Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1732 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Απόρριψη της αίτησης αναίρεσης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, χωρίς επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο.




Αριθμός 1732/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με τη με αριθμό 101/21.7.2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 6283/2003 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον Δ.
Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 175/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 165/05.5.2010 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, την από 18.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 6283/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα ακόλουθα:Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 18 του άρθρου 2 του Ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3, 474 παρ. 1 και 2 και 507 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα, από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του γίνεται μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από τότε που η απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αν ο δικαιούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της ή από την επίδοσή της αν αυτός ήταν απών ή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, η οποία επίσης αρχίζει από την επίδοσή της (ΑΠ 1999/2009, ΑΠ 1010/2009, ΑΠ 1554/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 2648/2008). Στην έννοια όμως της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, όπως αυτή εκτέθηκε παραπάνω, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του αναιρεσείοντος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της αναιρέσεώς του (ΑΠ 80/2010, ΑΠ 2190/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, γνωστή στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων είναι η κατοικία ή διαμονή η οποία είναι γνωστή στην αρχή η οποία εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο ή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοσή του. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής αποφάσεως κατοικία ή διαμονή του αποδέκτη της επιδόσεως είναι εκείνη η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επιδόσεως απουσιάζει από την τελευταία αυτή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεότερη αλλά άγνωστη διαμονή στην αρχή, η οποία παραγγέλλει την επίδοση, αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα απ' αυτά, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως προς κατηγορούμενο, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν. 2172/1993 και ίσχυσε από 16 Δεκεμβρίου 1993 [αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003], δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση την διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από την δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως την μεταβολή αυτή, η επίδοση της αποφάσεως γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμη και εάν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής. Αντίθετα, όμως, αν η ως άνω δήλωση από τον κατηγορούμενο, κατά τη προανάκριση, της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του δεν γίνει ενώπιον του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη αλλά ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου της αστυνομίας δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται η, μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση από 16.12.1993 του άρθρου 273 παρ. 1 ΚΠΔ, προβλεπόμενη ρύθμιση. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία η δήλωση από τον κατηγορούμενο της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του γίνεται ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου, που ενεργεί προανάκριση, ο κατηγορούμενος πρέπει να αναζητηθεί στην διεύθυνση αυτή και εάν απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του αυτής και η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση θα γίνει προς αυτόν όχι ως γνωστής διαμονής αλλά ως άγνωστης διαμονής κατά το άρθρο 156 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 1683/1986, κατά το οποίο αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση γίνεται στο σύζυγό του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Αν δεν βρεθεί κανείς από τους παραπάνω στον τόπο κατοικίας του αποδέκτη της επιδόσεως, αυτή γίνεται στον δήμαρχο ή τον δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επιδόσεως, ο οποίος φροντίζει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημόσια σημεία και για την αποστολή σχετικής βεβαιώσεως στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Κατά δε το άρθρο 154 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 156 η επίδοση είναι άκυρη (ΑΠ 341/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται, κατά την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 6283/2003 ανέκκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυο (2) μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού για δική του αποκλειστικά χρήση (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 14 του Ν. 2161/1993). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 19.6.2003, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 20.1.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιδόθηκε δε αυτή νομίμως ως αγνώστου διαμονής την 9.7.2004, στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ..., αφού στη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ... την οποία είχε δηλώσει στην Αστυνομία την 25.1.2002 - δηλαδή πριν την αντικατάσταση του άρθρου 273 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003, που δημιούργησε το πλάσμα δικαίου και για τη δήλωση της διεύθυνσης κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων των άρθρων 33 στοιχ. β' και γ' και 34 του ΚΠΔ - ήταν άγνωστος, όπως προκύπτει από τη συνημμένη στη δικογραφία από 28.6.2004 βεβαίωση της επιμελήτριας δικαστηρίων .... Στο αποδεικτικό επιδόσεως από 9 Ιουλίου 2004 της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του επί της οδού ... και ήταν άγνωστης διαμονής και ότι ύστερα από έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει στη παραπάνω κατοικία ή άλλού συγγενής του κατηγορουμένου από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως την 18.1.2010, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας ασκήσεώς της από την επίδοση της αποφάσεως (9.7.2004), μέσω του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠΔ αντιπροσώπου του ..., δικηγόρου Θεσσαλονίκης, με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και συντάχθηκε η σχετική με αριθμό ... έκθεση αναιρέσεως. Όμως, στην έκθεση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, ο δε ισχυρισμός του για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του της προσβαλλόμενης αποφάσεως μέχρι την 8.1.2010 που συνελήφθη σε εκτέλεσή της, δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, και σε κάθε περίπτωση, εν όψει των προεκτεθέντων, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η από 18.1.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 6283/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.Αθήνα, 30 Απριλίου 2010. Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων 465 παρ.1, 473 παρ. 1, 3, 474 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για να είναι παραδεκτή η με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα από τον κατηγορούμενο ή από τον ειδικά εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του ασκούμενη αναίρεση, πρέπει αυτή ν' ασκηθεί μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών, η οποία αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης αν ο κατηγορούμενος ήταν παρών ή από την επίδοσή της αν αυτός ήταν απών κατά την απαγγελία της ή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, η οποία επίσης αρχίζει από την επίδοσή της. Σε κάθε δε περίπτωση η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη ή η ανέκκλητη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που απορρέει από το άρθρο 255 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως από το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, συνάγεται εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση άσκησής του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία δε μπόρεσε ν' ασκήσει εμπρόθεσμα αυτό, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν τη βασιμότητά τους, αλλιώς, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 476 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δε μπορεί ν' αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διάδικου που ασκεί το ένδικο μέσο και δε μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο (Ολομ.ΑΠ 4.1995). Στην έννοια, όμως, της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, όπως αυτή αναλύθηκε παραπάνω, δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης, ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του αναιρεσείοντος της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της αναίρεσης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς τον δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, γνωστή στο πλαίσιο του δικαιϊκού συστήματος των επιδόσεων είναι η κατοικία ή διαμονή η οποία είναι γνωστή στην αρχή η οποία εξέδωσε το επιδοτέο έγγραφο ή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση του. Έτσι η τελευταία γνωστή στην Εισαγγελία που παραγγέλλει την επίδοση της καταδικαστικής απόφασης κατοικία ή διαμονή του αποδέκτη της επίδοσης είναι εκείνη η οποία έχει γνωστοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία. Εάν ο αποδέκτης της επίδοσης απουσιάζει από την τελευταία αυτή κατοικία του, χωρίς να προκύπτει άλλη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του νεότερη αλλά άγνωστη διαμονή στην αρχή, η οποία παραγγέλλει την επίδοση, αυτή γίνεται προς τα αναφερόμενα πρόσωπα και εάν δεν βρεθεί κανένα απ' αυτά, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα της ενορίας της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του. Ειδικότερα εάν πρόκειται για επίδοση ερήμην καταδικαστικής απόφασης προς κατηγορούμενο, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν. 2172/1993 και ίσχυσε από 16 Δεκεμβρίου 1993 (αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003) δήλωσε ενώπιον του ανακριτή ή εισαγγελέα, ή του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη κατά την προανάκριση τη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του, η επίδοση ωσότου η απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεσθεί γίνεται σύμφωνα με το εδάφιο γ' της ίδιας παραγράφου, στη δηλωθείσα αυτή διεύθυνση, εφόσον ο κατηγορούμενος δε δήλωσε εγγράφως στον Εισαγγελέα, που άσκησε την ποινική δίωξη μεταβολή της κατοικίας ή διαμονής του. Στην περίπτωση αυτή εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει από τη δηλωθείσα με τον τρόπο αυτό κατοικία και είναι πλέον άγνωστη η διαμονή του, διότι μετέβαλε κατοικία ή διαμονή, χωρίς να δηλώσει αρμοδίως την μεταβολή αυτή, η επίδοση της απόφασης γίνεται προς αυτόν ως γνωστής διαμονής στην αρχικώς δηλωθείσα διεύθυνση της κατοικίας του, όπου κατά νόμο θεωρείται ότι διαμένει, ακόμη και εάν έχει αλλάξει τόπο κατοικίας ή διαμονής. Αντίθετα, όμως, αν η πιο πάνω δήλωση από τον κατηγορούμενο, κατά τη προανάκριση, της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του δεν γίνει ενώπιον του πταισματοδίκη ή ειρηνοδίκη αλλά ενώπιον του ανακριτικού υπαλλήλου της αστυνομίας δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται η, μετά την κατά τα παραπάνω αντικατάσταση από 16.12.1993 του άρθρου 273 παρ. 1 ΚΠΔ, προβλεπόμενη ρύθμιση. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία η δήλωση από τον κατηγορούμενο της διεύθυνσης της κατοικίας ή διαμονής του γίνεται ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου, που ενεργεί προανάκριση, ο κατηγορούμενος πρέπει να αναζητηθεί στη διεύθυνση αυτή και εάν απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του αυτής και η διαμονή του είναι άγνωστη η επίδοση θα γίνει προς αυτόν όχι ως γνωστής διαμονής, αλλά ως άγνωστης διαμονής κατά το άρθρο 156 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 1683/1986, κατά το οποίο αν το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, η επίδοση γίνεται στο σύζυγο του ή, αν δεν υπάρχει σύζυγος σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Αν δε βρεθεί κανείς από τους παραπάνω στον τόπο κατοικίας του αποδεκτή της επίδοσης, αυτή γίνεται στο δήμαρχο ή το δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του αποδέκτη της επίδοσης, ο οποίος φροντίζει για την τοιχοκόλληση του εγγράφου που του επιδόθηκε σε ένα από τα δημόσια σημεία και για την αποστολή σχετικής βεβαίωσης στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση. Κατά δε το άρθρο 154 παρ. 2 ιδίου Κώδικα, αν δεν τηρηθούν οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 156 η επίδοση είναι άκυρη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτά επισκοπούνται, κατά την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη 6283/2003 ανέκκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε φυλάκιση δυο (2) μηνών που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού για δική του αποκλειστικά χρήση (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 14 του Ν. 2161/1993). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 19.6.2003, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 20.1.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιδόθηκε δε αυτή νομίμως ως άγνωστης διαμονής την 9.7.2004, στον αρμόδιο υπάλληλο του Δήμου ..., αφού στη διεύθυνση κατοικίας του στην οδό ..., που είχε δηλώσει στην Αστυνομία την 25.1.2002 - δηλαδή πριν την αντικατάσταση του άρθρου 273 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠΔ με το άρθρο 14 του Ν. 3160/2003, που δημιούργησε το πλάσμα δικαίου και για τη δήλωση της διεύθυνσης κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων των άρθρων 33 στοιχ. β' και γ' και 34 του ΚΠΔ - ήταν άγνωστος (ίδ. την από 28.6.2004 βεβαίωση της Επιμελήτριας Δικαστηρίων ...). Στο αποδεικτικό επίδοσης από 9 Ιουλίου 2004 της παραπάνω δικαστικής επιμελήτριας βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος δε βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του επί της οδού ... και ήταν άγνωστης διαμονής και ότι ύστερα από έρευνα διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει στην παραπάνω κατοικία ή αλλού συγγενής του κατηγορουμένου από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 του ΚΠΔ. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στις 18.1.2010, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας άσκησής της από την επίδοση της απόφασης (9.7.2004) και στην έκθεση αναίρεσης όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της, ο δε ισχυρισμός του για ακυρότητα της επίδοσης, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι τις 8.1.2010 που συνελήφθη σε εκτέλεσή της, δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος και σε κάθε περίπτωση, ενόψει των προαναφερθέντων, είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 18.1.2010, αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 6283/2003 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ