Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1535 / 2010    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας (συνειδητή) κατά συρροή. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτης ακυρότητας εκ της αναγνώσεως προανακριτικής καταθέσεως του κατηγορουμένου λήψεως υπόψη εγγράφων δεν αναγνώστηκαν, εκ του φερόμενου ανεπαρκούς προσδιορισμού εγγράφων, ελλείψεως ανακρίσεως (358 ΚΠΔ) -.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1535/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Δημητρούλα Υφαντή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δημήτριο Κράνη και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα και τον Γραμματέα Χρήστο Πήτα, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναι-ρέσεως της 335/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 885/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 335/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα τεσσάρων (34) μηνών ανασταλείσα. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος διότι: "Στο ... με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο στις 17-10-2002 από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει επέφερε το θάνατο περισσότερων προσώπων, αποτέλεσμα το οποίο προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρόνο προμήθευσε με ποσότητα πετρελαίου την Δ1, προκειμένου αυτή να χρησιμοποιηθεί στην κατοικία της για τις ανάγκες της θέρμανσης, η οποία ποσότητα πετρελαίου είχε χαμηλό σημείο ανάφλεξης και δη αυτό της θερμοκρασίας περιβάλλοντος αντί της κατωτάτης των 55 βαθμών Κελσίου λόγω της ύπαρξης βενζίνης σε αυτό, με αποτέλεσμα όταν σημειώθηκε διαρροή πετρελαίου κατά τον εφοδιασμό της εν λόγω οικίας τη στιγμή που η Δ1 και ο Δ2 εισέρχονταν στο υπόγειο της κατοικίας για να αξιολογήσουν το μέγεθος της διαρροής, ο οποίος και έκανε χρήση αναπτήρα, να λάβει χώρα έκρηξη και έτσι να επέλθει ο θάνατος στην Δ1, στον Δ2, καθώς και στη Α1 και στη Α2, οι οποίες και βρίσκονταν πλησίον του υπογείου της κατοικίας. Ο ίδιος προέβλεψε ως δυνατή την επέλευση του προανα-φερθέντος αποτελέσματος, ωστόσο από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει η πρόβλεψη του ήταν ελλιπής καθώς ο ίδιος πίστευε ότι αυτό δε θα επερχόταν και έτσι δεν απείχε από τον εφοδιασμό της Δ1 με την προαναφερθείσα ποσότητα πετρελαίου."
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα: "Ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.) μετά από σχετική απόφαση των αρμοδίων οργάνων του, προχώρησε στη δημοπράτηση του έργου με την ονομασία ... το οποίο αφορούσε την ανέγερση εργατικών κατοικιών στην περιοχή του .... Μετά από τη διενέργεια διαγωνισμού και δημοπράτηση, ανάδοχος του ως άνω έργου αναδείχθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.". Κατόπιν τούτου, οι εργασίες ανέγερσης των κατοικιών, οι εγκαταστάσεις, τα έργα υποδομής καθώς και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, είχαν συντελεσθεί στις 31-5-2002. Στις 11-9-2002 παραδόθηκαν οι εργατικές κατοικίες στους δικαιούχους από τον Ο.Ε.Κ., οι οποίοι άρχισαν να μεταφέρουν την οικοσκευή τους σ' αυτές, χωρίς όμως να υφίσταται ακόμη δυνατότητα πλήρους εγκατάστασης, διότι οι εν λόγω εργατικές κατοικίες δεν είχαν ακόμη ηλεκτροδοτηθεί πλήρως και επίσης, εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται κάποιες εργασίες καθαρισμού στο χώρο των λεβητοστασίων, προκειμένου στη συνέχεια, αφού γίνει η ηλεκτροδότηση των κατοικιών, να λάβουν χώρα οι αναγκαίες δοκιμές λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης. Περαιτέρω, στις 17-10-2002 η Δ1, μία εκ των δικαιούχων των εργατικών κατοικιών, η οποία σημειωτέον είχε εγκατασταθεί στην κατοικία της, με την έγκριση των υπαλλήλων της αναδόχου εταιρίας, αλλά και του επιβλέποντος μηχανικού του ΟΕΚ, παρήγγειλε από το πρατήριο καυσίμων που διατηρεί στο ... ο κατηγορούμενος Χ για τις ανάγκες θέρμανσης της κατοικίας της 1.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί, ότι δυνάμει της από 19-10-2001 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου (πενταετούς διάρκειας, ήτοι από 01-9-2001 μέχρι 31-8-2006), που υπεγράφη μεταξύ του κατηγορουμένου και της εταιρίας πετρελαιοειδών με την επωνυμία "SHELL HELLAS Α.Ε.", ο ως άνω πρατηριούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταπωλεί από το πρατήριο του αποκλειστικά τα καύσιμα και τα λοιπά συναφή προϊόντα της παραπάνω εταιρίας πετρελαιοειδών, η οποία με τη σειρά της προέβη σε βελτιώσεις των εγκαταστάσεων του πρατηρίου. Επίσης, πέραν του ανωτέρω, ως όροι της εν λόγω συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας είχαν συμφωνηθεί, η απαγόρευση έστω και εναποθηκεύσεως καυσίμων που δεν προέρχονται από την προαναφερόμενη εταιρία πετρελαιοειδών, η αποκλειστική προμήθεια απ' την παραπάνω εταιρία πετρε-λαιοειδών καυσίμων θερμάνσεως ενώ αυτός (πρατηριούχος), πριν από κάθε παραλαβή καυσίμων από τη SHELL, θα εξετάζει το άθραυστο των σφραγίδων του μεταφέροντος σε σφρα-γισμένα διαμερίσματα βυτιοφόρου οχήματος της, ή τρίτου, ανεξάρτητου μεταφορέα και θα αρνείται την παραλαβή σε περίπτωση που ο όρος αυτός δεν τηρείται, αξιώνοντας να παραλαμβάνει από τον οδηγό του μεταφέροντος καύσιμα βυτιοφόρου οχήματος το κατά νόμο σφραγισμένο μέσα σε λευκοσίδηρο δοχείο δείγμα της παραδοθείσας ποσότητας, το οποίο οφείλει να διαφυλάττει για την περίπτωση ενδεχόμενου αγορανομικού ελέγχου μέχρι την επόμενη παραλαβή, σε περίπτωση δε μη παραδόσεως τέτοιου δείγματος από τον οδηγό του βυτιοφόρου τότε αυτός μπορεί ν' αρνηθεί την παραλαβή της σχετικής ποσότητας καυσίμου. Επίσης, ο πρατη-ριούχος όφειλε να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα για την αποφυγή ατυχημάτων στο πρατήριο και υποχρεούνταν στην τήρηση όλων των κανόνων ασφαλείας κατά την εκφόρτωση των καυσίμων. Η εν λόγω συμφωνία άρχισε να λειτουργεί από τα τέλη του 2001, οπότε η Shell προμήθευε συστηματικά τον κατηγορούμενο με καύσιμα και άλλα συναφή προϊόντα. Στις 16-10-2002 η Shell δυνάμει του υπ' αριθ. ... τιμολογίου - δελτίου αποστολής πώλησε στον κατηγορούμενο ποσότητα 29.806,21 λίτρων πετρελαίου θέρμανσης και ποσότητα 6.002,21 λίτρων πετρελαίου κίνησης. Οι παραπάνω ποσότητες φορτώθηκαν στο ..., στο υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της μεταφορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑ ΤΡΑΝΣ ΙΜΕ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη ..., η οποία είχε προστήσει στην οδήγηση του τον Α3. Ο τελευταίος ανεφοδίασε καταρχάς τα πρατήρια των Α4 στη ... και του Α5 στο ... και στη συνέχεια μετέφερε τα καύσιμα στο πρατήριο του κατη-γορουμένου στο ...νσης που παραδόθηκε στο πρατήριο του κατηγορουμένου βρίσκονταν στα υπ' αριθ. 6-8 διαμερίσματα του βυτιοφόρου, ήταν δε σφραγισμένο κατά την έξοδο από τις αποθήκες με αριθμούς σφραγίδων .... Όταν στις 16-10-2002 παραδόθηκαν από τον οδηγό του βυτιοφόρου οχήματος, Α3, στο πρατήριο του κατηγορουμένου οι ανωτέρω ποσότητες καυσίμων ακολουθήθηκε η συνηθισμένη και προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, με την παράδοση από τον οδηγό στον Δ2 (θανόντα αδελφό του κατηγορουμένου, με τον οποίο ο τελευταίος είχε τη συνεκμετάλλευση του εν λόγω πρατηρίου) δύο δειγμάτων, για τα οποία υφίσταται υπογραφή παραλαβής επί του τιμολογίου. Τα δείγματα αυτά ο κάθε πρατηριούχος (μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος) είναι υποχρεωμένος να τα φυλάσσει μέχρις εξαντλήσεως της ποσότητας καυσίμου από το οποίο έχει ληφθεί, ενώ σε περίπτωση που η διακίνηση των καυσίμων γίνεται με δημόσιας χρήσης φορτηγά οχήματα, όπως εν προκειμένω, ο μεταφορέας παραδίδει στον πρατηριούχο τα δείγματα σε σφραγισμένα δοχεία, τα οποία ο τελευταίος οφείλει να φυλάσσει μέχρι την επόμενη παράδοση. Μετά την κατά τα ανωτέρω κλήση της Δ1 ο αδελφός του κατηγορουμένου Δ2, ανέλαβε να μεταφέρει και να προμηθεύσει με ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης τις εργατικές κατοικίες χρησιμοποιώντας γι' αυτό το μικρό βυτιοφόρο όχημα του πρατηρίου. Όταν έφθασε ο Δ2 στην οικία της Δ1, συνέδεσε τη μάνικα του βυτιοφόρου με την ειδική υποδοχή (στόμιο) που βρισκόταν στο χώρο έξωθεν της οικίας, από την οποία εισερχόταν το καύσιμο κατά την πλήρωση και κατέληγε στην υπάρχουσα στο υπόγειο της κατοικίας δεξαμενή πετρελαίου. Μόλις πραγμα-τοποιήθηκε η μεταφορά της ποσότητας πετρελαίου θέρμανσης από το μικρό βυτιοφόρο του πρατηρίου του κατηγορουμένου στη δεξαμενή πετρελαίου της εν λόγω κατοικίας, ο Δ2, αφού μάζεψε τη μάνικα τροφοδοσίας καυσίμου, αποχώρησε από το χώρο. Στη συνέχεια, η Δ1, κατεβαίνοντας στο υπόγειο της κατοικίας για να ελέγξει την παραληφθείσα ποσότητα πετρελαίου θέρμανσης, διαπίστωσε ότι υπήρχε διαρροή, η οποία, όπως εξακριβώθηκε εκ των υστέρων, οφειλόταν στο γεγονός ότι η βάνα καθαρισμού της δεξαμενής ήταν ανοικτή. Κατόπιν τούτου, η Δ1 ειδοποίησε τους γείτονες, τον υπάλληλο της κατασκευάστριας εταιρίας, Α6, την Πυροσβεστική Υπηρεσία και τον Δ2. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα ο τελευταίος επέστρεψε εκ νέου στο συγκρότημα των εργατικών κατοικιών του ... και μαζί με την Δ1 κατέβηκαν στο υπόγειο της κατοικίας της προκειμένου να βρουν την αιτία της διαρροής του πετρελαίου θέρμανσης από τη δεξαμενή και να αξιολογήσουν την κατάσταση για την απορροή του πετρελαίου. Μόλις τούτοι εισήλθαν στο υπόγειο, κι ενώ έξω απ' αυτό (υπόγειο) ανέμεναν η Α1 και Α2, δικαιούχοι άλλων εργατικών κατοικιών του συγκροτήματος, ο Δ2, δεδομένου ότι δεν υπήρχε φωτισμός στο υπόγειο, άναψε τον αναπτήρα του για να διακρίνει την έκταση της διαρροής, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ισχυρότατη έκρηξη, να σκοτωθούν αμέσως ο Δ2 και η Δ1, που υπέστη απανθράκωση της κεφαλής, του λαιμού και του θώρακος και να τραυματισθούν βαρύτατα η Α1 και η Α2, οι οποίες, αφού μεταφέρθηκαν για νοσηλεία στη ΜΕΘ του νοσοκομείου "..." Θεσσαλονίκης, κατέληξαν, η μεν πρώτη στις 27-10-2002, εξαιτίας των βαρέων εγκαυμάτων τρίτου βαθμού στο 84% του σώματος της, των σηπτικών επιπλοκών και της ανεπάρκειας πολλαπλών οργά-νων, η δε δεύτερη στις 01-11-2002, λόγω των βαρέων εγκαυμάτων τρίτου βαθμού στο 90% του σώματος της, των σηπτικών επιπλοκών καθώς και του συνδρόμου ανεπάρκειας πολλαπλών οργάνων. Περαιτέρω, όπως διαπιστώθηκε μετά το επισυμβάν ατύχημα, το πετρέλαιο θέρμανσης με το οποίο ο κατηγορούμενος προμήθευσε την κατοικία της Δ1 ήταν μη κανονικό και ειδικότερα, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 476/2002 έκθεση αναλύσεως της Δ' Χημικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης (αριθμός δείγματος 120) βρέθηκε αυτό να έχει σημείο ανάφλεξης σε θερμοκρασία περιβάλλοντος αντί της κατώτατης των 55 βαθμών Κελσίου. Επρόκειτο δηλαδή για πετρέλαιο θέρμανσης, το οποίο ήταν νοθευμένο με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών σε ποσοστό 21% και λόγω του πολύ χαμηλού σημείου αναφλέξεώς του, ιδιαίτερα επικίνδυνο για τους καταναλωτές. Αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, ελήφθη δείγμα καυσίμου από τις αντλίες του πρατηρίου του κατηγορουμένου (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. 119/18-10-2002 πρωτόκολλο δειγματοληψίας), το οποίο βρέθηκε απολύτως κανονικό, όπως βεβαιώνεται στην υπ' αριθ. ΔΠ 188 έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους. Επιπροσθέτως, ελήφθη δείγμα τόσο από την πολυκατοικία που συνέβη το ατύχημα, τα αποτελέσματα της οποίας αποτυ-πώνονται στην προαναφερόμενη υπ' αριθ. 476/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ (Δ' Χημική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης), όσο και το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... μικρό βυτιοφόρο όχημα που χρησιμοποιήθηκε για τον εφοδιασμό της δεξαμενής της εν λόγω πολυκατοικίας, το οποίο βρέθηκε επίσης μη κανονικό λόγω προσμίξεως με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών σε ποσοστό 8% (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας και την υπ' αριθ. 475/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ). Εξάλλου, πριν από την έκρηξη, ο θανών Δ2 είχε εφοδιάσει με ποσότητες πετρελαίου θέρμανσης από το ίδιο ως άνω βυτιοφόρο και άλλες εργατικές κατοικίες, από τις οποίες ελήφθησαν επίσης δείγματα που ελέγχθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους και βρέθηκαν όλα μη κανονικά λόγω προσμίξεως με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών σε ποσοστά που κυμαίνονταν από 8% μέχρι 18% (βλ. σχετ. το υπ' αριθ. 122/18-10-2002 πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά την διπλανή πολυκατοικία του δυστυχήματος και την υπ' αριθ. 474/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του Α7, ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ. 473/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του Α8 ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ....2 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή της ... ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ. ... έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθμ. 126/18-10-2002 πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του ... ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ. 489/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ, το υπ' αριθμ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του ... ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθμ. 490/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ και το υπ' αριθ. ... πρωτόκολλο δειγματοληψίας που αφορά τη δεξαμενή του ...ομοίως στις εργατικές κατοικίες και την υπ' αριθ. 491/2002 έκθεση αναλύσεως του ΓΧΚ). Από την άλλη πλευρά, σε κανένα από τα πρατήρια της Βορείου Ελλάδος (... κλπ.), τα οποία είχαν εφοδιασθεί με καύσιμα από την ίδια παρτίδα της 5ήθ
ΙΙ, αλλά και σε αυτό που μεταφέρθηκαν την ίδια ημέρα (16-10-2002) με το ΔΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α3 (...), δεν εμφανίστηκε το παραμικρό πρόβλημα μη κανο-νικότητας αυτών, ενώ είναι χαρακτηριστικό, ότι αν και στα παραπάνω πρατήρια βρέθηκαν τα δείγματα που άφησε ο ως άνω οδηγός, όπως άλλωστε ήταν υποχρεωμένος, στο πρατήριο του κατηγορουμένου δεν βρέθηκε τέτοιο δείγμα, παρά το γεγονός, ότι ο ίδιος ο θανών, υπέγραψε στο σώμα του σχετικού τιμολογίου στη θέση όπου υπάρχει η έντυπη ένδειξη "παρελήφθησαν σφραγισμένα δείγματα βυτιοφόρου". Περαιτέρω, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο - καθόσον ισχυρίσθηκε ότι το δείγμα καυσίμου που λήφθηκε από το πρατήριο του και βρέθηκε κανονικό προερχόταν από την μάνικα της αντλίας, η οποία δεν είχε χρησιμοποιηθεί κατά τις νυκτερινές ώρες τις 16-10-2002 και έτσι το καύσιμο που περιείχε δεν ήταν από την παραληφθείσα την ίδια ημέρα ποσότητα, σε συνδυασμό με τα υποστηριζόμενα από μέρους του περί μη κανονικότητας του πετρελαίου θέρμανσης που είχε παραλάβει - η διενέργεια νέας δειγματοληψίας και αναλύσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 23-10-2002, δηλαδή πέντε (5) ημέρες έπειτα από το επισυμβάν ατύχημα (βλ. σχετ. τα από 23-10-2002 υπ' αριθ.... πρωτόκολλα δειγματοληψίας), χωρίς όμως την παρουσία εκπροσώπων της Shell. Τα ως άνω νέα δείγματα βρέθηκαν μη κανονικά λόγω προσμίξεώς τους με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών σε ποσοστό 32% και 21% αντίστοιχα (βλ. σχετ. τις υπ' αριθμ. 492/2002 και 493/2002 εκθέσεις αναλύσεως του ΓΧΚ). Πλην όμως, τα δείγματα αυτά ελήφθησαν μετά την παρέλευση αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος από δεξαμενές που είχαν παραμείνει αφύλακτες και ασφράγιστες, με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται η επέμβαση τρίτων στο περιεχόμενο σ' αυτές καύσιμο, προκειμένου να ενοχοποιηθεί η προμηθεύτρια εταιρία. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, η εξέταση των δειγμάτων που λήφθηκαν τόσο από το μικρό βυτιοφόρο όχημα που διέθετε το πρατήριο του κατηγορουμένου όσο και από τις δεξαμενές πετρελαίου των δικαιούχων των εργατικών κατοικιών, που είχαν προμηθευθεί την ίδια εκείνη ημέρα του ατυχήματος πετρέλαιο θέρμανσης από το ως άνω πρατήριο, έδειξε ότι το πετρέλαιο θέρμανσης αυτών εμφανίζει διαφορετικές τιμές ποσοστών προσμίξεως με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών (από 8% μέχρι και 21%) και τούτο εξηγείται από το γεγονός, ότι η νόθευση πραγματοποιούνταν από τον κατηγορούμενο και τον αδελφό του ... (θανόντα) κατά τη φόρτωση του μικρού βυτιοφόρου του πρατηρίου με το οποίο μεταφέρονταν τα καύσιμα στους παραλήπτες και μάλιστα εμπειρικά, χωρίς δηλαδή από πριν να υφίσταται ορισμένη αναλογία. Τούτο γινόταν για να λειτουργήσει η πρόσμιξη αυτή ως αντιπαγωτικό του πετρελαίου θέρμανσης, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι θερμοκρασίες που επικρατούν κατά τους χειμερινούς μήνες στο ... είναι οι χαμηλότερες στην Ελλάδα, στόχο τον οποίο είχαν επιτύχει, δεδομένου ότι το πρατήριο τους ήταν πρώτο σε κατανάλωση λόγω του ότι το πετρέλαιο που πωλούσαν δεν πάγωνε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στις 17-10-2002(ημεροχρονολογία του ενδίκου ατυχήματος) διορίσθηκαν από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Δράμας, η οποία ανέλαβε την ευθύνη της διερεύνησης των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εν λόγω ατύχημα, εξειδικευμένοι πραγματογνώμονες οι οποίοι, μετά από επιτόπια θεώρηση στις 18-10-2002 και έρευνα του χώρου όπου συνέβη το τραγικό συμβάν, κατάρτισαν τη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία εγχείρησαν στις 21-10-2002. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα σ' αυτήν, οι ηλεκτρικές εγκαταστάσεις του κτιρίου βρέθηκαν σε καλή κατάσταση και ήταν αξιόπιστες. Το κτίριο δεν είχε ηλεκτροδοτηθεί ακόμα και συνεπώς, αποκλείσθηκε η πιθανότητα προκλήσεως της έκρηξης από ηλεκτρικά αίτια. Τόσο ο καυστήρας όσο και ο λέβητας αλλά και η δεξαμενή καυσίμου βρέθηκαν άθικτοι. Το φίλτρο πετρελαίου του καυστήρα δεν είχε ίχνη καυσίμου, που σημαίνει ότι ουδέποτε τέθηκαν σε λειτουργία. Οι διακόπτες (βάνες) της δεξαμενής βρέθηκαν κλειστές. Δεν υπήρχε τροφοδοσία ηλεκτρικού ρεύματος του καυστήρα, όπως άλλωστε και όλου του κτίσματος. Η πρόκληση εκρήξεως δεν οφειλόταν σε κακοτεχνίες κατασκευής του λεβητοστασίου και της δεξαμενής ούτε και σε τυχόν κακή λειτουργία αυτών, ο λόγος δε που βρέθηκε καύσιμο στο δάπεδο του υπογείου, σύμφωνα και με τις μαρτυρικές καταθέσεις, είναι ότι κατά την πλήρωση της δεξαμενής καυσίμου ο διακόπτης (βάνα αποστράγγισης) της δεξαμενής, ήταν ανοικτός. Όταν έγινε αντιληπτό, ότι ήταν ανοικτός, κάποιος τον έκλεισε. Συμπερασματικά, το συμβάν δεν μπορεί ν' αποδοθεί σε τεχνικό πρόβλημα των ηλεκτρο-μηχανολογικών εγκαταστάσεων του κτιρίου, αλλά στο γεγονός, ότι το έντονα πτητικό καύσιμο δημιούργησε μαζί με τον ατμοσφαιρικό αέρα εκρηκτικό μείγμα, που ανεφλέγη από τη χρήση φλόγας. Σύμφωνα με όσα έγιναν παραπάνω δεκτά, υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος αν και προέβλεψε ότι προμηθεύοντας μεταξύ άλλων και την οικία της θανούσας, Δ1 με πετρέλαιο μη κανονικό, δηλαδή με σημείο ανάφλεξης τη θερμοκρασία περιβάλλοντος αντί της κατώτατης των 55° βαθμών Κελσίου, λόγω πρόσμειξης με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών,το οποίο ήταν επικίνδυνο για κατανάλωση, εν τούτοις πίστεψε ότι δεν θα προκληθεί έκρηξη και θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου τεσσάρων ανθρώπων. Το ότι γνώριζε για τη μη κανονικότητα της ποιότητας του πετρελαίου θέρμανσης προκύπτει από το ότι ο ίδιος από ελλιπή γνώση, προέβη στην πρόσμειξη του πετρελαίου με κατώτερα κλάσματα της περιοχής των βενζινών κατά το χρόνο που πραγματοποιούσε τη φόρτωση του βυτίου του με πετρέλαιο για την τροφοδοσία των εργατικών κατοικιών, προκειμένου η πρόσμειξη αυτή να λειτουργήσει ως αντιπα-γωτικό του πετρελαίου, όπως κατέθεσαν ορισμένοι από τους εξετασθέντες μάρτυρες. Ο προβληθείς από τον κατηγορούμενο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για τη μη κανονικότητα του καυσίμου, αφού έτσι το είχε προμηθευτεί από την εταιρία SHELL, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια αφού αν η νόθευση προέρχονταν από την προμηθεύτρια (πωλήτρια) του πετρελαίου θέρμανσης εταιρία SHELL, τα δείγματα θα έπρεπε να εμφανίζουν αν όχι το ίδιο ποσοστό νόθευσης, πάντως μικρές αποκλίσεις και όχι σε ποσοστό έως 13%, όπως σε ορισμένα από τα εξετασθέντα δείγματα διαπιστώθηκε. Η διαφορετικότητα δε αυτή σε ποσοστά νόθευσης ενισχύει την κρίση ότι η επενέργεια στο πετρέλαιο θέρμανσης γίνονταν κατά τη διάρκεια της φόρτωσης του βυτίου του κατηγορουμένου, χωρίς η μείξη να γίνεται με κάποια εκ των προτέρων επιλεγμένη αναλογία, αλλά κατά προσέγγιση. Επομένως, εφόσον ο παραπάνω κατηγορούμενος προέβλεψε ως δυνατή την επέλευση του παραπάνω αποτελέσματος, ωστόσο από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, η πρόβλεψη του ήταν ελλιπής καθώς πίστευε στην μη επέλευση του, πρέπει για το λόγο αυτό να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, ενώ θα πρέπει ν' απορριφθούν οι περί του αντιθέτου αυτοτελείς ισχυρισμοί του."
Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο, διέλαβε στο σκεπτικό αλληλοσυμπληρούμενο με το διατακτικό της αποφά-σεως, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία της συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση του οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28, 94, 302 § 1 ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά της συνειδητής αμέλειας του αναιρεσείοντος, ο οποίος διατηρώντας με τον αδελφό του Δ2 πρατήριο υγρών καυσίμων προέβη στην πρόσμειξη πετρελαίου θέρμανσης με κατώτερα κλάσματα της περιοχής βενζινών, με αποτέλεσμα, λόγω της δυσαναλογίας της πρόσμειξης των ουσιών αυτών (πετρέλαιο - κλάσματα βενζινών) να προκληθεί έκρηξη, με την αφή αναπτήρος στο χώρο προμήθειας πετρελαίου, από την οποία (έκρηξη) από μόνη ενεργό αιτία επήλθε ο θάνατος τεσσάρων ατόμων, ο δε κατηγορούμενος αν και προέβλεψε το άνω αποτέλεσμα, πίστευε ότι δεν θα επέλθει, προς δε αναφέρει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της πράξης του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) οι προαναφερθείσες παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούν επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αν στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως εν προκειμένω οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά, ούτε οι άνω παραδοχές είναι αντιγραφή και μάλιστα μερική μόνο του σκεπτικού της πρωτοβάθμιας απόφασης. β) από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, ότι το δικαστήριο συνήγαγε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των μαρτύρων, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων ... και ..., οι οποίες δεν μπορεί να καταληφθεί αμφιβολία ότι τις συνεκτίμησε το δικαστήριο από μόνο το λόγο ότι δεν σχολίασε αυτές, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε προκύπτει επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων εξ' αυτών. β) δεν δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση με την παραδοχή στο σκεπτικό ότι η νόθευση του πετρελαίου θέρμανσης έγινε με κατώτερα κλάσματα της περιοχής βενζινών για να λειτουργήσει η πρόσμειξη αυτή ως αντιπαγωτικό, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι η πρόσμειξη αυτή έγινε με βενζίνη, αφού πρόκειται για το ίδιο υγρό (υλικό). γ) είναι σαφής η παραδοχή ότι η πρόσμιξη πετρελαίου θέρμανσης και βενζίνης έγινε στο βυτιοφόρο όχημα, δεν δημιουργείται δε ασάφεια ή ενδοιαστική αιτιολογία με την αναφορά στο σκεπτικό "ότι τα δείγματα που ελήφθησαν (στις 23-10-2002) βρέθηκαν μη κανονικά λόγω προσμείξεώς του με κατώτερα κλάσματα της περιοχής βενζινών σε ποσοστό 32% και 21% αντίστοιχα...πλην όμως τα δείγματα αυτά ελήφθησαν μετά παρέλευση αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος από δεξαμενές που είχαν παραμείνει αφύλακτες και ασφράγιστες με αποτέλεσμα να μην αποκλείεται η επέμβαση τρίτων στο περιεχόμενο σ' αυτές καύσιμο, προκειμένου να ενοχοποιηθεί η προμηθεύτρια εταιρία" δ) κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενη αποφάσεως το πετρέλαιο θέρμανσης ήταν νοθευμένο με κατώτερα κλάσματα της περιοχής βενζίνης κατά ποσοστό 21% και λόγω του χαμηλού σημείου ανάφλεξης ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο για τους καταναλωτές, δεν ήταν δε αναγκαίο να αιτιολογήσει για ποιο λόγο πρόσθεσε στο πετρέλαιο θέρμανσης εν γνώσει του βενζίνη, που είναι ακριβότερη ούτε να αναφέρει τις τιμές πετρελαίου και βενζίνης, ούτε την τιμή πωλήσεως του μείγματος ούτε τον τρόπο φόρτωσης, αποθήκευσης .... των κατωτέρων προϊόντων της περιοχής βενζίνης, ούτε αν υπάρχουν ειδικά προϊόντα - αναψυκτικά που προστίθενται σε μικρότερη αναλογία.
ε) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως με το να μην απαντήσει αιτιολογημένα στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ότι α) δεν υπήρχε λόγος ούτε συμφέρον να προστεθεί βενζίνη στο πετρέλαιο θέρμανσης και μάλιστα κατά ποσοστό 20% αφού η βενζίνη είναι ακριβότερη β) η προσθήκη βενζίνης στο πετρέλαιο για να μην παγώσει, το τελευταίο δεν δικαιολογείται λόγω των επικρατουσών υψηλών θερμοκρασιών (21ο C) διότι οι άνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά αρνητικοί της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας (Ολ ΑΠ 1198/90). Επομένως, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ, Ε και Β του ΚΠοινΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εκ πλαγίου παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων και της ελλείψεως ακροάσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις οι διαλαμβανόμενες στον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), 31 παρ. 2 (ως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3160/2003), 105 παρ. 2 και 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεως του, που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή ανώμοτης καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Συνακόλουθα η κατά παράβαση της απαγο-ρεύσεως αυτής αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της ως άνω καταθέσεώς του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠοινΔ και θεμελιώνει έτσι τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Αυτό δε, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώ-ματός του για δίκαιη δίκη, που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακη-ρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μη εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά τη κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής (Ολ.ΑΠ 1/2004, ΑΠ 479/09).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, ως αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο το οποίο έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου αναφέρεται μεταξύ άλλων υπό τον αριθμό 16 "το με αριθ. πρωτ. ΕΜΠ: 11/24-11-2003 έγγραφο του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος περιφ. Δ/νσης Ανατολ. Μακεδονίας και Θράκης". Στο άνω έγγραφο εμπεριέχεται περίληψη της από 8-11-2002 ανωμοτί κατάθεσης του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ενώπιον των προανα-κριτικών υπαλλήλων του Σ.Δ.Ο.Ε. ενεργούντων προανάκριση αυτεπαγγέλτως, χωρίς εισαγγελική παραγγελία και πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 72 ΚΠοινΔ, τρόπους. Ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση του άνω εγγράφου με την εμπεριεχόμενη σ' αυτό ανωμοτί κατάθεσή του, αλλ' αντιθέτως επικαλέσθηκε αυτό στο σημείωμά του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ανέπτυξε αυτό προφορικά. Από την παραδεκτή επισκόπηση του άνω υπ' αριθ. 11/24-11-2003 εγγράφου προκύπτει ότι σ' αυτό ήταν συνημμένα 11 έγγραφα μεταξύ των οποίων και η από 8-11-2002 ανωμοτί κατάθεση του κατηγορουμένου, τα οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αναγνώσθηκαν, ούτε υπεβλήθη αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ανάγνωσης αυτών, ούτε ελήφθησαν υπόψη προς στήριξη της κατηγορίας. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αιτιάται ο κατηγορούμενος απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας εκ της αναγνώσεως της άνω ανωμοτί καταθέσεώς του άλλως εκ της μη αναγνώσεως ως αναγκαίων συνημμένων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγο-ρουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αναφέρεται διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή αν για το έγγραφο αυτό υπάρχει αναφορά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως στην κατάθεση εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος ή όταν τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα "υπ' αριθ. ... Πρωτόκολλα δειγματοληψίας χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της Shell όπως επίσης και τις υπ' αριθ. 492/2002 και 499/2002 εκθέσεις αναλύσεως του Γ.Χ.Κ." τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την άνω αιτίαση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο καθόσον όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλ-λόμενης αποφάσεως, τα έγγραφα αυτά, για τα οποία κατέθεσαν οι μάρτυρες ..., Χ, Δ2, ..., ... και ... πράγματι δεν αναγνώσθησαν, πλην όμως αυτά στο σκεπτικό διηγηματικώς αναφέρονται και δεν εκτιμήθηκαν προς στήριξη της κατηγορίας. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία, εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω: "από 2-7-2001 τιμολόγιο" και "σύμβαση εκτέλεσης έργου" "απόσπασμα τριών σελίδων του βιβλίου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου του Τμήματος Χημικών Μηχανικών του Εργαστηρίου Τεχνολογίας Καυσίμων και Λιπαντικών έκδοσης 1997" "δημοσιεύματα εφημερίδας" "δύο αποκόμματα εφημερίδων σε φωτοτυπία" "δύο φωτογραφίες" "έξι φωτογραφίες" "μία φωτογραφία" (που επισκοπήθηκαν) ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά των άνω εγγράφων είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλλει τις επ' αυτών παρατηρήσεις και απόψεις του, κατ' άρθρο 358 ΚΠοινΔ, δυνατότητα που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ δεύτερος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται επακριβώς κατά τα στοιχεία της ταυτότητός τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που προσήκουν στον κατηγορούμενο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει, οίκοθεν, εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 333 παρ.2 και 358 η άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν προκύπτει υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτηση τους, για να προβούν σε δηλώσεις ή εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά την έννοια των άρθρων 171 § 1 εδ. δ' και 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, από το ότι μετά την εξέταση των μαρτύρων και την ανάγνωση των αναφερομένων εγγράφων δεν δόθηκε ο λόγος από την διευθύνουσα τη συζήτηση στους συνηγόρους του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ή στον ίδιο αυτεπαγγέλτως και χωρίς να το ζητήσουν για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς την κατάθεση του κάθε μάρτυρα και την ανάγνωση των εγγράφων, είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν καθιερώνεται υποχρέωση του διευθύνοντος να δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο αυτοβούλως για να ασκήσει το εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ δικαίωμα.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Ιουνίου 2010 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 335/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμε-λημάτων) Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμ-βρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή