφωνα με το άρθρο 145 παρ. 1 του ν. 3463/2006, κατά το άρθρο 111 αρ. 7 του ιδίου Κώδικα. Τέλος κατά το άρθρο 119 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η αρμοδιότητα, σύμφωνα με τα άρθρα 109-115, προσδιορίζεται εκ του χαρακτηρισμού της πράξεως από τον ποινικό κώδικα, ως κακουργήματος, πλημ/ματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την κλήση του Εισαγγελέα. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η εξουσία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση εφέσεων κατ' αποφάσεων του Μονομελούς Πλημ/δικείου στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο τελευταίο αυτό δικαστήριο και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενεστέρως, κατά νομοθετικό χαρακτηρισμό ή επαγγελματική εξέλιξη, ορισμένη ιδιότητα, είτε η πράξη χαρακτηρίσθηκε αλλιώς από το νομοθέτη, εκ συνδρομή του οποίου κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης ή κατά το χρόνο εκδίκασης της στον πρώτο βαθμό, η υπόθεση θα ανήκε σε άλλο δικαστήριο και μετά από άσκηση έφεσης στο αντίστοιχο διαφορετικό Εφετείο. Επομένως στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, στο οποίο υπάγεται το διαγνώσαν ορισμένη υπόθεση πρωτόδικο δικαστήριο, έχει εξουσία προς εκδίκαση της κατ' αποφάσεως του τελευταίου εφέσεως, εφόσον η υπόθεση αρμοδίως εισήχθη, σύμφωνα με τα ισχύοντα, κατά το χρόνο εισαγωγής της στο πρωτόδικο δικαστήριο, τυχόν δε αντιθέτως κρίνον, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του (Ολ. ΑΠ 10/2005 Π.Χ. ΝΣΤ, 120-121). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Χ2 καθώς και ο συγκατηγορούμενός του, Χ1, αρμοδίως εισήχθησαν στο Μονομελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας, με βάση το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, κατά το χρόνο παραπομπής τους και κηρύχθηκαν αθώοι, για την πράξη της παραβίασης Εισαγγελικής Διάταξης (άρθρο 22 παρ. 4 ν. 1539/1938), που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτούς στις αρχές Ιανουαρίου 2001. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Χαλκίδας, ακολούθως μετά επακολούθησε η δημοσίευση του ν. 3463/2006, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 145 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε ότι οι Δήμαρχοι, Πρόεδροι Κοινοτήτων και Πρόεδροι Συνδέσμων Δήμων και Κοινοτήτων υπάγονται στην ιδιάζουσα διαδικασία των άρθρων 111 παρ. 7 και 112 παρ. 2 Κ.Π.Δ. το Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας, στο οποίο εισήχθη η εν λόγω έφεση, έκρινε εαυτό αναρμόδιο με την υπ' αριθμ. 2333/2007 απόφασή του, όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4886/2007 όμοια απόφασή του και παρέπεμψε την υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο (Πλημ/μάτων) Αθηνών, το οποίο θεώρησε ως καθύλην αρμόδιο δικαστήριο. Το τελευταίο επιλήφθηκε μετά απ' αυτά της υπόθεσης και έκρινε με την υπ' αριθμ. 49/2008 απόφασή του, ότι ήταν υλικά αναρμόδιο και ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το προαναφερθέν Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας. Με τις αποφάσεις αυτές των παραπάνω δικαστηρίων, τα οποία αρνήθηκαν να δικάσουν την ως άνω έφεση, προέκυψε ζήτημα αποφατικής σύγκρουσης αρμοδιότητας και δημιουργήθηκε έτσι θέμα κανονισμού αρμοδιότητας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η κατ' αριθμ. 17109/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, να αρθεί η προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας και να ορισθεί ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για εκδίκαση της προκειμένης υπόθεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθμ. 17109/20-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών.
ΑΙΡΕΙ την προκύψασα αρνητική σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημ/δικείου Χαλκίδας και του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/μάτων) Αθηνών. Και
ΟΡΙΖΕΙ ως αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο, το Τριμελές Πλημ/δικείο Χαλκίδας, προς εκδίκαση της αναφερομένης στο αιτιολογικό έφεσης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ