Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 429 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Στοιχεία για την πληρότητα της καταδικαστικής απόφασης. Απορρίπτει τους λόγους αναίρεσης ως αβάσιμους για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και τους λοιπούς λόγους ως απαράδεκτους, γιατί υπό την επίκληση τους πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου που την εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 429/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, για αναίρεση της με αριθμό 69.059/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 368/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν ν' αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιώ μένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τις διακρίσεις των επομένων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες. Επομένως κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α) η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφ' άπαξ ή σε δόσεις) και δ) το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η πράξη της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε με τις παρ. 2α-δ του άρθρου 19 του Ν. 2948/2001 και, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2002, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο (2) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τα εννέα χιλιάδες (9.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα εννέα χιλιάδες (9.000) ευρώ όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τις δεκατέσσερις χιλιάδες (14.000) ευρώ όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Εξ άλλου, με το άρθρο 34 (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών) του Ν. 3220/2004, που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαταθίσταται ως εξής: Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προΐσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Μόνη η αποδοχή από το Δικαστήριο στο σκεπτικό της απόφασης, ύστερα από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της απόφασης, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της απόφασης, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της απόφασης δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορίες, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 69.059/2007 απόφασή του, που εξέδωσε, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθησαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 31-1-03 έως 31-12-04, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα τα οποία συνιστούν εξακολούθηση ενός και ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων σε δημόσια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και ειδικότερα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή προς την ΔΟΥ Ηλιούπολης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τα χρέη που είχαν βεβαιωθεί σ' αυτή, όπως ειδικότερα αναλύονται στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της ως άνω ΔΟΥ και συγκεκριμένα α) χρέος ποσού 8.530,36 € από βεβαιωμένη οφειλή προερχόμενη από ποινική απόφαση, β) χρέος ποσού 423.433,54 € προερχόμενο από οριστική βεβαίωση, προστίμου ΚΒΣ, γ) χρέος ποσού 278.165,63 € προερχόμενο από οριστική βεβαίωση προστίμου ΚΒΣ και δ) χρέος ποσού 47,23 € προερχόμενο από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, ήτοι βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο συνολικού ποσού επτακοσίων δέκα χιλιάδων και εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (710.176,76 ευρώ). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία μετέτρεψε προς 5 ευρώ την ημέρα.
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένηαιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τους νομικούςσυλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 98 παρ. 2-1, όπως η παραγρ. 2 προστέθηκε με το άρθρο 14 και 22 του Ν.2721/1999 του Π.Κ. και στις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και 19 του Ν.2948/2001, για την αξιόποινη πράξη που τελέσθηκε μέχρι την 31.12.2002 (μη καταβολή χρέους από βεβαιωμένη ποινική οφειλή) και στη διάταξη του άρθρου 34 του Ν.3220.2004 για τις υπόλοιπες αξιόποινες πράξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλειπών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ειδικότερα, παρατίθενται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο παραδεκτά παραπέμπει συμπληρωματικά το σκεπτικό, α) η ΔΟΥ, η οποία βεβαίωσε το χρέος, β) ο χρόνος βεβαίωσης καθ' ενός απ' αυτά, ο οποίος εμπίπτει στο χρονικό διάστημα από 31.3.2003 έως 31.12.2004, ήτοι σε χρόνο όπου καμμιά από τις κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις κατά τον χρόνο της εκδίκασής της στο Εφετείο δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή και γ) το ύψος του χρέους της αξιόποινης πράξης που τελέσθηκε υπό την ισχύ του Ν.2523/1997, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ και το συνολικό ύψος των λοιπών χρεών, που τελέσθηκαν υπό την ισχύ του Ν. 3320/2004, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ',Α', Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι με την κατ' επίφαση επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας, απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και υπέρβασης εξουσίας, με την ειδικότερη ταυτόσημη σ' όλους του λόγους αιτίαση ότι από το αποδεικτικό υλικό ως χρόνος τέλεσης της αξιόποινης πράξης προέκυπτε το έτος 1995, με περαιτέρω συνέπεια να έχει παραγραφεί αυτή κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στο Εφετείο, πλήττεται αποκλειστικά η επί της ουσίας κρίση του Εφετείου όσον αφορά τον χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 30.01.2008 αίτηση του .... για αναίρεση της 69.059/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή