Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1654 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Δικαστηρίου σύνθεση.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Απόρριψη λόγων αναίρεσης για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων, γ) έλλειψη αιτιολογίας της απορριπτικής κρίσεως του Δικαστηρίου επί του αιτήματος αναβολής κατ' άρθρο 59 §1 ΚΠΔ, δ) απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψεως υπόψη μη αναγνωσθέντων εγγράφων και ε) απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου.




Αριθμός 1654/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα- Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 15077/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του κράτους Γεώργιο Καρακώστα.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του και στους από 27 Οκτωβρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 460/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώρηση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται πλαστό, επίσης, το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού, είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου (παρ.3). Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει δηλώσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό νομικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς άσχετο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται, κατά του πραγματικού υπευθύνου, που υποκρύπτεται. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 15077/2007 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ'είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ήλθε σε επαφή με τον Χ2 μέσω του ΑΑ και του πρότεινε να του επιτρέψει να χρησιμοποιήσει αυτός και ο τελευταίος (ΑΑ) το όνομά του, προκειμένου να πραγματοποιήσουν φορολογική έναρξη σε ατομική επιχείρηση με την επωνυμία Χ2-ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ και με αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητος διαφημίσεις. Ο Χ2 για την ενέργειά του αυτή θα ελάμβανε ως αμοιβή περί τις 500.000 δρχ. το μήνα. Ο τελευταίος που ήταν άνεργος, με ελάχιστες γραμματικές γνώσεις- σε αντίθεση με τον εκκαλούντα Χ1, που είναι γεωλόγος υπομηχανικός και σύμβουλος επιχειρήσεων- και βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση, χωρίς εμπειρία σε τέτοιες εμπορικές δραστηριότητες, αποδέχθηκε την πρόταση αυτή. 'Ετσι τον Μάϊο 2000 με ενέργειες του κατηγορουμένου Χ1 μισθώθηκε στο όνομα Χ2, από τον ..., γραφείο επί της οδού ... αρ. ... στη ..., για να δηλωθεί στην αρμόδια ΔΟΥ ως έδρα της άνω υπό σύσταση επιχείρησης. Στη συνέχεια οι προαναφερθέντες, την 15-5-2000 μετέβησαν στην αρμόδια ... ΔΟΥ και προέβησαν σε όλες τις ενέργειες που απαιτούντο για την έναρξη εργασιών της παραπάνω επιχείρησης, έλαβαν δε και τα σχετικά βιβλία εσόδων-εξόδων και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (2 μπλοκ από 1-100) ως και δελτίο αποστολής (1 χειρόγραφο μπλοκ 1-50) ενώ ακόμη με παράνομο τρόπο απέκτησαν τρία ακόμη μπλοκ παροχής υπηρεσιών, αφού αυτά δεν καταχωρήθηκαν στα βιβλία της Ζ ΔΟΥ, παρά το ότι φαινόταν ότι είχαν διατρηθεί από την εν λόγω υπηρεσία. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ1 με τους άνω συνεργάτες του εγκαταστάθηκαν για λόγους νομιμοφάνειας στο άνω γραφείο εμβαδού 60 τ.μ. περίπου, για μικρό χρονικό διάστημα, και άρχισαν να εκδίδουν μεταξύ άλλων και τα φορολογικά στοιχεία που με λεπτομέρεια αναφέρονται στο διατακτικό και αφορούσαν αμοιβές για παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών ήτοι για τη χρήση 2000 έτους 21, τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, για τη χρήση 2001 έτους 54 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 4.17.136.839 και ήδη 1.224.172,62 ευρώ, τα οποία παρέδωσαν στους φερόμενους ως πελάτες τους, που αναφέρονται στο διατακτικό. Οι συναλλαγές όμως αυτές που απεικονίζονται στα επίδικα αυτά φορολογικά στοιχεία, είναι ανύπαρκτες στο σύνολό τους και ως εκ τούτου αυτά εικονικά υπό την έννοια που αναφέρεται στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη. Τούτο διότι η ως άνω επιχείρηση, δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνο από το προαναφερθέν κύκλωμα για την έκδοση εικονικών τιμολογίων, αφού αυτή ουδέποτε ανέπτυξε οποιαδήποτε πραγματική δραστηριότητα σε σχέση με το προαναφερθέν αντικείμενό της, δεδομένου ότι ουδέποτε μίσθωσε χώρους για εγκατάσταση διαφημίσεων (από ιδιώτες Ο.Τ.Α. κλπ) ουδέποτε αγόρασε και παρέλαβε πρώτες ύλες για την δημιουργία αυτών, ουδόλως απασχόλησε το σχετικό προσωπικό, ενώ ακόμη δεν υπέβαλε δηλώσεις εισοδήματος παρά μόνο περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ και μόνο για ένα εξάμηνο του έτους 2000. Περαιτέρω από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι από τα προαναφερθέντα εικονικά φορολογικά στοιχεία που εξέδωσε ο άνω κατηγορούμενος, 26 εξ αυτών που αναφέρονται στο διατακτικό, είναι και πλαστά για τους λόγους που με λεπτομέρεια αναφέρονται στο διατακτικό. Επίσης κατ'ακολουθίαν αυτών πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Ν. Μπόϊκος είχε πλήρη γνώση της εικονικής δραστηριότητας της άνω ατομικής επιχείρησης -αφού ο ίδιος ουσιαστικά και κατά κυρίαρχο τρόπο ίδρυσε και λειτουργούσε αυτή κατά τον προαναφερθέντα εγκληματικό τρόπο, με σκοπό να αποκομίσει όφελος αυτός και οι άνω συνεργάτες του, από επιστροφές φόρου προστιθέμενης αξίας που αναλογούσε στα παραπάνω εικονικά φορολογικά στοιχεία.
Συνεπώς μετ'απόρριψη του ισχυρισμού του, ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη, αφού αυτός αγνοούσε τα περιστατικά που συνιστούν την ως άνω πράξη που τέλεσε, η οποία έτσι δεν πρέπει να του καταλογισθεί, τον οποίο κατά τα προαναφερθέντα προέβαλε, ως αβασίμου κατ' ουσία, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως συναυτουργός αυτής κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας όπως στο διατακτικό. Περαιτέρω στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται και προσδιορίζονται με τους αριθμούς τα επιμέρους εικονικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με την καθαρή αξία καθ'ενός από αυτά. Επίσης προσδιορίζονται τα πλαστά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, και η αξία καθ'ενός από αυτά και αιτιολογείται η πλαστότητα αυτών με την παραδοχή ότι η προαναφερόμενη επιχείρηση "Χ2-ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ, από την έναρξή της θεώρησε μόνο δύο μπλοκ τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που φέρουν αρίθμηση 1-50, με Π.Θ. ... και 51-100 με Π.Θ. ..., ωστόσο η επιχείρηση εξέδωσε τα Τ.Π.Υ, υπ' αριθμ. 108, 114, 116, 117, 129, από μπλοκ που φέρεται ότι έχει διατρηθεί στην ... Δ.Ο.Υ. και φέρει ίχνος θεώρησης ..., χωρίς όμως αυτό να φαίνεται να έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της, δηλαδή διατρήθηκε με παράνομο τρόπο, τα Τ.Π.Υ υπ' αριθρ. 55, 92, 89, 98, 85, 88, 93, 88, 95, 100, 93, 82, 94, 97, 86, 89, 85, 90, 95, 98, συγκρίνοντας τα με τα τιμολόγια που φέρουν αριθμό αρίθμησης 37, 38, 69, και ίδιο ίχνος θεώρησης, έχουν διαφορετικό μέγεθος χαρτιού, η αρίθμηση έχει αποτυπωθεί με διαφορετικό τρόπο, και ο χρωματισμός του χαρτιού είναι διαφορετικός, και εκδόθηκαν τιμολόγια με την ίδια αρίθμηση δύο και τρεις φορές, όπως τα υπ' αριθμ. 85/10-7-2001, 85/23-2-1001, 86/18-9-1001, 86/19-7-2001, 88/31-7-2001, 88/28-8-2001, 89/23-7-2001, 89/15-2-2001, 89/3-10-2001, 92/21-9-2001, 92/23-2-2001, 92/4-9-2001, 93/28-5-2001, 94/19-9-2001, 94/17-9-2001, 95/29-6-2001, 95/19-9-2001, 97/3-10-2001, 97/24-10-2001, 100/16-10-2001, 100/20-9-2001, που σημαίνει ότι έχουν εκδοθεί από τρία τουλάχιστο διαφορετικά μπλοκ με αρίθμηση από 51 έως 100. Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων από κοινού με τον Χ2 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997 την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζονται εξ υποκειμένου και εξ αντικειμένου τα στοιχεία του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ήτοι εκτίθενται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία δικαστήριο συνήγαγε την ουσιαστική κρίση του ότι τα τιμολόγια αυτά ήσαν εικονικά, αφού δέχεται ότι η ατομική επιχείρηση Χ2-Διαφημίσεις, της οποίας υποκρυπτόμενο πρόσωπο ήταν ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη και αιτιολογεί πλήρως την περί τούτου κρίση του. Περαιτέρω αιτιολογεί πλήρως και ποία από αυτά ήταν πλαστά και από πού συνήγαγε τούτο, με τις στο διατακτικό αναφερόμενες παραδοχές.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ίδιου Κώδικα, παράβαση τις διατάξεως του άρθρου 19 παρ 1 του Ν.2523/1997, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επικουρικά η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι α) δεν προσδιορίζεται ποια τιμολόγια εξέδωσε και ποία αποδέχθηκε ο αναιρεσείων και β) δεν προσδιορίζεται ποιος εισέπραξε την επιστροφή φόρου, και αν υπήρξε επιστροφή φόρου ποια εντολή πληρωμής και από ποια Τράπεζα, καθώς και με ποιες αποφάσεις έγινε επιστροφή του ΦΠΑ, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως στηριζόμενος ο πρώτος, αφού κατά τις παραδοχές ο κατηγορούμενος εξέδωσε μόνο και δεν αποδέχθηκε εικονικά ή πλαστά τιμολόγια και ως αλυσιτελής ο δεύτερος, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας προς θεμελίωση της ως άνω αξιόποινης πράξης δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνονται τα ανωτέρω.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 15077/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου 19 του Ν. 2593/1997 κατ'εξακολούθηση (έκδοση εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων), που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2000 έως 7-12-2001, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Από τα ενσωματωμένα στην απόφαση αυτή πρακτικά προκύπτει ότι ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο πληρεξούσιος δικηγόρος πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής μερικώτερων πράξεων δεδομένου ότι παρήλθε πενταετία από τον χρόνο τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης και μέχρι την 15-1-2007 που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το κλητήριο θέσπισμα. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, έχοντας διαλάβει στο σκεπτικό της την παρακάτω αιτιολογία. Όπως προκύπτει από τις με αριθμό ... και ... εκθέσεις ελέγχου της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών Περιφερειακή Δ/νση Κεντρικής Μακεδονίας που αναγνώσθηκαν όπως κατωτέρω αναφέρεται για την απάντηση του άνω ισχυρισμού του κατηγορουμένου-εκκαλούντος Χ1 και αφορούν τις αποδιδόμενες σ'αυτόν αξιόποινες πράξεις προκύπτει ότι η θεώρησή τους από τον προϊστάμενο της παραπάνω υπηρεσίας ... έλαβε χώρα την 27-9-2006 και 7-11-2006 αντίστοιχα. Ενόψει δε του ότι το ένδικο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο άνω κατηγορούμενος, προβλέπεται και τιμωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 19 Ν.2523/1997, φέρεται δε ότι τελέσθηκε από 7-8-2000 και εντεύθεν και εισήχθη προς δικαστική κρίση μετά την 2-11-2001 (βλ. εκκαλούμενη με αριθμό 18675/3-5-2007 απόφαση του Μον.Πλημ.Θεσσαλονίκης), η παραγραφή του αξιοποίνου αυτού αρχίζει από τις ως άνω ημερομηνίες θεώρησης των ανωτέρω πορισμάτων φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της προαναφερθείσης αρχής που διενήργησε το έλεγχο ήτοι από 27-9-2006 και 7-11-2006 σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη. Από τότε δε μέχρι σήμερα δεν συμπληρώθηκε ούτε ο βασικός χρόνος παραγραφής του αξιοποίνου του πλημμεληματικού χαρακτήρα αδικήματος αυτού (πενταετία) και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο ως άνω κατηγορούμενο-εκκαλών με τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του απορρίπτονται ως αβάσιμα.
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον κατηγορούμενο εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή ότι δεν εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξης λόγω παραγραφής, σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και με το να χωρήσει στην κήρυξη ενόχων των κατηγορουμένων και στην καταδίκη αυτών, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε και Η του ΚΠΔ 2ος και 3ος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων με τους οποίους εν σχέσει με την απόρριψη της ενστάσεως της παραγραφής, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Επειδή η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 5 του ν. 2.408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου, για αναβολή της δίκης λόγω εκκρεμότητας ζητημάτων διοικητικής φύσεως σε διοικητικό δικαστήριο, που έχουν όμως άμεση σχέση με την ποινική δίκη, κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο συνήγορος του κατηγορουμένου μετά την δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησε την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης καθόσον έχουν ασκηθεί προσφυγές του κατηγορουμένου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, οι οποίες δεν έχουν προσδιορισθεί ακόμη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε το παραπάνω αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Επειδή κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 59 ΚΠΔ όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος αναβολής σύμφωνα με την άνω διάταξη, όπως αβάσιμα ο εκκαλών-κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του ισχυρίζεται, καθόσον κανένα έγγραφο δεν προσκομίζεται από αυτούς από το οποίο να προκύπτει ότι κατά του ΑΑ ασκήθηκε ποινική δίωξη για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος και υπό τα αυτά περιστατικά, και ότι η απόφαση στη δίκη αυτή εξαρτάται από την εν λόγω επικαλούμενη υπόθεση.
Συνεπώς το ως άνω αίτημα του πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δραστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει, στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να αναβάλει την απόφαση του αλλά εξαρτάται από την κρίση του να διατάξει την αναβολή. Στην προκειμένη περίπτωση από τις άνω βεβαιώσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης προκύπτει ότι από τον κατηγορούμενο ασκήθηκαν προσφυγές κατά των με αρ. ... και ... πράξεων επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. της ...' ΔΟΥ. Με τις προσφυγές αυτές ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμμετείχε και καθ' οιονδήποτε τρόπο σε κύκλωμα έκδοσης εικονικών τιμολογίων και ζητά για τον ουσιαστικό αυτό λόγο την ακύρωση των εν λόγω πράξεων. Όμως για το εν λόγω ζήτημα και συνακόλουθα επί του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος μπορεί να κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο αυτό.
Συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 61 Κ. Π.Α και τ& σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί".
Με αυτά που διέλαβε το Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς την απορριπτική του κρίση επί του εν λόγω αιτήματος και είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων.
ΙV. Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αναφέρεται διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή αν για το έγγραφο αυτό υπάρχει αναφορά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως στην κατάθεση εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος ή όταν τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία δεν φέρονται αναγνωσθέντα στα πρακτικά και συγκεκριμένα α) τα σχετικά βιβλία εσόδων-εξόδων β) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, και δελτία αποστολής, γ) τρία μπλοκ παροχής υπηρεσιών, δ) τις εκθέσεις ελέγχου, ε) 21 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τη χρήση 2000 και 54 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για χρήση 2001. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο καθόσον ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν φέρονται αναγνωσθέντα τα παραπάνω έγγραφα, όμως α) τα σχετικά βιβλία εσόδων-εξόδων, τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και τα δελτία αποστολής αναφέρονται διηγηματικά, β) όσον αφορά τα τρία μπλοκ παροχής υπηρεσιών, γίνεται περί αυτών αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ..., υπαλλήλου της υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, γ) όσον αφορά την έκθεση ελέγχου δεν γίνεται αναφορά αυτής ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό και αυτό ανεξάρτητα του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης φέρεται ότι έχουν αναγνωσθεί οι υπ'αριμ. ... και ... εκθέσεις ελέγχου δ) τα 21 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τη χρήση 2000 και τα 54 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για χρήση 2001, τα οποία αποτελούν και το άθροισμα των εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων που εκδόθηκαν για κάθε μία από τις παραπάνω χρήσεις, ήτοι 18+3=21 για τη χρήση του έτους 2000 και 21+33=54 για τη χρήση του έτους 2001, αναφέρονται λεπτομερώς στο κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και επομένως ήταν γνωστά σ'αυτόν και μπορούσε να προβάλει τις τυχόν παρατηρήσεις του.
V. Κατά τα άρθρα 4 παρ.1εδ.γ και 5 παρ.1 περ. Α εδ.δ και παρ.2 του Ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς τους. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Περαιτέρω στο άρθρο 17 υπό στοιχ. Β του ίδιου νόμου, όπως οι παρ. 1, 3, 4 αυτού, ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν 2172/1993, και η παρ.7 μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 3327/2005 (ΦΕΚ Α 70/11-3-2005) και την προσθήκη δύο εδαφίων στην παρ.1 με το άρθρο 2 του ν. 3346/2005, (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), ορίζεται "1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση ... Στα πρωτοδικεία και εφετεία Αθηνών Πειραιώς και Θεσσαλονίκης ... ορίζονται για μία διετία από την Ολομέλεια των δικαστηρίων αυτών δικαστές, που θα προεδρεύσουν αποκλειστικά στα ποινικά δικαστήρια ... 3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα. Στο πρωτοδικείο α) όλων των προέδρων πρωτοδικών ... β) των αρχαιοτέρων πρωτοδικών ... γ) όλων των υπολοίπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων ... δ) των παρέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται μόνο αριστερά μέλη της συνθέσεως. 4. Με βάση τους πάνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. Τέλος κατά την παράγραφο 10 του ως άνω άρθρου, η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου με την αιτίαση ότι στην σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που εξέδωσε, κατ'έφεση, την προσβαλλόμενη απόφαση, ως αριστερό μέλος αυτού συμμετείχε έμμισθος πάρεδρος λόγω κωλύματος των τακτικών δικαστών χωρίς να μνημονεύεται στην οικεία θέση ότι η αναπλήρωση του κωλυομένου Πρωτοδίκη από τον Εμ. Πάρεδρο έγινε με πράξη του Δικαστή που διευθύνει το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη στο πρωτοδικείο οι δικαστές της συνθέσεως ποινικών υποθέσεων ορίζονται με κλήρωση, όπως με κλήρωση ορίζονται και οι δικαστικοί πάρεδροι ως αριστερά μέλη της συνθέσεως και επομένως ως εκ της παραπάνω υποχρεωτικής νομοθετικής ρύθμισης, δεν απαιτείται στην οικεία στήλη των πρακτικών ν'αναγράφεται ότι η σύνθεση του δικαστηρίου έγινε κατόπιν κληρώσεως και τούτο ανεξάρτητα του ότι για την αναπλήρωση πρωτοδίκη από δικαστικό πάρεδρο δεν απαιτείται πράξη του διευθύνοντος το Πρωτοδικείο μετά την ενοποίηση των οργανικών θέσεων των παρέδρων και των πρωτοδικών με το άρθρο 77 παρ.8 του Ν.1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρο 12 παρ.3 Ν.1968/1991 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 α αριθμό 9γ του Ν. 2479/1997. Η στην οικεία δε στήλη των πρακτικών κάτω από το ονοματεπώνυμο του εμμίσθου παρέδρου Κων/νου Γκόφα αναγραφόμενο "'Εμμισθος Πάρεδρος, επειδή κωλύονται οι λοιποί αρχαιότεροι Δικαστές" οφείλεται στην χρησιμοποίηση παλαιοτέρου εντύπου, πριν από τις ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις. Σε κάθε πάντως περίπτωση δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, αφού όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ο πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα δεν πρόβαλε πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας οποιαδήποτε ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου τυχόν δε υπάρχουσα έχει καλυφθεί σύμφωνα με την παραπάνω ρητή διάταξη του άρθρου 17 παρ.10 του Νόμου 1756/1988.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-2-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., και τους από 27-10-2008 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 15.077/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ορίζεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ