Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 737 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Κυριότητα, Σύνθεση δικαστηρίου.




Περίληψη:
Απόκτηση κυριότητας βάσει του άρθρου 12 του ν. 1337/83 για την επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων κ.λ.π: Λύση υπηρεσιακής σχέσεως δικαστή. Αυτό πότε επέρχεται. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 2, 11 και 19 του ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Επικυρώνει Εφ.Θεσσ. 1058/2011.




Αριθμός 737/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Α. του Λ., 2) Α. ή Α. Α. του Λ., συζ. Ε. Τ., 3) Σ. Α. του Λ., συζ. Ε. Φ., και 4) Λ. Α. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Παπαγγελή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. χήρας Γ., το γένος Γ. Μ., 2) Ι. Σ. του Γ., 3) Α. Σ. του Γ., και 4) Κ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεώνη Σγουράκη - Παπασπυροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2005 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 2586/2008 μη οριστική και 1058/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/8/2011 αίτηση και τους από 28/11/2012 πρόσθετους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά παραδοχήν της εφέσεως του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων - αρχικού ενάγοντος και εκκαλούντος Γ. Σ. έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή του τελευταίου κατά των αναιρεσειόντων και α)αναγνώστηκε ότι είναι άκυρα, ως πλαστά, αα)το από 10-3-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό δωρεάς, με το οποίο φέρεται ότι η δικαιοπάροχος και μητέρα του αρχικού ενάγοντος Α. χήρα Ι. Σ. δώρησε στη θυγατέρα της και δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Δ. συζ. Λ. Α. και στον πρώτο αναιρεσείοντα Ι. Α. διαιρετό τμήμα, εμβαδού 400 τ.μ., του αναφερόμενου κληροτεμαχίου της ιδιοκτησίας της, συνολικού εμβαδού 1500 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Κατερίνης, και ββ) η υπ' αριθμ. 6328/16-6-1992 έκθεση επιδόσεως πρός την ανωτέρω Α. Σ. της υπ' αριθμ. 1068/1991 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κατερίνης με την οποία επικυρώθηκε η προαναφερθείσα ανώμαλη δικαιοπραξία (δωρεά με ιδιωτικό συμφωνητικό τμήματος κληροτεμαχίου), περαιτέρω δε β)αναγνωρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο, δηλαδή το υπ' αριθμ. 11 οικόπεδο, εμβαδού 279,90 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. Γ479 της πόλεως της Κατερίνης και το οποίο είχε αποδοθεί στους αναιρεσείοντες ως αντικατάσταση του προρρηθέντος τμήματος κληροτεμαχίου του οποίου εφέροντο κύριοι δυνάμει της επικυρωθείσης ως άνω ανώμαλης δικαιοπραξίας και το οποίο απαλλοτριώθηκε (ρυμοτομήθηκε) καθ'ολοκληρίαν με την αναφερόμενη υπ' αριθμ. 1/2003 πράξη εφαρμογής πολεοδομικής ενότητας Εθνικού Σταδίου Κατερίνης, νομίμως μεταγραφείσης {άρθρα 1, 2, 3, 6, 7, 8, 12 και 43 του ν.1337/1983 "Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (ήδη άρθρα 37, 38, 39, 43, 44, 45 και 48 του π.δ.της 14/27-7-1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας"), 49 παρ.1-7 του ν.947/1979 περί οικιστικών περιοχών και 15 παρ.1 του ν.δ.3958/1959 για τις μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων κ.λπ.}, ανήκε στον αρχικό ενάγοντα - δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, ως αληθή κύριο του προρρηθέντος τμήματος κληροτεμαχίου που αντικαταστάθηκε με το επίδικο οικόπεδο και το οποίο (τμήμα κληροτεμάχιο) δεν είχε εκφύγει της κυριότητας της κληρούχου - μητέρας του ενάγοντα και περιήλθε στον τελευταίο δυνάμει της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης της κληρούχου, της αποδοχής της κληρονομίας αυτής από τον ενάγοντα και της μεταγραφής της σχετικής πράξης, και, τέλος, γ)υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να αποδώσουν στους αναιρεσιβλήτους, κληρονόμους του αρχικού ενάγοντος, που συνεχίζουν τη δίκη μετά τον θάνατο εκείνου, το επίδικο ως άνω ακίνητο.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.2 περ.α του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση, μη νόμιμη δε σύνθεση του δικαστηρίου υπάρχει και όταν μετέχει σ'αυτήν δικαστής του οποίου έχει λυθεί η υπηρεσιακή σχέση κατά προβλεπόμενον από τον νόμο τρόπο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 58 παρ.1 και 4 του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" η υπηρεσιακή σχέση του δικαστικού λειτουργού λύεται (και) με την παραίτηση του δικαστικού λειτουργού, η λύση δε αυτή της υπηρεσιακής σχέσης επέρχεται από τη στιγμή που θα ανακοινωθεί στον παραιτηθέντα το προεδρικό διάταγμα της αποδοχής της παραίτησης του δικαστικού λειτουργού.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισημείωση της αναιρεσιβαλλομένης ότι "Κρίθηκε και αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 28 Ιουνίου 2010, με την ως άνω (αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης) σύνθεση", η απόφαση αυτή εκδόθηκε την προρρηθείσα ημερομηνία της 28-6-2010 από τους δικαστές που είχαν λάβει μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την δικάσιμο της 15-1-2010, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Πρόεδρος Εφετών και Πρόεδρος της συνθέσεως Αθανάσιος Σαμαρτζής, δημοσιεύτηκε δε από άλλη σύνθεση την 3-6-2011 και ενώ είχε ήδη παραιτηθεί ο ανωτέρω Πρόεδρος Εφετών.
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται η εκ του άρθρου 559 αρ.2α του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της μη νόμιμης σύνθεσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Επειδή, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, η παραίτηση του προαναφερθέντος Προέδρου είχε γίνει δεκτή και είχε εκδοθεί και δημοσιευθεί το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Γ', φύλλο 512, την 15 Ιουνίου 2010, δηλαδή πριν την ημερομηνία της 28-6-2010, κατά την οποία και όπως προεκτέθηκε εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 58 παρ.4 του ν.1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" η λύση της υπηρεσιακής σχέσης του παραιτηθέντος δικαστικού λειτουργού επέρχεται από τη στιγμή που θα ανακοινωθεί σ' αυτόν που παραιτήθηκε το Προεδρικό διάταγμα αποδοχής της παραίτησης, τέτοια δε ανακοίνωση του ειρημένου Προεδρικού διατάγματος στον παραιτηθέντα ως άνω Πρόεδρο Εφετών που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου δεν αναφέρουν οι αναιρεσείοντες (οι οποίοι, σημειωτέον, δεν προσκομίζουν το επικαλούμενο ως άνω φύλλο της εφημερίδας της Κυβερνήσεως).
ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ειδικότερα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως αποδεικνυόμενα από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι: "Κατά την οριστική διανομή του έτους 1932 και ακολούθως με τον υπ' αριθμ. 15605/1988 τίτλο κυριότητας της Δ/νσης Γεωργίας Ν. Πιερίας, που μεταγράφηκε νομίμως (...) παραχωρήθηκε στη μητέρα του αρχικού ενάγοντος Α. χήρα Ι. Σ. ένας αγρός με αριθμό 189 Β' κατηγορίας, έκτασης 1500 τ.μ. που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του δήμου Κατερίνης (...) προς αγροτική της αποκατάσταση. Με το από 10-3-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό δωρεάς φέρεται ότι η Α. χήρα Ι. Σ. δώρησε στη θυγατέρα της Δ. συζ. Λ. Α. και τον εγγονό της Ι. Α., κατ' ισομοιρία, διαιρετό τμήμα του ως άνω κληροτεμαχίου, εμβαδού 400 τ.μ., και στους εγγονούς της (και υιούς του ενάγοντα) Ι. Σ. του Γ. και Α. Σ. του Γ., εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία 400 τ.μ. από το ίδιο αγροτεμάχιο. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 1068/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κατερίνης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), που εκδόθηκε επί αιτήσεως των προαναφερομένων δωρεοδόχων κατά της Α. Σ. ως καθ' ης η αίτηση, επικυρώθηκε η εν λόγω ανωμάλως καταρτισθείσα σύμβαση δωρεάς, η ως άνω δε απόφαση, που φέρεται ότι επιδόθηκε νομίμως στην καθ' ης με την υπ' αριθμ. 6328/16-6-992 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης ..., κατέστη τελεσίδικη και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης στον τόμο ... και με αριθμό 123. Μετά την επέκταση του σχεδίου πόλεως το ως άνω κληροτεμάχιο εντάχθηκε σε αυτό, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1/2003 πράξη εφαρμογής πολεοδομικής ενότητας Εθνικού Σταδίου, που κυρώθηκε με την Τ.Π 21/468/21-1-2003 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας και μεταγράφηκε νόμιμα, οπότε σε αντικατάσταση του παραπάνω τμήματος των 400 τ.μ εκ του άνω κληροτ εμαχίου που φέρεται ότι δωρήθηκε στον πρώτο εναγόμενο και τη μητέρα του Δ. Α., το οποίο ολικά ρυμοτομήθηκε, αποδόθηκε τελικώς ιδιοκτησία (οικόπεδο) με κωδικό κτηματογράφησης 051226 και αριθμό (οικοπέδου 11, συνολικού εμβαδού 279,90 τ.μ μετά την εισφορά του σε γη, που βρίσκεται στο Γ 479 Ο.Τ. Μετά το θάνατο της Δ. Α., στις 30-10-1993, υπεισήλθαν στην κληρονομιά αυτής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, οι εναγόμενοι, οι τρεις πρώτοι τέκνα της και ο τέταρτος σύζυγός της, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμό .../19-3-2004 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κατερίνης Στέλλας Μπλάτζα-Κουτσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα (...). Ακολούθως, ο τέταρτος εναγόμενος με το υπ' αριθμ. .../2004 συμβόλαιο γονικής παροχής της ιδίας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του στην τρίτη εναγόμενη. Στη συνέχεια, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι με την υπ' αριθμό .../29-4-2004 πράξη συνένωσης ομόρων οικοπέδων με ανταλλαγή ποσοστών, σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών και διανομή αυτών πριν την ανέγερση, της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συνένωσαν το ως άνω νέο οικόπεδο εμβαδού 279,90 τ.μ, με το όμορο οικόπεδο, που είχε λάβει ως προίκα η Δ. Α. από τη μητέρα της κατά το γάμο της, αρχικού εμβαδού 316 τ.μ και μετά την ένταξη στο σχέδιο πόλης τελικού εμβαδού 277,28 τ.μ και συνέστησαν τις αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες που περιγράφονται αναλυτικώς στο προρρηθέν συμβόλαιο, έλαβε δε ο καθένας από αυτούς τις κάθετες ιδιοκτησίες, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται σ' αυτό. Δηλαδή, το επίδικο οικόπεδο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής κατείχαν οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι, αφού ο τέταρτος εναγόμενος είχε μεταβιβάσει το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του στην τρίτη εναγόμενη και έτσι είχε αποξενωθεί της νομής και κατοχής αυτού. Όμως η Α. Σ., η οποία απεβίωσε στις 27-3-2002, με την υπ' αριθμ. .../13-3-1995 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Κατερίνης Μαρίας Χαλκίδου και δημοσιεύθηκε νόμιμα (...) μεταξύ των άλλων καταλείπει στον ενάγοντα κατά λέξη "ένα οικόπεδο εμβαδού 500 τ.μ. ή όσον εμβαδού είναι, που βρίσκεται στην Κατερίνη, επί της οδού ... (...)". Το ακίνητο αυτό, κατά την εν συνεχεία κατηγορηματική παραδοχή του Εφετείου, ταυτίζεται με το φερόμενο ως δωρηθέν στον πρώτο εναγόμενο και τη Δ. Α. διαιρετό τμήμα των 400 τ.μ. από το αρχικό κληροτεμάχιο με το ειρημένο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο (διαιρετό τμήμα) ρυμοτομήθηκε καθ' ολοκληρίαν με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 1/2003 πράξη πολεοδομικής εφαρμογής, νομίμως κυρωθείσα και μεταγραφείσα, και αντικαταστάθηκε με το επίδικο οικόπεδο των 279,90 τ.μ. "Περαιτέρω", δέχεται το Εφετείο , "και αναφορικά με το από 10-3-1969 ιδιωτικό συμφωνητικό δωρεάς, με το οποίο φέρεται ότι η Α. χήρα Ι. Σ. δώρησε στη θυγατέρα της Δ. συζ. Λ. Α. και τον εγγονό της Ι. Α., εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, διαιρετό τμήμα του ως άνω κληροτεμαχίου, εμβαδού 400 τ.μ, και στους εγγονούς της (και υιούς του αρχικού ενάγοντα) Ι. Σ. και Α. Σ., επίσης εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία 400 τ.μ από το ίδιο αγροτεμάχιο, αποδείχθηκε ότι οι υπογραφές στο εν λόγω έγγραφο κάτω από την χειρόγραφη ένδειξη "Οι Συμβαλλόμενοι" δεν έχουν τεθεί (χαραχθεί) από την Α. χήρα Ι. Σ., αλλά ούτε και από τον αρχικό ενάγοντα Γ. Σ. του Ι., που φέρεται ότι συμβλήθηκε σ' αυτό εκπροσωπώντας τα δύο ανήλικα τέκνα του, αλλά πλαστογραφήθηκαν από άλλα πρόσωπα, η ταυτότητα των οποίων δεν προέκυψε από τις διεξαχθείσες αποδείξεις. Επίσης, και η υπογραφή στην υπ' αριθμ. 6328/16-6-1992 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κατερίνης ..., με την οποία φέρεται ότι επιδόθηκε στην Α. χήρα Ι. Σ. ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ. 1068/1991 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κατερίνης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία επικυρώθηκε η εν λόγω ανωμάλως καταρτισθείσα σύμβαση δωρεάς, δεν τέθηκε από την προαναφερθείσα, αλλά πλαστογραφήθηκε από άλλο πρόσωπο (...), πρόκειται δηλαδή για προχρονολογημένο ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε εν αγνοία της αρχικής κυρίας του ως άνω κληροτεμαχίου, η οποία μάλιστα πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτού (εγγράφου) καθώς και την εκδοθείσα με βάση αυτό απόφαση επικύρωση της ανώμαλης δικαιοπραξίας πολύ μεταγενέστερα και λίγο χρόνο πριν από τον θάνατό της, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση ουδέποτε της επιδόθηκε πραγματικά, αφού, όπως αποδείχθηκε, και η απογραφή της στην ως άνω έκθεση επίδοσης είναι πλαστή (...).
Συνεπώς το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό είναι άκυρο, η δε ακυρότητά του αυτή ανατρέχει στον χρόνο της σύνταξής του και αυτό θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ (άρθρ.180, 184 ΑΚ) και ακόμη ότι δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια (...), η ανωτέρω (δε) απόφαση, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενόψει της ακυρότητας του ιδιωτικού συμφωνητικού δεν επέφερε μεταβίβαση της κυριότητας του αρχικού τμήματος των 400 τ.μ. εκ του υπ' αριθμ. 189 Β' κληροτεμαχίου και ήδη επιδίκου νέου ακινήτου, που προήλθε από την πράξη εφαρμογής στους δωρεοδόχους (...). Δηλαδή το εν λόγω τμήμα παρέμεινε στην κυριότητα της Α. Σ. μέχρι τον θάνατό της, αποτέλεσε μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας της και καταλείφθηκε με την προαναφερόμενη διαθήκη της στον αρχικό ενάγοντα (...). Επομένως το ήδη επίδικο νέο ακίνητο, που αντικατέστησε με την πράξη εφαρμογής το ως άνω τμήμα των 400 τ.μ. του αρχικού κληροτεμαχίου (...), περιήλθε στην κυριότητα του αρχικού ενάγοντος δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και συγκεκριμένα με βάση την υπ' αριθμ. .../13-3-1995 δημόσια διαθήκη της μητέρας του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την κληρονομία της οποίας ο ενάγων αποδέχθηκε νόμιμα με την υπ' αριθμ. 69/2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα (...)". Εν συνεχεία δέχεται το Εφετείο τα εξής: "Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι από το έτος 1970 κατέχουν, υπό τα όμματα της Α. Σ. και του ενάγοντος, το επίδικο τμήμα των 400 τ.μ. του υπ' αριθμ. 189 Β' κληροτεμαχίου έχοντας αυτό περιφραγμένο, μαζί με την όμορη έκταση, που είχε προηγούμενα παραχωρηθεί από την γιαγιά τους (Α. Σ.) στην μητέρα τους Δ. και στην οποία υπήρχε η πατρική κατοικίας τους, καλλιεργώντας εντός αυτού ζαρζαβατικά και διατηρώντας ζώα για τη φύλαξη των οποίων είχε ο πατέρας τους κατασκευάσει στάβλο, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα προέκυψε ότι το επίδικο τμήμα, ανέκαθεν νεμόταν και κατείχε η Α. Σ., η οποία για όσο χρόνο της επέτρεπε η ηλικία της και είχε τη δυνατότητα διατηρούσε εντός αυτού κότες, ενώ με τη διαθήκη της το κατέλειπε στον αρχικό ενάγοντα και δεν το παραχώρησε άτυπα στην κόρη της Δ. και στον εγγονό της Ι. (πρώτο εναγόμενο) όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους ή μόνο στη κόρη της Δ., όπως το πρώτον ισχυρίζονται με τη προσθήκη των άνω προτάσεων τους, τροποποιώντας εν μέρει τον σχετικό ισχυρισμό τους. Η τελευταία (Δ. Α.) μέχρι το θάνατό της καθώς και τα λοιπά μέλη της οικογένειας της χρησιμοποιούσαν το επίδικο τμήμα για την εξυπηρέτηση της οικίας τους, που ήταν κτισμένη στο συνεχόμενο τμήμα που της είχε παραχωρήσει προηγούμενα λόγω προίκας η μητέρα της, αλλά η χρήση αυτού, είτε για καλλιέργεια ζαρζαβατικών, είτε για το σταυλισμό των ζώων, γινόταν με την ανοχή της μητέρας της και ενόψει της συγγενικής τους σχέσης, όπως συνήθως συμβαίνει στις αγροτικές οικογένειες. Το ότι η Α. Σ. μέχρι τον επισυμβάντα την 27-3-2002 θάνατό της δεν ζήτησε την ακύρωση του προαναφερθέντος πλαστού ιδιωτικού συμφωνητικού εξηγείται από το ότι, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, πληροφορήθηκε την ύπαρξή του λίγο χρόνο πριν το θάνατο της, καθόσον μάλιστα η πράξη εφαρμογής εκδόθηκε και μεταγράφηκε μεταγενέστερα, οι δε εναγόμενοι μέχρι τότε δεν είχαν προβεί σε άλλες, πλην των προαναφερθεισών, εμφανείς διακατοχικές πράξεις ώστε να υποχρεωθεί αυτή να αντιδράσει, σημειουμένου σε κάθε περίπτωση ότι μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, χωρίς άλλα περιστατικά, δεν αρκεί για να καταστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του. Οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι, μετά την ένταξη αυτού στο σχέδιο πόλης και τη ρυμοτόμησή του εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1/2003 πράξη εφαρμογής πολεοδομικής ενότητας Εθνικού Σταδίου, που κυρώθηκε με την Τ.Π 21/468/21-1-2003 απόφαση του Νομάρχη Πιερίας και μεταγράφηκε νόμιμα, τη νέα ιδιοκτησία των 279,90 τ.μ. συνένωσαν με την όμορη ιδιοκτησία τους, στην οποία υπήρχε η πατρική κατοικία, σύστησαν κάθετη ιδιοκτησία και έλαβαν οικοδομικές άδειες το έτος 2004 για ανέγερση οικοδομών, αλλά ο αρχικός ενάγων αμέσως αντέδρασε και άσκησε αρχικά, όπως και οι ίδιοι οι εναγόμενοι στις προτάσεις τους αναφέρουν, κατά τον Οκτώβριο του 2004 τριτανακοπή κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου η οποία απορρίφθηκε (δεν προσκομίζεται η απόφαση από κανένα διάδικο μέρος, αντ' αυτής προσκομίζεται από τους εναγόμενους η 634/2000 που αφορά άλλους διαδίκους), στη συνέχεια άσκησε την υπό κρίση αγωγή και συγχρόνως άσκησε την υπ' αριθμ. κατ. 971/562/2005 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των Σ. και Α. Α. (δεύτερης και τρίτης εναγομένης) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, με την οποία ζήτησε, επικαλούμενος ότι ο ίδιος είναι κύριος του επιδίκου, την απαγόρευση των οικοδομικών εργασιών στο επίδικο οικόπεδο, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ως προς τη δεύτερη των καθ' ων και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 831/2005 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η αίτηση ως προς την πρώτη των καθ' ων. Δηλαδή αποδείχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων δεν αδράνησε αλλά αμέσως όταν άρχισαν οι οικοδομικές εργασίες στο επίδικο οικόπεδο προέβη στις προαναφερθείσες δικαστικές ενέργειες. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι οι επί μέρους ισχυρισμοί των εναγομένων, που προβλήθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους προκειμένου να στηρίξουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση τους: α) ότι ο ενάγων προέβη στην άσκηση της αγωγής για το λόγο ότι αυτοί αρνήθηκαν να παραχωρήσουν δίοδο για το όμορο οικόπεδό του προς την οδό ... και ότι "μεθόδευσε" τη σύνταξη της διαθήκης και β) ότι με την αγωγή "... εγείρει ανύπαρκτα δικαιώματά του στο επίδικο ..." για το λόγο ότι απέτυχε η προσπάθεια του να του μεταβιβάσουν το οικόπεδο "... αντί ποσού 50.000.000 δρχ. (καθαρά) και 10.000.000 δρχ. (μαύρα κατά τα λεγόμενα του τα οποία θα έπαιρνε κρυφά ο πρώτος Ι. Α., αν έπειθε τους λοιπούς από εμάς για την πώληση)", δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, καθόσον μόνη η περί αυτών κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, τόσο κατά την επανεξέταση του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και στην προαναφεθείσα ένορκη βεβαίωση του ίδιου, δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν επιβεβαιώνεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι προϋπόθεση της προβολής της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης είναι η παραδοχή της ύπαρξης του δια της αγωγής αξιούμενου δικαιώματος και όχι η από τον εναγόμενο προβαλλόμενη ανυπαρξία αυτού, όπως συμβαίνει στη προκείμενη περίπτωση που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δια της αγωγής ο ενάγων εγείρει ανύπαρκτα δικαιώματα του στο επίδικο ακίνητο. Επομένως, η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία".
IV. Από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για την επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και την οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ.2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ'αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από την μεταγραφή της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση της διαμορφώσεώς τους (ΑΠ 261/2003). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ορθή δε εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 για παραβίαση του κανόνα όταν το δικαστήριο που εξετάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν εφαρμόζει τον κανόνα δικαίου του οποίου ενόψει των πραγματικών παραδοχών του είναι εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου για τον οποίο, ενόψει των ίδιων παραδοχών, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι δεν δημιουργείται όταν από την απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα αποδεικτικά αυτά μέσα.
Εν προκειμένω υπό τις προαναφερθείσες (ανωτ. υπό ΙΙΙ) παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και το επίσης προαναφερθέν (ανωτ. υπό Ι) διατακτικό του και δη τόσον ως προς την πλαστότητα των ως άνω εγγράφων (ιδιωτικού συμφωνητικού και εκθέσεως επιδόσεως), την απόκτηση της κυριότητας επί του επιδίκου από τον ενάγοντα - δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων και την μη απόκτηση της κυριότητας αυτής από τους αναιρεσείοντες, όσον και ως προς την μη συνδρομή καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του πρώτου, και οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 281 και 1041, 1042, 1045, 1051 του ΑΚ και 12 του ν. 1337/83, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τους πρώτον και εν μέρει τέταρτον, του αναιρετηρίου, και τους δύο, του δικογράφου πρόσθετων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 (όχι και 8 και 10) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προτεινόμενους λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι κατά τα λοιπά πλήττουν απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί πραγματικών γεγονότων. Περαιτέρω, από την αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι και τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος, και από το όλον περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και έγγραφα) που αναφέρονται στον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες, και είναι επίσης αβάσιμα τα αντίθετα που οι τελευταίοι υποστηρίζουν με τον τρίτο, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς τους. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως είναι οι προτάσεις μας ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αποσπάσματα των οποίων παραπάνω αυτολεξεί παραθέτω". Η αιτίαση αυτή ως λόγος αναιρέσεως όπως προβάλλεται, είναι απαράδεκτη, διότι δεν συγκροτεί κανέναν από τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το αίτημά των τελευταίων (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-8-2011 αίτηση των Ι. Α. κ.λπ., όπως διαμορφώθηκε με τους από 28-11-2012 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1058/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή