Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1267 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Έκδοση.




Περίληψη:
Έφεση κατά απόφασης που αποφάσισε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος Πολωνού υπηκόου μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της Πολωνίας, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 2 ½ ετών. Απόρριψη όλων των λόγων έφεσης ως αβάσιμων και ειδικότερα: α) του λόγου έφεσης για έλλειψη της από το άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ΄, δ΄ και ε΄ προϋποθέσεων για την έκδοση, ήτοι της μνείας της εκτελεστής δικαστικής απόφασης λόγω μη σαφούς προσδιορισμού του δικαστηρίου που την εξέδωσε και μη σαφούς περιγραφής των περιστατικών τελέσεως και της φύσεως και χαρακτηρισμού του εγκλήματος, εκ της αντιφάσεως μεταξύ εντάλματος και απόφασης, β) του λόγου έφεσης για μη εφαρμογή της διαδικασίας εκδόσεως εκ του λόγου ότι η πράξη για την οποία ζητείται η έκδοση τελέσθηκε πριν από την εφαρμογή του Ν. 3251/2003 και γ) του λόφου έφεσης για απόρριψη του αιτήματος του να απαγορευθεί η έκδοσή του στην Πολωνία κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του ως άνω νόμου. Απορρίπτει.




Αριθμός 1267/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 και 26 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Σπυρόπουλο και Γεώργιο Φατούρο, κατά της υπ'αριθμ. 36/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του με αριθμό

ΙΙΙ Κορ. 37/08 από 8-5-2009 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από την Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου KIELCE Πολωνίας, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 72/10-4-2009 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 642/2009. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση του εκζητουμένου και να απορριφθεί κατ' ουσίαν.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 188 του ν.3251/2004 "για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης" προκύπτει ότι, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης, αν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου αυτός διαμένει ή συλλαμβάνεται. Από τη διάταξη δε του άρθρου 22 του ίδιου νόμου (3251/2004), προκύπτει επίσης ότι, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, είναι επιτρεπτή η άσκηση εφέσεως (για την οποία συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών), στον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος αποφαίνεται σε Συμβούλιο, μετά από κλήτευση και του εκζητούμενου. Επομένως η κρινόμενη έφεση, που στην προκείμενη περίπτωση ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατά της υπ' αριθμό 36/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ.

ΙΙΙ Κορ. 37/08 από 8-5-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του εκκαλούντος από τον Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου του KIELCE, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, κατά την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό την σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται, είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής (με την έκδοσή του) θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τις διατάξεις δε του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει επίσης ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο μπορεί κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου να αφορά περισσότερα εγκλήματα, περιέχει τα εξής στοιχεία: α') ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητούμενου, β') όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιο-τυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ') μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ') φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε') περιγραφή των περιστάσεων τελέσεώς του, περιλαμβανομένου του τόπου και χρόνου τέλεσης, στ') την επιβληθείσα ποινή ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται και ζ') πληροφορίες σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της. Προϋπόθεση της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι, κατά το άρθρο 5 του νόμου, οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η δίωξη, να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών και αν πρόκειται για εκτέλεση, στερητικών της ελευθερίας, ποινής ή μέτρου ασφαλείας (που έχουν ήδη επιβληθεί), να είναι διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Από το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, γίνεται φανερό ότι ο νόμος αυτός είναι, ως προς τις άνω διατάξεις του, ποινικός δικονομικός νόμος και όχι ουσιαστικός ποινικός νόμος, αφού αυτός δεν περιέχει διατάξεις ουσιαστικού ποινικού δικαίου, αλλά προβλέπει απλώς τις διαδικασίες της σύλληψης και της, μετά από δικαστική κρίση, παράδοσης του εκζητουμένου προσώπου μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα πλαίσια της μεταξύ τους δικαστικής συνεργασίας, η οποία με τις σύγχρονες εξελίξεις της διακρατικής εγκληματικότητας γίνεται ολοένα και πιο επιβεβλημένη. Από τα παραπάνω συνάγεται αφενός μεν ότι ο πιο πάνω νόμος, ως δικονομικός νόμος, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού ποινικού δικαίου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά το ατέλεστο μέρος τους, υποθέσεις, δηλαδή και για τις αξιόποινες πράξεις που έχουν τελεστεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και αφετέρου, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής nullum crimen nulla poena sine lege (άρθρα 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του ΠΚ) όταν ο εκζητούμενος για παράδοση προς έκτιση ποινής καταδικάστηκε στην χώρα έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης με βάση τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη εξέταση στο ακροατήριο της μάρτυρος που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης από όλα τα έγγραφα και υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα ενσωματωμένα στην πρωτοβάθμια δίκη πρακτικά που αναγνώσθηκαν σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο συνήγορός του και που περιέχονται στο υποβληθέν από 21-5-2009υπόμνημά τους, προέκυψαν τα ακόλουθα. Με το με αριθμό ... από 14-8-2008 έγγραφο του S.I.R.E.N.E Πολωνίας, που αφορά αίτηση σύλληψης με σκοπό την παράδοση στις Αρχές της Πολωνίας, το οποίο επέχει θέση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, διαβιβάσθηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 2 του Ν. 3521/2004 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και άλλες διατάξεις - ΦΕΚ Α' 127, το από 8/5/2008 υπ' αριθμ.

ΙΙΙ Κορ. 37/2008 ένταλμα Σύλληψης της Εισαγγελίας Πολωνίας, το οποίο εκδόθηκε μετά την υπ' αριθμ.

ΙΙΙ Κ 56/2004 απόφαση του Εφετείου Κρακοβίας (KRACOW), με την οποία καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος-εκκαλών Χ σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξ (6) μηνών, για απειλές προκειμένου να του επιστραφούν χρέη, βιαιοπραγίες και σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 191 § 2 158 § 1, 157 § 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 11 § 2 του πολωνικού ποινικού κώδικα. Σύμφωνα με το ως άνω ένταλμα σύλληψης περιγράφονται ως εξής οι περιστάσεις τέλεσης από τον εκζητούμενο των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. "Στις 18 Απριλίου του 2002 έτους στο ... της κοινότητας ... δρώντας από κοινού και σε συνεννόηση με τον Φ με σκοπό να αναγκάσουν τον Ζ την επιστροφή χρέους σε μορφή επανόρθωσης της ζημιάς που προέκυψε από την υποψία του προσβεβλημένου περί εμπρησμού αχυρώνα που ανήκε στον Θ και έχοντας πεποίθηση ότι εκτελεί τη δική του απαίτηση κατά το κατάλληλο άτομο έλαβε μέρος στο ξυλοκόπημα του Ζχρησιμοποιώντας βία που συνίσταται στον ξυλοδαρμό του αναφερομένου, χτυπώντας τον με μεταλλικό σωλήνα καθώς και κλοτσώντας τον σε όλο το σώμα και έτσι τον έκθεσε σε άμεσο κίνδυνο βαριάς κάκωσης του σώματος, προκαλώντας πολλαπλές κακώσεις με σύνθετα κατάγματα των δυο ωλένιων οστών και τον ακρωτηριασμό δακτύλου αριστερού χεριού. Οι κακώσεις αυτές προκάλεσαν σε αυτόν διαταραχή στην υγεία του για χρόνο που ξεπερνάει τις εφτά (7) ημέρες, εκ τούτου απειλούσε τον Ζ με δολοφονία". Η παραπάνω περιγραφή των περιστάσεων του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ταυτίζεται με την περιγραφή των περιστατικών της από 12 Απριλίου 2006 απόφασης του Εφετειακού Δικαστηρίου στην Κρακοβία.
ΙΙ Τμήμα Ποινικού Δικαστηρίου, περιγραφή η οποία επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια στο υπ' αριθμ. ... από 14-8-2008 έγγραφο του S.I.R.E.N.E Πολωνίας και δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι με την παραπάνω καταδικαστική απόφαση ο εκζητούμενος τέλεσε από κοινού με τον αδελφό του τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και όχι μόνο ο τελευταίος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Εξ άλλου διασαφηνίζεται πλήρως στο οικείο τμήμα του ως άνω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ότι η εκτελεστή απόφαση επί της οποίας βασίζεται τούτο (ένταλμα σύλληψης) είναι η απόφαση του Εφετείου Κρακοβίας από 12 Απριλίου του έτους 2006, η οποία μεταρρύθμισε την από 27 Σεπτεμβρίου 2005 απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Κιέλτσε, και δεν δημιουργείται καμμιά ασάφεια ως προς το ποιο δικαστήριο εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση με βάση την οποία εκδόθηκε το ως άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Το Πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι το ως άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης έχει όλα τα αξιούμενα από το άρθρ. 2 παρ. 1 του ν. 3251/2004 στοιχεία και ειδικότερα α)τη μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, και β)τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, και γ)περιγραφή των περιστάσεων, τέλεσής του, δεν έσφαλε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα. Η δε αιτίαση για μη εφαρμογή επί του προκειμένου της διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του νόμου 3251/2004, εν όψει του χρόνου που φέρεται ότι τελέσθηκε η πράξη την 18/4/2002 δηλαδή προ της ισχύος του νόμου, αυτού είναι αβάσιμη σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, εν όψει και του ότι όπως προκύπτει από τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 εδ. α' του ως άνω νόμου, κατά την οποία "οι αιτήσεις έκδοσης που παραλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις για την έκδοση ...", κρίσιμος για το ζήτημα αυτό χρόνος είναι, η παραλαβή της αιτήσεως έκδοσης και όχι ο χρόνος τέλεσης της πράξεως ή των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση, ενώ και το υπό εκτέλεση ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε, όπως αναφέρθηκε, την 8-5-2008, δηλαδή μετά την ισχύ του εν λόγω νομού.

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 12 του ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες δύναται ν' απαγορευθεί η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση ε' του άρθρου τούτου, κατά την οποία "αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, είναι έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων ηλικίας 9 και 3,5 ετών και φέρεται ότι εργάζεται από το έτος 2005 στο συνεργείο αυτοκινήτων του .... Κατά το έτος 1997, καταδικάσθηκε με την 102.665/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα μηνών και δέκα ημερών και χρηματική ποινή 100.000 δρχ. διότι καταλήφθηκε να οδηγεί ΙΧΕ αυτοκίνητο α)χωρίς να έχει την απαιτούμενη κατά νόμον, κατά περίπτωση και κατηγορία άδεια ικανότητας οδηγού και β) βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα 1,24 ο/οο. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων όσον αφορά την ατομική και οικογενειακή κατάσταση του εκζητουμένου, ναι μεν η έκδοση του στην Πολωνία προς έκτιση της παραπάνω ποινής ενδέχεται να δημιουργήσει κάποιο πρόβλημα σ' αυτόν και ιδιαίτερα στην οικογένειά του, όμως η βαρύτητα της πράξεως και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε, (κτυπήματα με σωλήνα με συνέπεια ακρωτηριασμό δακτύλου του χρόνου που εκτελέσθηκε, και κατά το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται να έχει μόνιμη διαμονή στην ημεδαπή αλλά και της προηγούμενης καταδίκης του στην ημεδαπή το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ν' απαγορευθεί η έκδοσή του στην Πολωνία.
Συνεπώς και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος δεν υπέπεσε σε νομικό ή πραγματικό σφάλμα και η έφεση αυτού, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται κατά τους τύπους και απορρίπτει κατ' ουσία την από 10 Απριλίου 2009 έφεση του εκζητουμένου Χ κατά της υπ' αριθμ. 36/2009 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή