Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2024 / 2007    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αμέλεια.




Περίληψη:
Στοιχεία αμέλειας. Όταν η α-μέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπε-ριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδι-καστικής απόφασης να αναφέρεται η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίο πηγάζει. Επί συμπτώσεως αμελείας πολλών, καθένας ευθύνεται για την δική του αμέλεια, η οποία κρίνεται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την αμέλεια των άλλων. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας σε καταδικαστική απόφαση. Πότε υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Ορθή και αιτιολογη-μένη καταδίκη των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για ανθρωποκτο-νία από αμέλεια με παράλειψη






Αριθμός 2024/2007


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ΄ Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαστοράκη, 2) Χ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Πέτρο Μαστοράκη και Δημήτριο Ηλιόπουλο και 3) Χ3,
ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Πέτρο Μαστοράκη και Δημήτριο Ηλιόπουλο, περί αναιρέσεως της 223/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα). Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 που δεν παρέστη, 2) Ψ2 , που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Αντώνιο Φούσα και Εμμανουήλ Μηνά - Σταύρου, 3) Ψ3, που δεν παρέστη, 4) Ψ4 , που δεν παρέστη, 5) Ψ5 , που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Αντώνιο Φούσα και Εμμανουήλ Μηνά - Σταύρου και 6) Ψ6 , που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Αντώνιο Φούσα και Εμμανουήλ Μηνά - Σταύρου.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών (που συνεδρίασε στη Χαλκίδα) με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Ιουλίου 2007, 5 Ιουλίου 2007 και 5 Ιουλίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1465/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων καθώς και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των 2ας, 5ου και 6ης εκ των πολιτικών εναγόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου τρεις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1)Χ1 , 2) Χ2 και 3) Χ3, οι οποίες είναι παραδεκτές, στρεφόμενες δε κατά της αυτής υπ' αριθμό 223/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της συνάφειάς τους. Οι λόγοι αναιρέσεως των τριών αιτήσεων είναι ταυτόσημοι και αναφέρονται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δεν είναι επομένως αναγκαία, χωριστή για κάθε αίτηση, αναφορά τους.

ΙΙ. Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μη καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος, απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται από ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, με την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία, για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμελείας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, λόγος αναιρέσεως της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειας, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 223/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα, καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 μαζί με τον συγκατηγορούμενό τους Χ4 (που δεν είναι αναιρεσείων), σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα έξι (36) μηνών ο πρώτος και δύο (2) ετών και είκοσι (20) μηνών ο καθένας από τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το Τριμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στις 17-11-1999 η υπό στοιχεία ..... αμαξοστοιχία του Ο.Σ.Ε. (.......) με μηχανοδηγό τον τέταρτο κατηγορούμενο Χ4 και Προϊστάμενο αμαξοστοιχίας τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, εκτελούσε το προγραμματισμένο δρομολόγιο .... - ...... Όταν η παραπάνω αμαξοστοιχία διερχόταν από το χιλιομετρικό σημείο 16 + 960 της γραμμής .... - ....., περί ώρα 10.03΄ παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα τρεις (3) τεχνίτες του Τ.Μ.Κ. του Ο.Σ.Ε. και συγκεκριμένα, τους Γ1, τεχνίτη Α΄, που εκτελούσε χρέη Αρχιτεχνίτη, Γ2, τεχνίτη και Γ3, τεχνίτη. Οι ανωτέρω συγκροτούσαν συνεργείο για την εκτέλεση εργασιών αναγόμωσης σιδηροτροχιών στην ενλόγω θέση. Το συνεργείο αυτό είχε μεταβεί κατόπιν εντολής του δεύτερου κατηγορουμένου Χ2, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα εργοδηγού, την συγκεκριμένη ημέρα στο παραπάνω χιλιομετρικό σημείο περί ώρα 07.45΄, και εκτελούσε εργασίες αναγόμωσης της σιδηροδρομικής γραμμής. Επικεφαλής του συνεργείου ήταν ο αρχιτεχνίτης Γ1 και για την κάλυψη του συνεργείου είχε διατεθεί επικουρικά ως φύλακας από το Γ΄ Διαμέρισμα του Α΄ Τμήματος Γραμμής ο υπαρχιεργάτης τρίτος κατηγορούμενος Χ3. Ο τελευταίος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την τοποθέτηση των σημάτων κάλυψης (......) της ομάδας, τοποθέτησε αυτά σε απόσταση 335 μ., προς ..... και 439 μ. προς ...... από το σημείο όπου εργαζόταν το συνεργείο, ενώ η απόσταση στην οποία έπρεπε να τοποθετηθούν σύμφωνα με τον Κανονισμό του Ο.Σ.Ε. είναι 600 μέτρα. Για τον θανάσιμο τραυματισμό των παραπάνω εργασιών του Τ.Μ.Κ. του Ο.Σ.Ε. υπάρχει συγκλίνουσα υπαιτιότητα όλων των κατηγορουμένων υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του ο καθένας, ειδικότερα από αμέλειά τους δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεων του ο καθένας. Ειδικότερα, ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ4, ενώ ήταν μηχανοδηγός της υπ' αριθμ. ..... αμαξοστοιχία, η οποία εκτελούσε το παραπάνω αναφερόμενο δρομολόγιο, και διαπίστωσε από απόσταση 335 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος, ότι είχε τοποθετηθεί στις σιδηροτροχιές σήμα κάλυψης με κωδικό αριθμό 66, δηλαδή σήματα με τα οποία ειδοποιούνται να σφυρίξουν οι μηχανοδηγοί των διερχομένων αμαξοστοιχιών, παρέλειψε να προβεί, όπως υπεχρεούτο, από αμέλειά του, παραβαίνοντας τους κανόνες που επιβάλονταν από τους σχετικούς κανονισμούς της υπηρεσίας του, σε συνεχή και παρατεταμένη χρήση των ηχητικών οργάνων της αμαξοστοιχίας, ώστε να αντιληφθούν εγκαίρως οι εργατοτεχνίτες την έλευση της αμαξοστοιχίας και να απομακρυνθούν από την σιδηροδρομική γραμμή, και παράλληλα παρέλειψε ως συνετός και επιμελής άνθρωπος, που επιβάλλει αντικειμενικά το καθήκον επιμέλειας να πράξει σύμφωνα με το δίκαιο, να προβεί μόλις διαπίστωσε την ύπαρξη του σήματος, σε μείωση της ταχύτητας της αμαξοστοιχίας, η οποία εκινείτο μεν με ταχύτητα 64 χιλιομέτρων την ώρα, δηλαδή μικρότερη από την ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα των 70-80 χιλιομέτρων την ώρα, πλην όμως μεγαλύτερη από εκείνη που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις, ενόψει των εργαζομένων στη σιδηροδρομική γραμμή, ώστε να είναι σε θέση να την ακινητοποιήσει με αποτελεσματική πέδηση πριν το σημείο του ατυχήματος ευθύς ως διαπίστωσε ότι οι εργατοτεχνίτες δεν είχαν απομακρυνθεί εγκαίρως από την σιδηροδρομική γραμμή. Ακόμη ο κατηγορούμενος παρέλειψε να προβεί σε άμεση πέδηση όταν αντιλήφθηκε από απόσταση 250 μέτρων περίπου τον τρίτο κατηγορούμενο, φύλακα του συνεργείου και από απόσταση 150 μέτρων περίπου την παρουσία των εργατοτεχνιτών στη σιδηροδρομική γραμμή, αλλά προέβη στις ενέργειες αυτές, σε απόσταση πριν από την θέση εργασίας περίπου 55 μέτρων, με αποτέλεσμα οι προαναφερόμενοι εργάτες, οι οποίοι συνέχιζαν να εργάζονται και δεν είχαν αντιληφθεί την έλευση της αμαξοστοιχίας, λόγω του θορύβου της ηλεκτρογενήτριας που χρησιμοποιούσαν κατά την εργασία τους, να παρασυρθούν από την αμαξοστοιχία και να τραυματισθούν θανάσιμα, δεδομένου ότι αυτή (αμαξοστοιχία) ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 151 μέτρων από τον τόπο του ατυχήματος μέχρι το πίσω μέρος της αμαξοστοιχίας. Επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, επέδειξε αμελή συμπεριφορά, ως προϊστάμενος της ..... αμαξοστοιχίας, παραβαίνοντας τους κανόνες που επιβάλλονταν από τους σχετικούς Κανονισμούς Καθηκόντων της Υπηρεσίας του (Κανονισμός της Υπηρεσίας των Προϊσταμένων Αμαξοστοιχιών) και χωρίς η παρακάτω συμπεριφορά να είναι σύμφωνα με το καθήκον επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά, από το δίκαιο στο μέσο συνετό και επιμελή άνθρωπο, και ειδικότερα αυτός μόλις διαπίστωσε την ύπαρξη του σήματος κάλυψης παρέλειψε να συστήσει στον τέταρτο κατηγορούμενο, μηχανοδηγό της αμαξοστοιχίας να προβεί σε μείωση της ταχύτητας αυτής, ώστε να είναι σε θέση ο τελευταίος να την ακινητοποιήσει με άμεση πέδη πριν από το σημείο που εργαζόταν οι τεχνίτες, σε περίπτωση που διαπίστωνε ότι οι τελευταίοι δεν απομακρύνονταν εγκαίρως από τη σιδηροδρομική γραμμή, ενώ περαιτέρω παρέλειψε, μόλις διαπίστωσε την ύπαρξη του σήματος κάλυψης, αφενός μεν να προβεί ο ίδιος σε συνεχή και παρατεταμένη χρήση των ηχητικών οργάνων της αμαξοστοιχίας, αφετέρου δε να συστήσει στον μηχανοδηγό την χρήση υπ' αυτού επίσης των ηχητικών οργάνων της αμαξοστοιχίας, ώστε να αντιληφθούν έγκαιρα οι εργατοτεχνίτες την έλευση της αμαξοστοιχίας και να απομακρυνθούν από τη σιδηροδρομική γραμμή. Ακόμη αυτός, παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε τον φύλακα των εργατοτεχνιτών από απόσταση 250 μέτρων Χ3 και από απόσταση 150 μέτρων περίπου την παρουσία των εργαζομένων στη σιδηροδρομική γραμμή, δεν συνέστησε αμέσως στον μηχανοδηγό να ενεργήσει άμεση πέδη της αμαξοστοιχίας, αλλά έπραξε τούτο όταν έφθασαν σε απόσταση 100 μέτρων περίπου από τον τόπο του ατυχήματος, ενώ συγχρόνως και ο ίδιος πατούσε τη δεύτερη κόρνα της αμαξοστοιχίας. Λόγω όμως ότι η απόσταση δεν ήταν μεγάλη η αμαξοστοιχία παρέσυρε τους εργατοτεχνίτες τραυματίζοντάς τους θανάσιμα. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ενώ εκτελούσε καθήκοντα εργοδηγού και είχε αναθέσει στην ομάδα των προαναφερθέντων εργατοτεχνιτών, να προβούν σε εργασίες αναγόμωσης της σιδηροδρομικής γραμμής στο προαναφερόμενο σημείο, από αμέλειά του παραβαίνοντας τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες που επιβάλλονται από τους Κανονισμούς καθηκόντων της υπηρεσίας του των εργοδηγών γραμμής, παρέλειψε να επισημάνει στους εργατεχνίτες τις ακριβείς ώρες διέλευσης των αμαξοστοιχιών από το σημείο που εργάζονταν και να τους συστήσει ότι αυτοί πρέπει να σταματούν να εργάζονται και να απομακρύνονται εγκαίρως από την σιδηροδρομική γραμμή, για λόγους ασφαλείας κατά τον χρόνο διέλευσης των αμαξοστοιχιών, ούτε ήλεγξε, όπως όφειλε εκ των καθηκόντων του και μπορούσε να το κάνει, εάν μεταξύ των άλλων, τα παραπάνω ειδικά σήματα κάλυψης (.....), είχαν τοποθετηθεί στην ενδεδειγμένη για την ασφάλεια των εργατών θέση από τον φύλακα του συνεργείου, τρίτο κατηγορούμενο ούτε εάν ο τελευταίος, βρισκόταν σε κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών, όπως το επίδικο. Τέλος, αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του επέδειξε και ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, διότι αυτός, ενώ εκτελούσε υπηρεσία φύλακα της ομάδας των εργατοτεχνιτών Γ1,Γ2 και Γ3, οι οποίοι, ως ελέχθη εργάζονταν σε εργασίες αναγόμωσης της σιδηροδρομικής γραμμής και επομένως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει το θάνατο των ανωτέρω εργαζομένων, αυτός παραβαίνοντας τους κοινώς παραδεδειγμένους κανόνες που επιβάλλονται από τους σχετικούς κανονισμούς της υπηρεσίας του και δη του Κανονισμού της υπηρεσίας των Φυλάκων Γραμμής και των Φυλάκων Ισόπεδων Διαβάσεων του Ο.Σ.Ε., μολονότι από απόσταση 250 μέτρων περίπου από το σημείο του ατυχήματος, αντιλήφθηκε την έλευση της αμαξοστοιχίας με τον αριθμό ......, που εκτελούσε το παραπάνω δρομολόγιο, εντούτοις παρέλειψε να ειδοποιήσει εγκαίρως με τη σφυρίχτρα και την κόκκινη σημαία που του είχε διαθέσει η υπηρεσία, αλλά και με χειρονομίες, αφενός μεν την ομάδα των εργατοτεχνιτών για την έλευση της αμαξοστοιχίας προκειμένου αυτοί να απομακρυνθούν αμέσως από τη σιδηροδρομική γραμμή, αφετέρου δε τον μηχανοδηγό και τον προϊστάμενο της αμαξοστοιχίας για την παρουσία των εργατοτεχνιτών στην σιδηροδρομική γραμμή, ώστε να δυνηθεί ο μηχανοδηγός να προβεί σε άμεση και αποτελεσματική πέδη της αμαξοστοιχίας πριν από τον τόπο του ατυχήματος. Αντίθετα αυτός, όταν αντιλήφθηκε την έλευση της αμαξοστοιχίας, στράφηκε προς το συνεργείο που συνέχιζε να εργάζεται και άρχισε να φωνάζει τα μέλη αυτού το καθένα με το όνομά του, πλην όμως δεν τον άκουσαν γιατί έκανε η ηλεκτρογεννήτρια, που χρησιμοποιούσαν για τις εργασίες της αναγόμωσης, μεγάλο θόρυβο. Όταν δε αυτός κατάλαβε ότι δεν τον άκουγαν τα μέλη του συνεργείου εστράφη προς την αμαξοστοιχία κουνώντας τα χέρια του, πλην όμως ήδη είχε πλησιάσει η αμαξοστοιχία σε απόσταση 100 μέτρων περίπου, απόσταση όμως που δεν ήταν ικανή για να την ακινητοποιήσει αποτελεσματικά ο μηχανοδηγός Χ4. Πέραν τούτων, ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε τοποθετήσει το σήμα κάλυψης της ομάδας των παραπάνω εργατοτεχνιτών σε μικρότερη απόσταση των 600 μέτρων, που ορίζει ο Κανονισμός του Ο.Σ.Ε., με αποτέλεσμα να μην υπάρξει έγκαιρη, αναφορικά με την εκτέλεση των εργασιών, ενημέρωση του μηχανοδηγού και του προϊσταμένου της παραπάνω αμαξοστοιχίας, ώστε αυτοί να εκπέμψουν άμεσα και από μεγάλη απόσταση το σχετικό ηχητικό σήμα. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα οι κατηγορούμενοι τέλεσαν δια παραλείψεως την πράξη της ανθρωποκτονίας κατά συρροή που τους αποδίδεται και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302 παρ. 1 Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλειπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του καθένα από τους αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτοί ενεργούσαν, ενώ περαιτέρω αναφέρει και αιτιολογεί την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του καθένα από τους αναιρεσείοντες να παρεμποδίσουν την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος καθώς και τον επιτακτικό κανόνα από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή κατά το άρθρο 15 του ΠΚ, ήτοι την παράγραφο 38 του Κανονισμού της Υπηρεσίας Προϊσταμένων Αμαξοστοιχιών Ο.Σ.Ε., την παράγραφο 17 του Κανονισμού υπηρεσίας εργοδοτών γραμμής Ο.Σ.Ε. και τον Κανονισμό της υπηρεσίας των φυλακών γραμμής και φυλακών ισόπεδων διαβάσεων. Ακόμη το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας επαρκώς αιτιολογεί τον υφιστάμενο μεταξύ της επιδειχθείσας από τον καθένα από τους αναιρεσείοντες αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, τον αιτιώδη σύνδεσμο, που αξιώνεται για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ο οποίος δεν διακόπηκε λόγω της παρεμβληθείσας αμελούς συμπεριφοράς ούτε του συγκατηγορουμένου τους μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας, ούτε των δευτέρου και τρίτου εκ των αναιρεσειόντων, όσον αφορά τον πρώτο τούτων, ούτε των πρώτου και τρίτου, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ούτε των πρώτου και δευτέρου όσον αφορά τον τρίτο αναιρεσείοντα, η οποία δεν αποκλείει την ευθύνη καθενός εκ των αναιρεσειόντων, που είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη εκείνης, δεδομένου ότι αυτή (αμελής συμπεριφορά του μηχανοδηγού και καθενός εκ των αναιρεσειόντων), αυτοτελώς κρινόμενη συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως των κρινόμενων αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, οι κρινόμενες τρεις αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων Ψ2, Ψ5 και Ψ6 (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει τις από 4 Ιουλίου 2007, 5 Ιουλίου 2007 και 5 Ιουλίου 2007 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 223/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, που συνεδρίασε στη Χαλκίδα.

Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων Ψ2 , Ψ5 και Ψ6, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Νοεμβρίου 2007.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή