Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2109 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Συκοφαντική δυσφήμιση. Στοιχεία της πράξης αυτής. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Αιτιολογία για απόρριψη αιτήματος αναβολής δίκης για εξέταση μάρτυρος. Απόρριψη αναίρεσης στο σύνολό της.




Αριθμός 2109/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή- Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 4935/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1987/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι, το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται, κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος, στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου, του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. 'Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται, όπως στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένων περιστατικών, άμεσος, δηλαδή, δόλος από μέρους του υπαιτίου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη διαληφθείσα γνώση.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά και σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παραπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική. Ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή ή των δικαστών που τις εξέδωσαν. 'Ετσι η απορριπτική της αίτησης του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης λόγω της απουσίας μαρτύρων των οποίων η μαρτυρία φέρεται ότι είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας (άρθρο 352 ΚΠΔ), παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση έχει υποβληθεί παραδεκτώς, έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 4935/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, η κατηγορουμένη, ισχυρίσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, τα γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι ήταν ψευδή. Συγκεκριμένα η κατηγορουμένη ενώπιον της εγκαλούσας και περαστικών, ισχυρίσθηκε για την εγκαλούσα ότι "πηδιέται με τον ένα και τον άλλον", "γυρνάει στα μπαράκια και πάει με τον ένα και τον άλλο". Οι παραπάνω ισχυρισμοί όμως ήταν ψευδείς και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους της, μπορούσαν δε οι ισχυρισμοί αυτοί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας. Την κρίση του αυτή στηρίζει το δικαστήριο στην κατάθεση της δεύτερης μάρτυρος η οποία δεν αναιρείται από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία και επιβεβαιώνει πλήρης όσα σχετικά κατέθεσε η εγκαλούσα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης όπου έχουν καταχωρηθεί και οι μαρτυρικές καταθέσεις της ... και του ..., το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθούν οι εν λόγω μάρτυρες, όπως αβάσιμα αιτείται η κατηγορουμένη. Ενόψει αυτών, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την ανωτέρω πράξη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε 95) μηνών, που μετέτρεψε σε χρηματική, καθορίζοντας για κάθε ημέρα φυλάκισης το ποσό των πέντε (5) ευρώ, καθόσον είχε προηγούμενες ποινές φυλάκισης, που υπερέβαιναν συνολικά τους έξι (μήνες).
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 362, 363 και 368 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενώπιον του ως και εκείνων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περιέχονται στα υπ'αριθ. 6340/29-3-2007 πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Εξάλλου με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το αίτημα της αναιρεσείουσας για αναβολή της δίκης για να κλητευθούν και προσέλθουν οι μάρτυρες υπεράσπισης ... κα ... που είχαν εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν ήταν αναγκαία για τη ανεύρεση της αλήθειας η εκ νέου εξέτασή τους, παρεκτός του ότι τους μάρτυρες αυτούς μπορούσε η αναιρεσείουσα με επιμέλεια της να προσαγάγει στο Δικαστήριο για εξέτασή τους. Γι'αυτό η περί του αντιθέτου των ανωτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Επίσης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό αυτό, σαφώς, και ορισμένα αναφέρεται ο τόπος και ο χρόνος που έλαβε χώρα η αξιόποινη πράξη που τέλεσε η αναιρεσείουσα ως και οι τρίτοι (περαστικοί), μεταξύ των οποίων και η μάρτυρας ..., που ασκούσαν τις φράσεις με τις οποίες προσέβαλε αυτή (αναιρεσείουσα) την τιμή και την υπόληψη της παθούσας .... Γι'αυτό είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας περί έλλειψης νόμιμης βάσης και περί αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το σχηματισμό της περί ενοχής της κρίσης του δικαστηρίου και εντεύθεν απορριπτέα.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αλλά και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 4935/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή