Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 254 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη θανατηφόρα.




Περίληψη:
Θανατηφόρος σωματική βλάβη καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας (άρθρα 311 εδ. β' και 23 ΠΚ). Καταδικαστική απόφαση για κατηγορούμενο που έριξε δυνατή γροθιά στο πρόσωπο του θύματος, το οποίο ζαλίσθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα, όπου γινόταν ο καβγάς τους για την οδήγηση των οχημάτων τους, και όπου παρασύρθηκε από επερχόμενο τρίτο όχημα και επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του. Απόρριψη ισχυρισμού κατηγορουμένου ότι προέβη στην ενέργειά του αυτή λόγω του φόβου και ταραχής του από την επίθεση του θύματος. Αίτηση αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (στέρηση νόμιμης βάσης της απόφασης). Απόρριψη αμφότερων των λόγων αναίρεσης ως αβασίμου και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της.




Αριθμός 254/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σπηλιώτη, για αναίρεση της 104α, 105, 106/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 596/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-3-2009 αίτηση του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104α, 105, και 106/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1 εδ. α, 310 παρ. 1 και 2 και 311 εδ. β' του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης (αρ. 311 εδ. β' ΠΚ), το οποίο είναι έγκλημα εκ του αποτελέσματος, απαιτείται εκτός από το δόλο του δράστη για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης του παθόντος και αμέλεια ως προς το βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου, ο οποίος είχε ως αιτία την βαριά πάθηση του σώματος του παθόντος ή της διάνοιάς του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 του ΠΚ "1.- Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2.- Άμυνα είναι η αναγκαία προβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. 3.- Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βάθρο επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που αποτελούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 23 του ΠΚ "όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε από πρόθεση με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83), και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ' αυτόν τον τρόπο εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση άμυνας, η οποία έχει τις παραπάνω έννομες συνέπειες, είναι εκείνη που εξέρχεται από τα όρια και υπερβαίνει το αναγκαίο στην ειδική περίπτωση μέτρο προσβολής των δικαιωμάτων του επιτιθεμένου. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπέρβασης των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο κρίνεται αντικειμενικά, όχι μόνο από τα τρία πρώτα πιο πάνω στοιχεία που ενδεικτικώς αναφέρει η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 ΠΚ, αλλά όπως στη συνέχεια η ίδια διάταξη αναφέρει, και από τις λοιπές περιστάσεις. Ο δικαστής από όλα τα πραγματικά περιστατικά θα σταθμίσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση άμυνας ποιο ήταν το αναγκαίο μέτρο άμυνας και ο αμυνόμενος το υπερέβη. Σύμφωνα με τα παραπάνω επί καταδίκης για υπέρβαση των ορίων άμυνας, πρέπει να καθορίζεται από το δικαστήριο στην απόφαση, ποιο το αναγκαίο μέτρο και κατά ποιο άλλο τρόπο μπορούσε να αποκρουστεί η επίθεση. Περαιτέρω, πρέπει να διασαφηνίζεται και να αιτιολογείται στην απόφαση αν η υπέρβαση έγινε από πρόθεση ή αμέλεια, δεδομένου ότι είναι διαφορετική η ποινική μεταχείριση του υπαιτίου, εφόσον δε γίνει επίκληση από τον κατηγορούμενο πραγματικών περιστατικών που, αν υποτεθούν αληθινά, στοιχειοθετούν τον από το άρθρο 23 παρ. 2 ΠΚ προσωπικό λόγο απαλλαγής από την ποινή, δηλαδή υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου άμυνας λόγω φόβου ή ταραχής, πράγμα που κρίνεται υποκειμενικά δηλαδή σε σχέση με το συγκεκριμένο δράστη, η απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού, πρέπει επίσης να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα και συγκεκριμένα πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση, εκτός από τις συνθήκες της άμυνας και της υπέρβασης των ορίων της τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η υπέρβαση δεν δικαιολογείται από το φόβο ή την ταραχή, και γενικά από την ψυχική πίεση που η επίθεση προκάλεσε στον αμυνόμενο. Τέλος, εφόσον ο κατηγορούμενος ζητήσει να του αναγνωριστεί ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, όπως της ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος (παρ. 2 γ'), δεδομένου ότι η παραδοχή του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, και σε κάθε περίπτωση, αν συντρέχει και άλλος λόγος για τη μείωσή της κατά το άνω μέτρο, θα ληφθεί υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο πρέπει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απορριπτική ως προς τον ισχυρισμό αυτό κρίση του. Τέλος, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει απόφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού της αποφάσεως, ώστε να μη είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομέρως κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 13/9/2002 και ώρα 15.00 ο κατηγορούμενος X, οδηγώντας το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με συνεπιβάτη τη σύζυγο του ΑΑ, εκινείτο επί της ΠΕΟ ...-..., με κατεύθυνση προς ... Όταν έφθασε στο 49ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, στο ύψος του διασταθμού "...", πραγματοποίησε υπέρβαση του ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, μάρκας MERCEDES το οποίο οδηγούσε ο ΒΒ με συνοδηγό τον πατέρα του Ψ. Την υπέρβαση αυτή ο ως άνω οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου θεώρησε προφανώς αντικανονική, γι' αυτό ανέπτυξε ταχύτητα και με τη χρήση των φώτων και των ηχητικών οργάνων έκανε σήμα στον κατηγορούμενο να σταματήσει. Ο τελευταίος, μετά από 500 μέτρα περίπου στάθμευσε το αυτοκίνητό του στο δεξιό άκρο της οδού επί του ερείσματος, και αμέσως μετά ο οδηγός του φορτηγού στάθμευσε το δικό του αυτοκίνητο λίγα μέτρα πιο μπροστά του (περί τα 10 μέτρα). Αμέσως κατέβηκε από αυτό ο οδηγός του ΒΒ, και κατευθύνθηκε προς το μέρος του κατηγορουμένου, που είχε στο μεταξύ κατεβεί και αυτός από το αυτοκίνητό του, (ενώ ο πατέρας βρισκόταν κάτω και δίπλα από το φορτηγό), και φωνάζοντας και υβρίζοντάς τον (τον κατηγορούμενο), ζήτησε εξηγήσεις για την, κατά την άποψη του, αντικανονική υπέρβαση που πραγματοποίησε, ενώ ταυτόχρονα του επιτέθηκε, χτυπώντας αυτόν με τα χέρια του στο θώρακα και στην αριστερή ζυγωματική χώρα, προκαλώντας σ' αυτόν εκδορές θώρακα, θλάση θώρακα, εκδορές αριστερής παρειάς, ρήξη τυμπανικού υμένα, οίδημα πτερυγίου και ζυγωματικής χώρας αριστερά, όπως βεβαιώνεται στις αναγνωσθείσες κατά τα άνω δύο ιατρικές βεβαιώσεις, του Δ/ντή του Ορθοπεδικού Τμήματος του Νοσοκομείου Θηβών ... που εξέτασε αυτόν την 18/9/2002 και του Δ/ντή του Τμήματος Ω.Ρ.Λ. του Νοσοκομείου Λειβαδιάς ... που εξέτασε αυτόν την 20/9/2002, οι οποίες βεβαιώσεις δεν μπορούν να αναιρεθούν από την αντίθετη ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., κατά την οποία "ουδέν το ίδιον παρατηρήθηκε κατά την αντικειμενική εξέταση", λόγω της αοριστίας της, λαμβανομένου υπόψη ότι σ' αυτή δεν αναγράφεται αν ο εξεταζόμενος παραπονείται για πόνους, ζάλη κ.τ.λ., όπως συνηθίζεται να αναγράφεται στις εκθέσεις αυτές. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι οποίες πληρούν τους όρους της άδικης και παρούσας επίθεσης του άρθρου 22 του ΠΚ, αναγκάστηκε να υπερασπισθεί τον εαυτό του, προκειμένου να αποτρέψει αυτήν την συνεχιζόμενη άδικη επίθεση που δέχτηκε και τον συνακόλουθο κίνδυνο που διέτρεχε, όπως δέχθηκε και το πρωτόδικο δικαστήριο. Κατάφερε λοιπόν μία γροθιά εναντίον του θύματος, και συγκεκριμένα στο πρόσωπο του, η οποία (γροθιά) ήταν το αναγκαίο μέσο άμυνας για την υπεράσπισή του από την παρούσα κα άδικη επίθεση που δέχθηκε. Υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας δεν προκύπτει, όσον αφορά το μέσον που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, δηλαδή την γροθιά του. Προκύπτει όμως υπέρβαση όσον αφορά την ένταση του χτυπήματος, η οποία ήταν μεγαλύτερη της αναγκαίας (το χτύπημα έγινε κατά τρόπο εντονότερο του αναγκαίου) για την απόκρουση της επιθετικής ενέργειας του θύματος, δηλαδή ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε υπέρτερη δύναμη και ισχύ από την αναλογούσα για την απόκρουση της επίθεσης. Η υπέρβαση αυτή συνάγεται από το γεγονός ότι το θύμα από την γροθιά που δέχθηκε ωθήθηκε προς το οδόστρωμα (δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι το θύμα έχασε την ισορροπία του, λόγω παλαιού κατάγματος στο αριστερό του πόδι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, αφού το παλαιό αυτό κάταγμα είχε πορωθεί, το θύμα οδηγούσε χωρίς κανένα πρόβλημα και δραστηριοποιείτο επιτυχώς σε ατομική βιοτεχνία επεξεργασίας ξηρών καρπών). Υπέρβαση επίσης προκύπτει και όσον αφορά το μέρος του σώματος στο οποίο τον χτύπησε, δηλαδή το πρόσωπο, το οποίο, ως ν γνωστόν, είναι ευαίσθητο και ευπαθές σημείο του ανθρωπίνου σώματος. Το αναγκαίο μέτρο στην συγκεκριμένη περίπτωση, το οποίο αρκούσε για αποτρέψει ο κατηγορούμενος την απειλούμενη με την επίθεση βλάβη του, συνίστατο σε χτύπημα με την γροθιά του, κατά ηπιότερο τρόπο, ώστε να μην ωθηθεί ο παθών προς το οδόστρωμα, και σε λιγότερο ευπαθή και ευαίσθητα σημεία, όπως ο θώρακας ή το στομάχι (κανείς δεν ωθείται ούτε ζαλίζεται, δεχόμενος γροθιά στο θώρακα ή το στομάχι), τα οποία ήταν λιγότερο επικίνδυνα, πρόσφορα όμως για την απόκρουση της επίθεσης. Λόγω της έντασης του χτυπήματος αυτού, και μάλιστα στο ευαίσθητο σημείο, δηλαδή το κεφάλι, καθ' υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου, το θύμα ωθήθηκε προς το οδόστρωμα, άλλα και ζαλίστηκε, λόγω δε της ώθησης και της ζάλης, έπεσε στο οδόστρωμα, σε απόσταση 1,45 μέτρα από το χωμάτινο έρεισμα (και μάλιστα κάθετα προς τον άξονα αυτού, από την μέση και επάνω το σώμα του εντός του οδοστρώματος), κατά την χρονική στιγμή δε της πτώσεώς του, διερχόμενο από το σημείο εκείνο το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με οδηγό την ΓΓ, τον παρέσυρε και τον τραυμάτισε θανάσιμα, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα κατά τα άνω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας- νεκροτομής, στην οποία αναφέρεται, ως αιτία θανάτου, βαρείες κακώσεις κεφαλής και δεξιού άνω άκρου, συμβατές με τροχαίο ατύχημα (η οποία, ΓΓ, συγκατηγορουμένη του στο πρωτόδικο δικαστήριο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, αθωώθηκε). Η κατά τα ανωτέρω υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας δεν οφείλεται σε πρόθεση του κατηγορουμένου, αλλά σε αμέλειά του, δεδομένου ότι δεν επέδειξε την απαιτουμένη κατά την αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική, και μπορούσε ο ίδιος με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, γνώσεις και ικανότητες να καταβάλει, προκειμένου να αποτρέψει την συνεχιζόμενη παρούσα και άδικη επίθεση που εδέχετο από τον επιτιθέμενο, χτυπώντας αυτόν με την γροθιά του στο θώρακα ή στο στομάχι, όπως εδικαιούτο, αλλά χτύπησε το θύμα με την γροθιά του, κατά τρόπο εντονότερο του αναγκαίου, στο πρόσωπο (ευπαθές και ευαίσθητο σημείο), μη προβλέποντας το τελικώς επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα. Ούτε εξ άλλου αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της διαδικασίας ότι ο κατηγορούμενος υπερέβη τα όρια της άμυνας εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση, η οποία έλαβε χώρα μόνον από το θύμα, το οποίο σημειωτέον ήταν άοπλο (δεν έφερε μαζί του όπλο, μαχαίρι ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, κατάλληλο για επίθεση), και όχι και από τον πατέρα του, ο οποίος παρευρισκόταν μεν πλησίον του χώρου όπου έγινε το επεισόδιο, αλλά δεν έλαβε μέρος σ' αυτό, όπως σχετικώς κατάθεσε (πέραν του πατέρα του θύματος), τόσον ο αυτόπτης μάρτυρας ΔΔ, ο οποίος παρέμεινε στον τόπο του ατυχήματος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας, όσον και η συγκατηγορουμένη του ΓΓ, οι οποίοι κατέθεσαν με απόλυτη γνώση και βεβαιότητα ότι είδαν μόνο δύο άτομα να "τσακώνονται" μεταξύ των σταθμευμένων αυτοκινήτων, και όχι τρία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και κατέθεσε η παρευρισκόμενη σύζυγος του ΑΑ, αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ΕΕ, γνωστός της αδελφής του κατηγορουμένου, ο οποίος κατά "σύμπτωση" είδε το ατύχημα, δεν σταμάτησε όμως, αλλά προσφέρθηκε να καταθέσει ό,τι υπέπεσε στην αντίληψή του. Κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν και αποδεικνύονται από την προσήκουσα εκτίμηση του όλου ως άνω αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε, και ιδίως από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα Ψ, πατέρα του θύματος, παρόντος κατά το συμβάν, και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι καταθέσεις των οποίων ενισχύονται και από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, ενώ κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει από κάποιο από τα λοιπά στα πρακτικά μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία, και μάλιστα ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, εφ όσον οι μάρτυρες αυτό δεν κατέθεσαν κάτι για την πιο πάνω πράξη, αλλά ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της θανατηφόρας σωματικής βλάβης, επενεχθείσας καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας εξ αμελείας, και πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα στο δικαστήριο γνώμη έξη μελών του (απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού περί άρσεως του καταλογισμού, λόγω υπερβάσεως των ορίων της άμυνας εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση, άρθρο 23 εδάφιο β' του ΠΚ) να κηρυχθεί ένοχος αυτής.
Ένα μέλος του δικαστηρίου, η ένορκος Κυριακούλα Κώτση είχε την γνώμη ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί αθώος για την πράξη που του αποδίδεται λόγω άμυνας που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής. Περαιτέρω αναγνωρισθούν ομόφωνα στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α και 2ε του ΠΚ, καθ' όσον αποδείχθηκε ότι αυτός μέχρι τον χρόνο τελέσεως της πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή πέραν του λευκού ποινικού μητρώου που διαθέτει, και το οποίο αποτελεί σοβαρή ένδειξη περί τούτου), ενώ μετά την τέλεση της πράξεως, σε καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης, συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (από τον Σεπτέμβριο 2002 μέχρι σήμερα). Απορριφθούν όμως ομόφωνα οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2γ του ΠΚ, καθ' όσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν δικαιολογείται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει των ως άνω συνθηκών τελέσεως της πράξεως, η αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, και 2δ, καθ' όσον δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά (αλλά ούτε και έγινε επίκληση τέτοιων περιστατικών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ΑΠ 1198/1990, ΠΧ 1990,σελ.1211), τα οποία να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος μεταμελήθηκε ειλικρινά για την πράξη του και έμπρακτα, δηλαδή ζήτησε ή επεδίωξε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες αυτής, και μάλιστα με συγκεκριμένη συμπεριφορά έναντι της οικογένειας του θύματος, μόνο δε το γεγονός ότι αυτός δήλωσε ότι μετάνοιωσε για την πράξη του, δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό αυτό (ΑΠ 809/97 ΠΧ ΜΗ 248). Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα θανατηφόρου σωματικής βλάβης (άρθρο 311 Β' ΠΚ), καθ' υπέρβαση από αμέλεια των ορίων της άμυνας (άρθρο 23 ΠΚ) μετ' απόρριψη του ισχυρισμού του ότι προέβη στην πράξη του αυτήν εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση του παθόντος-αποβιώσαντος ΒΒ και τον καταδίκασε σε φυλάκιση 14 μηνών, μετά την παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμου του ισχυρισμού ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του (κατηγορουμένου) οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' του ΠΚ (όχι και των περ. γ' και δ' της ίδιας παραγράφου και του ιδίου άρθρου), της οποίας (ποινής) ανέστειλε την εκτέλεση για τρία (3) χρόνια. Με αυτόν που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτό, καθώς, επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει στο αιτιολογικό της ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: α) περί υπέρβασης των ορίων της άμυνας από τον κατηγορούμενο κατά την απόκρουση της άδικης και παρούσας επίθεσης του μόνο από τον αποβιώσαντα ΒΒ, από αμέλειά του και β) μη υπέρβαση των ορίων της άμυνας αυτής εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η αμέσως προηγηθείσα επίθεση του ανωτέρω προσώπου, όχι και τον πατέρα του Ψ, όπως κατά τον αναιρεσείοντα υποστηρίζεται ότι είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το έγκλημα της θανατηφόρου σωματικής βλάβης καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, καθόσον την αρχική βαριά σωματική βλάβη στον ως άνω παθόντα τέλεσε με πρόθεση και ειδικότερα όπως αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που συμπληρώνει παραδεκτά το αιτιολογικό της, τον χτύπησε με την γροθιά του στο πρόσωπο και μάλιστα με σφοδρότητα που δεν ήταν αναγκαία για να αποτρέψει την εκδηλωθείσα εναντίον του επίθεση", ενώ ο επακολουθήσας της προαναφερόμενης βαριάς σωματικής βλάβης θάνατος του θύματος οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (άρθρα 29, 310 παρ. 1 και 2 και 511 εδ. β' ΠΚ) και ειδικότερα ως μη προβλέψαντος, λόγω ελλείψεως της προσοχής την οποία όφειλε να καταβάλει, όπως κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις και μπορούσε ο ίδιος να καταβάλει ότι το θύμα μπορούσε να πέσει στο οδόστρωμα (όπου διεξήχθη η μεταξύ τους διένεξη) και να ζαλισθεί εξαιτίας της έντασης και του σημείου του σώματός του (προσώπου του) που δέχθηκε τη γροθιά του όπως και πράγματι συνέβη, χωρίς να μπορεί ο παθών να αντιδράσει περαιτέρω, να παρασυρθεί και τραυματισθεί θανάσιμα από το διερχόμενο κατά τη χρονική στιγμή της πτώσεως του (κάθετα μέσα στο οδόστρωμα) από το σημείο εκείνο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΓΓ (αρχική κατηγορουμένη για ανθρωποκτονία για αμέλεια με θύμα τον ΒΒ).
Επομένως, οι από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, με την επισήμανση ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και παραδοχή ισχυρισμών του αναιρεσείοντος από την προηγουμένη της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 490, 491 και 492/2007 αθωωτικής απόφασης του ιδίου δικαστηρίου (Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών) δεν ασκεί καμμία επιρροή μετά την αναίρεση της τελευταίας με την υπ' αριθμ. 1786/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 470 εδ. α' ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ... Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση) είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχειρίσεως αυτού, δηλαδή κυρίως εάν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από τοπ δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου. Η παράβαση της ανωτέρω απαγορεύσεως αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ.
Στην περίπτωση που ερευνάται, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 122, 123 και 124/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκίδας, το δικαστήριο το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό την ένδικη υπόθεση, δέχθηκε μεταξύ άλλων, ότι "ο κατηγορούμενος, βγήκε από το αυτοκίνητό του, ενώ συγχρόνως βγήκαν (από το δικό τους αυτοκίνητο) πρώτος ο συνοδηγός, πατέρας του θύματος Ψ και εν συνεχεία το θύμα ΒΒ. Οι δύο τελευταίοι καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης των δύο αυτοκινήτων, κινήθηκαν απειλητικά προς τον κατηγορούμενο, εξυβρίζοντάς τον τα τρία αυτά άτομα συναντήθηκαν εν τέλει κοντά στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, όπου μετά από εξυβριστικές φράσεις μεταξύ τους συνεπλάκησαν. Ο κατηγορούμενος, δεχόμενος επίθεση με γροθιές από το θύμα, αμύνθηκε καταφέροντας γροθιά στο πρόσωπο του θύματος. Ενώ το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε, δικάζοντας κατ' έφεση κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης, την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο πατέρας του θύματος και συνοδηγός στο υπ' αριθμ. κυκλοφορία ... ΙΧΦ αυτοκίνητο Ψ δεν έλαβε μέρος καθ' οιονδήποτε τρόπο στο επεισόδιο και ειδικότερα στην επίθεση κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Και στις δύο αποφάσεις όμως η παραδοχή είναι η ίδια ως προς το ζήτημα της επίθεσης και άμυνας μεταξύ του θύματος ΒΒ και αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δηλονότι ο αναιρεσείων δέχθηκε επίθεση μόνο από το θύμα ΒΒ και μόνο κατ' αυτού αμύνθηκε, με τον ίδιο τρόπο και προκαλώντας με την εγκληματική συμπεριφορά του τα ίδια αποτελέσματα. Εξάλλου η ποινή που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, χωρίς την παραδοχή κάποιου ελαφρυντικού για την ανωτέρω πράξη, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν ποινή φυλάκισης 26 μηνών, ενώ το δευτεροβάθμιο με την παραδοχή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α και ε ΠΚ του επέβαλε την ποινή φυλάκισης των 14 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε, ήτοι η θέση του βελτιώθηκε και δεν χειροτέρευσε από οιαδήποτε άποψη (πραγματική, νομική επιβολή κυρώσεων) από την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Επομένως η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η θέση του χειροτέρευσε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί ότι η σε βάρος του επίθεση έγινε μόνο από το θύμα ΒΒ και όχι και από τον πατέρα του Ψ που συνδέεται με τα όρια ή μη της άμυνας ή της υπέρβασης του και την εντεύθεν διαφορετική ποινική μεταχείριση του με την παραδοχή ότι η άμυνα του ήταν κατά ενός επιτιθεμένου και όχι κατά δύο ατόμων, είναι αβάσιμη, εντεύθεν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δεν χειροτέρευσε τη θέση του αναιρεσείοντος και δεν υπερέβη την εξουσία του. Γι' αυτό ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από όλα τα ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2009 αίτηση του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104α, 105, και 106/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ