Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2674 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στην άρση του αδίκου ή στην μείωση της ποινής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Ο ισχυρισμός περί τοξικομανίας (άρθρ. 13 παρ. 1 Ν. 1729/1987) είναι αυτοτελής. Ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών είναι αυτοτελής. Για να έχει όμως το δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει πρέπει να προτείνονται ορισμένως και σαφώς. Άλλως δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και δη αιτιολογημένα και εάν δεν απαντήσει, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ της ελλείψεως αιτιολογίας. Απορρίπτεται αναίρεση.




Αριθμός 2674/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου Φυλακών ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μπέλτσιο, περί αναιρέσεως της 11/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 707/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξαυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. Α.Π. 1/2005). Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για την ορθή ή μη εφαρμογή του Νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 332 § 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ'όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία· και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τον απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ολ. Α.Π. 2/2005). Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι η επίκληση από τον κατηγορούμενο για παράβαση του νόμου 1729/1987 "καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις" ή τον συνήγορό του της συνδρομής της περιπτώσεως του άρθρου 13 §1 του ιδίου νόμου όπως ισχύει η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών (ουσιών) και την οποία δεν μπορούν να αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιώτερη ποινική μεταχείριση του δράστου (παράγρ. 4). Δια να είναι όμως σαφής και ορισμένος αυτός ο ισχυρισμός και να προκύπτει, εντεύθεν, υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αξιολογήσει την σχετική κρίση του, δεν αρκεί μόνον η επίκληση του όρου ότι εκείνος είναι "τοξικομανής", αλλά πρέπει για την θεμελίωσή του να γίνεται επίκληση και των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από την χρήση των ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσεως αυτών την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Χωρίς την προβολή του ως άνω σαφούς και ορισμένου ισχυρισμού, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει επ' αυτού με ιδιαίτερη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επίσης αυτοτελής είναι ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 § 2 α' και β' Π.Κ. δηλαδή ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά αυτής, υπ'αριθμ. 11/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ο συνήγορος του νυν αναιρεσείοντος, τότε πρώτου κατηγορουμένου Χ1, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό ("περί τοξικομανίας του") ως εξής: "κ. Δικαστές, με το παρόν προβάλλω στον αυτοτελή ισχυρισμό ότι στην περίπτωσή μου πρέπει το Δικαστήριό σας να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 β' του N. 1729/1987, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 2161/1993 και με το Ν. 2721/99 αρθρ. 30 παρ. 4β', σύμφωνα με την οποία δράστης στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, δηλαδή δράστης, ο οποίος απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, υποβάλλεται σε ειδική μεταχείριση, όπως ορίζει η παράγραφος 4 του παραπάνω άρθρου. Προσκομίζω και επικαλούμαι τη με αριθμ. πρωτ. ..... ΕΚΘΕΣΗ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ του Δρος ....., κατόπιν αιτήσεώς μου, σύμφωνα με την οποία εκτιμάται ότι ανήκω στο χώρο των εξαρτημένων από ναρκωτικά ανθρώπων, καθόσον πληρώ τα κριτήρια του Νόμου και δεν μπορώ να αποβάλλω την ανωτέρω έξη με τις δικές μου δυνάμεις, παρά μόνο με ειδική θεραπευτική αντιμετώπιση". Στο στάδιο δε της αγορεύσεώς του, περί της ενοχής ή μη των τότε κατηγορουμένων, εζήτησε να γίνει δεκτός ο αυτοτελής ισχυρισμός του πελάτου του ότι είναι τοξικομανής επίσης να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και των μη ταπεινών αιτίων. Όμως όσον αφορά τον ισχυρισμόν περί τοξικομανίας, όπως εκ της άνω διατυπώσεώς του προκύπτει, κατ' αμφότερα τα άνω σημεία της διαδικασίας, δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, ήτοι ότι ο ανωτέρω έχει αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ει μη μόνον ότι πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο 13 § 4β Ν. 1729/1987, το οποίο προβλέπει περί του τοξικομανούς δράστου. Εντεύθεν και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω αόριστο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, πέραν του ότι ως εκπερισσού απήντησε στον τοιούτο ισχυρισμό, τον οποίο τελικώς απέρριψε, και δη ως εξής: "Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων ήταν τοξικομανής, δεδομένου ότι δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό κατά την εξέτασή του στην προανάκριση και την ανάκριση, με συνέπεια να μη διαταχθεί υποχρεωτικά η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από αρμόδιο πραγματογνώμονα (βλ. άρθρο 30 παρ. 3 Ν. 3459/2006). Η ανωτέρω άποψη δεν αίρεται από την προσκομιζόμενη από τον κατηγορούμενο ..... αντίθετη έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ....., η οποία συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου περί της ιδιότητας του τοξικομανούς". Όσον αφορά τον έτερον ισχυρισμόν περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων 84 § 2 α' και β' Π.Κ., ούτοι προεβλήθησαν επίσης αορίστως, χωρίς τα απαιτούμενα προς θεμελίωσή των περιστατικά, παρά μόνο με την γραμματική επίκληση του περιεχομένου της οικείας νομικής διατάξεως.
Συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε και εδώ υποχρέωση να απαντήσει στον άνω αόριστο ισχυρισμό της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων. Μετά ταύτα οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ', Ε', Κ.Π.Δ. λόγοι περί ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας και της εσφαλμένης από αυτή εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ