Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1661 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ακροάσεως έλλειψη, Πυροβολισμοί άσκοποι.




Περίληψη:
Άσκοποι πυροβολισμοί. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα πράξεων της προδικασίας, υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη ακρόασης.




Αριθμός 1661/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δημόπουλο, περί αναιρέσεως της 4162/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1435/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 173 παρ. 2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) τη χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε)τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 παρ. 2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικά. Ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Δύναται όμως, ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας Εφετών δύναται εφόσον κρίνει ότι οι προτεινόμενοι λόγοι ακυρότητας της προδικασίας είναι βάσιμοι, ενώ από τα λοιπά στοιχεία δεν δικαιολογείται η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, να διατάξει τη συμπλήρωση της διενεργηθείσας προανακρίσεως. Αν οι ακυρότητες της προδικασίας δεν προβλήθηκαν δια της κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγής ή αν και προβλήθηκαν απορρίφθηκαν από τον Εισαγγελέα Εφετών, δεν επιδρούν επί του κύρους της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς δεν δύνανται να προβληθούν ενώπιον του δικαστηρίου, ως λόγος ακυρότητας αυτής. Συνακόλουθα δεν έχει εξουσία το δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της δια κλητηρίου θεσπίσματος παραπομπής (Ολ.ΑΠ 1/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας ποινική δίωξη για άσκοπους πυροβολισμούς. Ο κατηγορούμενος, κατά την εμφάνιση του ενώπιον του πιο πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, επικαλέστηκε την ακυρότητα της ποινικής δίωξης, ακολούθως δε και του κλητηρίου θεσπίσματος, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίστηκε ότι η ποινική δίωξη είναι άκυρη, γιατί ασκήθηκε, ανεπίτρεπτα, με βάση και μόνο την απολογία του για άλλη πράξη (οπλοκατοχή) και ακόμη ότι το κλητήριο θέσπισμα, που του επιδόθηκε, μετά την αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, περιλαμβάνει και άλλους μάρτυρες, εκτός εκείνων που αναφέρονται σ' αυτό, που αρχικά του επιδόθηκε. Το δικαστήριο εκείνο με την 4474/2006 απόφαση του απέρριψε τη σχετική ένσταση του, την οποία αυτός επανέφερε ως λόγο εφέσεως με το ένδικο αυτό μέσο, που άσκησε κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την παραπάνω ένσταση, με την αιτιολογία, ότι οι ακυρότητες αυτές, αναφερόμενες σε πράξεις της προδικασίας, καλύφθηκαν. Με αυτόν τον τρόπο το παραπάνω Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 173 παρ. 2, 176 παρ. 1, 320, 321 και 322 του ΚΠΔ, και συνεπώς είναι αβάσιμη η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, αιτίαση με την οποία, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, το Εφετείο Αθηνών υπερέβη αρνητικά την εξουσία του με την παράλειψη του να κηρύξει την ακυρότητα της άσκησης της ποινικής δίωξης, ακολούθως δε και του κλητηρίου θεσπίσματος. Περαιτέρω η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι προκλήθηκε ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και εκ του ότι ο εισαγγελέας, μετά την αναβολή της υπόθεσης, προσέθεσε και άλλους μάρτυρες στο νέο κλητήριο που του επιδόθηκε, είναι απαράδεκτη, διότι η προσθήκη νέων μαρτύρων στο κλητήριο θέσπισμα δεν προκαλεί την ακυρότητα του, ανεξαρτήτως του ότι, από τη διάταξη του άρθρου 356 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι μετά την αναβολή της δίκης ο εισαγγελέας μπορεί να κλητεύει και νέους μάρτυρες. Επομένως οι σχετικοί, με στοιχ. ΙΙΙ 2 α και β, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι. Απορριπτέοι, εξάλλου, για έλλειψη νομίμου προϋποθέσεως, είναι οι παραπάνω λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος, περί απολύτου ακυρότητας, ισχυρισμού του.
Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 περ. α' νόμου 2168/1993 απαγορεύονται οι άσκοποι πυροβολισμοί και οι παραβάτες τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει, όταν περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχτηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά στοιχεία, τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως των άσκοπων πυροβολισμών και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε(5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια, διέλαβε στο πόρισμά του, το οποίο προκύπτει από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στις 16-3-2003, από πρόθεση προέβη στη ρίψη άσκοπων πυροβολισμών, αν και τούτο απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.& 1 περ. α' του ν. 2168/1993. Στην πράξη του αυτή προέβη με πιστόλι 9 mm μάρκας Colt με αριθμό ... .
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας των άσκοπων πυροβολισμών, απορριπτόμενου ως αβασίμου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, περί απολύτου ακυρότητας των πράξεων της ποινικής προδικασίας, αφού αυτές και αληθούς υποτιθεμένου ότι υφίσταντο, μετά την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο, έχουν ήδη καλυφθεί (ΑΠ 1/2008). Πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι στην προκείμενη περίπτωση εξήχθησαν αντίγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και η απολογία του κατηγορουμένου, η οποία όμως κατ' ουδένα τρόπο δεν κατέστη αναγνωστέο έγγραφο της παρούσης δικογραφίας, ούτε έγινε χρήση αυτής.
Συνεπώς δεν επήλθε οποιαδήποτε ακυρότητα, σχετική με τα δικαιώματα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και συνεπώς η αίτηση του κατηγορουμένου περί κηρύξεως της ποινικής διώξεως απαράδεκτης, πρέπει να απορριφθεί."Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του πιο πάνω εγκλήματος, ενόψει του ότι μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την κρίση του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 12 παρ.1α και 2α του Ν 2168/1993, που εφάρμοσε. Κατά συνέπεια ο σχετικός, με την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 του Π.Κ. προκύπτει, ότι για να μη καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο, λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του άδικου χαρακτήρα της, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, ως τείνων στην άρση του καταλογισμού της πράξεως στον κατηγορούμενο, είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς από το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως ήδη ισχύει, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την ανωτέρω διάταξη του Π.Κ., είναι αναγκαία για την θεμελίωσή του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά την ακροαματική διαδικασία, ισχυρίστηκε ότι: "Από το γεγονός αυτό καθεαυτό της ως άνω από 18-3-2003 κατάθεσης μου, από το ίδιο το περιεχόμενο της κατάθεσης μου αυτής, από την ενώπιον σας απολογία μου, αλλά και από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, αποδείχθηκε ότι προέβηκα στην πράξη για την οποία κατηγορούμαι, δηλαδή στους "πυροβολισμούς στον αέρα" καψυλλίων για εκφοβισμό των επίδοξων διαρρηκτών δεδομένου ότι η εξοχική μου κατοικία βρίσκεται σε ερημικό σημείο και επανειλημμένα, τόσο εγώ, όσο και οι περίοικοι, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου, είμαι θύμα τέτοιων διαρρήξεων, πίστευα δε, λόγω πλάνης, ότι είχα δικαίωμα να τελέσω την πράξη αυτή και η πλάνη μου αυτή, κάτω από τις ως άνω συνθήκες, είναι συγγνωστή. Γι' αυτό ζητώ να μην καταλογισθεί η πράξη μου αυτή λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης". Το παραπάνω δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό αυτό, που προβλήθηκε ως λόγος άρσεως του αδίκου της πράξεως και ο αναιρεσείων με ειδικό λόγο εφέσεως τον επανέφερε στο Τριμελές Εφετείο. Έτσι, όμως, που προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός ήταν πράγματι αόριστος, διότι δεν έγινε επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών επί των οποίων να θεμελιώνεται. Ειδικότερα ο αναιρεσείων δεν προσδιόρισε ενέργειες στις οποίες προέβη, προκειμένου να πληροφορηθεί αν η παραπάνω συμπεριφορά του ήταν νόμιμη, ώστε να κριθεί η επιμέλεια του, τις πνευματικές και επαγγελματικές του ιδιότητες, οι οποίες συνθέτουν την προσωπικότητα του και προσδιορίζουν την δυνατότητα του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να μην μπορεί να εκτιμήσει αν η επικαλούμενη πλάνη του είναι ή όχι συγγνωστή. Επομένως το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό και να αιτιολογήσει την απόρριψη του και οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠΔ, με στοιχ. Βα και Ββ, λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλεται,(κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των),η έλλειψη ακρόασης και της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν, για έρευνα, άλλοι, παραδεκτοί, λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4162/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ