Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1648 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Συνέργεια, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Υπάλληλοι του ΣΔΟΕ και ήδη της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, που ενήργησαν ανακριτικές πράξεις και για υπόθεση ναρκωτικών μπορούν να εξετασθούν ως μάρτυρες στο ακροατήριο (άρθρο 174 ν. 2960/2001, 30 παρ. 1, 2, 23 και 24 ν. 3296/2004. Οι διατάξεις είναι δικονομικές, έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο μέρος τους. ’μεση συνέργεια. Για την ύπαρξή της απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και τη διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξης ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1648/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στη Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο και 2. Χ2, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της 1174/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Οκτωβρίου 2008 και 15 Οκτωβρίου 2008, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1747/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης της Χ1 και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του Χ2.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 15-10-2008 και 14-10-2008 αιτήσεις των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 αντίστοιχα για αναίρεση της 1174/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 174 του ν. 2960/2001 "οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (οικονομικός επιθεωρητής, υπάλληλος τελωνείου, δημοσίων οικονομικών υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης οικονομικού εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σε αυτές, δεν αποκλείεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο". Κατά δε το άρθρο 30 παρ.1, 2, 23 και 24 του ν. 3296/2004, "στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών συνιστάται νέα υπηρεσία με τον τίτλο "Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων" (ΥΠΕΕ), υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την έναρξη λειτουργίας της οποίας παύει η λειτουργία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) του άρθρου 4 του ν.2343/1995. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι ειδικότερα μεταξύ άλλων η πρόληψη, δίωξη και καταπολέμηση άλλων παραβάσεων, όπως παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ... Οι διατάξεις του άρθρου 174 του ν. 2960/2001 ... εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και για το σύνολο των υποθέσεων και του προσωπικού της. Όπου σε διατάξεις νόμων προεδρικών διαταγμάτων, αποφάσεων, συμβάσεων ή άλλων κειμένων αναφέρεται το ΣΔΟΕ στο εξής νοείται η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων. Από τις διατάξεις αυτές και κατ' απόκλιση από τη διάταξη του άρθρου 211 του ΚΠΔ, το οποίο επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας απαγορεύει την εξέταση ως μάρτυρα στο ακροατήριο εκείνου που άσκησε ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ (αρθρ. 4 του ν. 2343/2995) και ήδη της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, οι οποίος ενήργησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα σε υποθέσεις ναρκωτικών, εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο. Οι διατάξεις αυτές, ως εκ του περιεχομένου τους είναι δικονομικές και συνεπώς έχουν αναδρομική δύναμη και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο 1 μέρος αυτών (Ολ. ΑΠ 390/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του ΣΔΟΕ ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι είχαν συντελέσει στην υπόθεση αυτή προανακριτικά καθήκοντα, εξετάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Εν όψει όμως των ανωτέρω διατάξεων από την εξέταση των ανωτέρω μαρτύρων, έστω και αν αυτή έγινε παρά την εναντίωση της αναιρεσείουσας, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 170 παρ. 1, 173 και 174 του ίδιου Κώδικα, πρώτος λόγος των αιτήσεων αναίρεσης περί σχετικής ακυρότητας της διαδικασίας που δεν καλύφθηκε, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1α ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/2993 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως (το έτος 2001) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δρχ. τιμωρείται όποιος εισάγει στην επικράτεια ... ναρκωτικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου νόμου, όπως είχε αντικατασταθεί με τα άρθρα 13 του ν. 2161/1993 και 4 παρ. 2α του ν.2408/1996 και ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο, με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δρχ. μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δρχ. τιμωρείται ο παραβάτης του άρθρου 5 (μεταξύ άλλων) του παρόντος νόμου αν ... ενεργεί κατ' επάγγελμα ... ή οι περιστάσεις τέλεσης μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ιδιαίτερα δε επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεως της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητα του μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β του ΠΚ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη παρ' άλλου αξιόποινη πράξη απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της τέλεσης της κύριας πράξης και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. Εξάλλου, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορο του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή τη ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: 1. Περί το β' εξάμηνο του έτους 2001, οι ελβετικές και ιταλικές αρχές δίωξης του παρανόμου εμπορίου ναρκωτικών ουσιών προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν πληροφορίες που είχαν και που αναφέρονταν στη δραστηριότητα μιας ομάδας κακοποιών, η οποία σχεδίαζε να εισαγάγει στην Ιταλία μια σημαντική ποσότητα κοκαΐνης, προερχόμενη από την Κολομβία, πράγμα που είχε επιτύχει και άλλη φορά στο παρελθόν. Ως ηγετικό στέλεχος της ομάδας αυτής αναφερόταν ο ΓΓ, ο οποίος ήταν προδικασμένος στην Ελβετία για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και εξέτιε εκεί πολυετή, στερητική της ελευθερίας ποινή υπό καθεστώς ημιελεύθερης διαβίωσης. Αυτός φέρεται ως ελβετικής καταγωγής, που γεννήθηκε στην ..., έζησε κάποιο χρονικό διάστημα στην ..., μιλάει [μεταξύ άλλων γλωσσών και] καλά ελληνικά και είχε τελέσει γάμο με την κατηγορουμένη Χ1, με την οποία απέκτησαν δύο τέκνα. Μετά τη σύλληψη του στην Ελβετία, όπου η παράνομη δραστηριότητα του είχε λάβει τη μορφή σκανδάλου, διότι μαζί με το σύζυγο της τότε υπουργού Δικαιοσύνης διατηρούσαν ιδιωτική τράπεζα, μέσω της οποίας ασκούσαν την ως άνω, αθέμιτη νομιμοποίηση εσόδων, η Χ1 πήρε τα παιδιά τους και επέστρεψε στην ... . Έκτοτε, η οικογενειακή τους σχέση διατηρήθηκε από απόσταση, χωρίς ποτέ να παύσει να υφίσταται και να είναι ενεργής (βλ. την απολογία της κατηγορουμένης).
2. Οι εν λόγω αλλοδαπές αρχές, στην πορεία των ερευνών τους, διαπίστωσαν ότι, με πρωτοβουλία της "ομάδας ΓΓ", ποσότητα κοκαΐνης βάρους 219,3 κιλών είχε φορτωθεί σε συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο και μεταφερόταν με το πλοίο "Β..." από την Κολομβία, μέσω Βαλένθια Ισπανίας, προς το λιμάνι του Πειραιά, από όπου, οδικώς και μέσω του ελληνικού εδάφους, επρόκειτο να διαμετακομισθεί στην Ιταλία. Τότε οι αλλοδαπές αρχές ζήτησαν τη συνδρομή των ελληνικών αρχών, οι οποίες, αξιοποιώντας τις οδηγίες και πληροφορίες που δόθηκαν, εντόπισαν, πράγματι, το εμπορευματοκιβώτιο, αμέσως μετά την άφιξη και εισαγωγή του στην Ελλάδα (13-12-2001) και φρόντισαν να τοποθετηθεί σε ειδικώς επιτηρούμενο χώρο του ΟΛΠ, αναμένοντας να εμφανισθούν τα πρόσωπα που θα έδειχναν ενδιαφέρον για την παραλαβή του, ώστε να συλληφθούν. Κατά τη διάρκεια της φύλαξης του εμπορευματοκιβωτίου, το οποίο, σύμφωνα με τα συνοδευτικά έγγραφα, φαινόταν ότι περιλαμβάνει φορτίο 25.000 κιλών ρυζιού με παραλήπτη κάποια εταιρία με την επωνυμία "DΟΝ ΑΒΕΕ", έγινε απόπειρα αυθαίρετης μετακίνησης του από τον φυλασσόμενο χώρο σε άλλο χώρο, εντός ΟΛΠ, αλλά μη επιτηρούμενο, από όπου το περιεχόμενο του θα ήταν δυνατό να αφαιρεθεί κρυφίως (βλ. κατάθεση ...). Η προσπάθεια αυτή, που δεν τελεσφόρησε, έδειξε στις ελληνικές αρχές αφ' ενός ότι το περιεχόμενο του εμπορευματοκιβωτίου ήταν όντως επιλήψιμο και αφ' ετέρου ότι υπήρχαν ενδιαφερόμενοι γι' αυτό, οι οποίοι δεν δίστασαν να εμπλέξουν κάποιους υπαλλήλους του ΟΛΠ ατούς σκοπούς τους. Όταν, αργότερα (την 8-1-2002), ανοίχθηκε το εμπορευματοκιβώτιο από τις ελληνικές διωκτικές αρχές, διότι, μόλις διέρρευσε η κινητοποίηση τους, ουδείς εμφανίσθηκε για να το αναζητήσει νομίμως, διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα στους 500 σάκους του ρυζιού υπήρχαν και 200 πακέτα που περιείχαν κοκαΐνη συνολικού βάρους 219,3 κιλών (βλ. την από 8-1-2002 έκθεση κατάσχεσης των ..., ... κλπ).
3. Παράλληλα προς τις πληροφορίες που αφορούσαν στο ως άνω εμπορευματοκιβώτιο, δόθηκαν στις ημεδαπές αρχές και πληροφορίες που αναφέρονταν επωνύμως σε κάποιους συνεργάτες της "ομάδας ΓΓ", οι οποίοι επρόκειτο να έρθουν στην Αθήνα για να επιδιώξουν την αφαίρεση της κοκαΐνης από το κοντέϊνερ και τη διαμετακόμιση της οδικώς στην Ιταλία. Η πρώτη πληροφορία που δόθηκε αναφερόταν σε κάποιον Ιταλό υπήκοο ΕΕ, που ήρθε στην Αθήνα την 4-12-2001 χρησιμοποιώντας το όνομα ΕΕ-1 και κατέλυσε στο ξενοδοχείο "...", στο κέντρο της Αθήνας. Το βράδυ της 6-12-2001, αυτός συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο Χ2, με τον οποίο μετακινήθηκαν για πολλή ώρα με νοικιασμένο IX αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΣΤ (κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην υπόθεση, αλλά αθωώθηκε πρωτοδίκως). Κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων, οι οποίες δεν φαινόταν να έχουν κάποιο άλλο νόημα, πέραν του να δώσουν στους ενδιαφερόμενους το χρόνο να κάνουν απομονωμένοι τις συνεννοήσεις που επιθυμούσαν, ο ΕΕ κατέβηκε επανειλημμένα από το αυτοκίνητο και έκανε τηλεφωνήματα από καρτοτηλέφωνο. Από την παρακολούθηση των κινήσεων αυτών, που έκαναν οι ημεδαπές αρχές, προέκυψε ότι ο Χ2 λειτουργούσε ως σύνδεσμος ανάμεσα στον ΕΕ (που και αυτός ήταν σύνδεσμος του ΓΓ) και σε κάποιον ημεδαπό ΖΖ, ο οποίος φαινόταν ότι είναι το πρόσωπο που θα μπορούσε να επιτύχει την αποδέσμευση του εμπορευματοκιβωτίου, αλλά που ζητούσε για την παροχή των υπηρεσιών του το ποσό των 400.000 δολαρίων ΗΠΑ. Η λογική επεξεργασία των δεδομένων αυτών, έδειξε ότι, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συναίνεση των αφεντικών του ως προς το ύψος του ποσού αυτού, ο Ιταλός αναγκάσθηκε να κάνει τα τηλεφωνήματα που προαναφέρθηκαν. Ο ΕΕ έφυγε την επόμενη ημέρα, αφού και πάλι συναντήθηκε με τον Χ2. Ξαναήρθε στην Ελλάδα την 13-12-2001, αλλά ο Χ2 είχε αντιληφθεί, στο μεταξύ, ότι παρακολουθείται (βλ. κατάθεση ...) και απέφυγε να τον συναντήσει. Έτσι, τη δεύτερη φορά, ο ΕΕ επέστρεψε άπρακτος (βλ. σχετικώς τις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ και ΒΒ).
4. Η δεύτερη πληροφορία αναφερόταν στην έλευση του Ιταλού υπηκόου ΗΗ. Αυτός εντοπίσθηκε κατά την άφιξη του στην Αθήνα, το βράδυ της 14-12-2001 και, παρακολουθούμενος από τις ημεδαπές αρχές, έφθασε μέχρι την Πλατεία Συντάγματος, όπου είχε εντοπισθεί, επίσης, να κινείται και ο Χ2. Ο τελευταίος, όμως, λόγω του ότι ήδη γνώριζε ότι παρακολουθείται, απέφυγε να συναντηθεί με τον ΗΗ και αντί συναντήσεως τον κατηύθυνε τηλεφωνικώς μέχρι την περιοχή του ΣΣ Πελοποννήσου. Εκεί ο Ιταλός επιβιβάσθηκε σε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ΔΔ, υιός του ΓΓ και της κατηγορουμένης Χ1 και στο οποίο επέβαινε η τελευταία. Τη νύκτα εκείνη, ο ΗΗ κατέλυσε στην κατοικία της Χ1 και την επομένη ημέρα αναχώρησε από την Ελλάδα. Η Χ1 παραδέχθηκε ότι ο εν λόγω Ιταλός ήταν απεσταλμένος του συζύγου της, ισχυρίσθηκε, όμως, ότι η αποστολή του δεν είχε καμιά σχέση με τις κατηγορίες που της αποδίδονται και ότι αυτός, κατ' εντολή του ΓΓ, της έφερε το χρηματικό ποσό των 10.000 δολαρίων ΗΠΑ, ως συμβολή του συζύγου της [δήθεν] στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Στην κατοχή της, όμως, βρέθηκαν 45.000 δολάρια (βλ. απολογία της, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ). Η προσπάθεια της Χ1 να δημιουργήσει σύγχυση ως προς το ακριβές ύψος του ποσού, που μετέφερε ο ΗΗ κατ' εντολή του ΓΓ, αποδεικνύει ότι το ποσό αυτό ήταν πολύ υψηλότερο και δεν είχε σχέση με τις οικογενειακές ανάγκες, αλλά προοριζόταν για την απελευθέρωση της κοκαΐνης από τον επιτηρούμενο χώρο του ΟΛΠ.
5. Από έρευνα που έγινε στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος κατασχέθηκε στο σπίτι της Χ1, βρέθηκε ένα αρχείο ηλεκτρονικού κειμένου, το οποίο είχε τη μορφή κειμένου παραγγελίας ενός κοντέϊνερ 25 τόνων ρυζιού στην Κολομβία, με παραλήπτη την εταιρία με την επωνυμία "DΟΝ ΑΒΕΕ", στην Ελλάδα. Η τελευταία τροποποίηση του αρχείου αυτού είχε γίνει την 2-11-2001. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι το εν λόγω κείμενοσυντάχθηκε με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που υπήρχε στο σπίτι της Χ1 και μέσω του ιδίου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στάλθηκε στον προορισμό του. Η "DΟΝ ΑΒΕΕ", όπως διαπιστώθηκε από τις ημεδαπές αρχές υπήρξε μία εταιρία με σκοτεινές δραστηριότητες. Το περιστατικό, όμως, ότι η παραγγελία του εμπορευματοκιβωτίου δεν στάλθηκε από δικό της χώρο και με δικό της μέσο, αλλά με τον τρόπο που αναφέρθηκε, αποδεικνύει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η χρησιμοποίηση της "DΟΝ ΑΒΕΕ" ήταν επιβοηθητικής φύσεως και ότι η πρωτοβουλία ανήκε στην "ομάδα ΓΓ", για την οποία δούλευε και η κατηγορουμένη Χ1, πρόσωπο έμπιστο στην ομάδα λόγω τηςσυζυγικής της σχέσης με τον επικεφαλής αυτής. Η ίδια, βέβαια, αρνείται το περιστατικό αυτό και προσποιείται ότι είναι μια απλή, ταλαιπωρημένη σύζυγος και μητέρα, που εμπορεύεται χαλιά και μοκέτες για να ζήσει. Τόσο η ανεύρεση του κειμένου τής ως άνω παραγγελίας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του σπιτιού της, όμως, όσο και η ευκολία με την οποία μόνη της διαπίστωσε, αμέσως μετά την επιβίβαση του ΗΗ στο αυτοκίνητο της, ότι αυτός παρακολουθείται (βλ. απολογία της και την προσποιητή απορία που εκφράζεται εκεί για την εν λόγω παρακολούθηση του Ιταλού), δείχνουν ότι πρόκειται για πρόσωπο με ιδιαίτερη σκληρότητα και εμπειρία στις παράνομες συναλλαγές και τις προφυλάξεις που αυτές απαιτούν.
6. Από έρευνα που έγινε ως προς τις κινήσεις του Χ2, διαπιστώθηκε ότι αυτός απομακρύνθηκε από τη συνήθη διαμονή του, στην Αθήνα, αμέσως μετά την ανεύρεση της κοκαΐνης στο εμπορευματοκιβώτιο και συνελήφθη μετά από αρκετές ημέρες στην περιοχή του Ναυπλίου, έχοντας χασίς στην κατοχή του και δίνοντας της εντύπωση ότι κάνει χρήση (βλ. κατάθεση ΒΒ). Η μεταβολή της διαμονής και οι μετακινήσεις είχαν την έννοια αποφυγής της συλλήψεως, προσπάθεια που επιβεβαιώνει την εμπλοκή του στην υπόθεση. Η εμπλοκή αυτή, όμως, εκτός από την προσωρινή διαφυγή και τις ως άνω συναντήσεις (βλ. σκέψη αρ. 3 και 4), επιβεβαιώνεται και από το περιστατικό ότι αυτός ταξίδευσε και διέμεινε στην ... της Κολομβίας από 24-6-2001 μέχρι 12-9-2001. Εκεί λίγο πριν φύγει, δήλωσε σε ξενοδοχείο ψευδώς ότι είναι υπήκοος Αζερμπαϊτζάν. Και φεύγοντας, δήλωσε ως προορισμό το ... της Βενεζουέλας, για να συσκοτίσει τις κινήσεις του. Ο ίδιος, που αποδέχεται την εν λόγω διαμονή στην Κολομβία, ισχυρίζεται ότι πήγε εκεί ως εξαρτημένος [δήθεν] χρήστης ναρκωτικών, συνοδεύοντας μια αλλοδαπή χορεύτρια, επίσης εξαρτημένη, της οποίας ο πατέρας ήταν Ισπανός και η μητέρα Κολομβιανή και την οποία αυτός είχε γνωρίσει σε κάποιο καμπαρέ στην Ελλάδα, συνδεθείς ερωτικά μαζί της. Ο ισχυρισμός αυτός, ως προς το λόγο της μετάβασης και παραμονής στην Κολομβία, είναι μη ειλικρινής, διότι ένας πένης και ταλαίπωρος τοξικομανής, όπως θέλει να εμφανίζεται ο Χ2, δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει τους πόρους για ένα τέτοιο ταξίδι και διαμονή στην αλλοδαπή, όσο φθηνή και αν είναι η διαβίωση στις χώρες της Λατινικής Αμερικής (βλ. απολογία του). Αντίθετα, η μετάβαση και παραμονή στην Κολομβία, κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της μεταφοράς και εισαγωγής του εμπορευματοκιβωτίου με την κοκαΐνη από εκεί στην Ελλάδα με σκοπό τη διαμετακόμιση της στην Ιταλία και, λογικώς, ταυτίζεται με τις αναγκαίες επαφές για την ανεύρεση του προμηθευτή της κοκαΐνης, τη συμφωνία μαζί του, το διακανονισμό της καταβολής του τιμήματος, τη διαδικασία της αποκρύψεως και φορτώσεως και τις λοιπές σχετικές ενέργειες, αποδεικνύει συμμετοχή του Χ2, όχι οπωσδήποτε μόνου αλλά σε σύμπραξη με άλλα πρόσωπα των, οποίων η ταυτότητα δεν έχει αποκαλυφθεί, σε όλες ή σε κάποιες από τις επαφές αυτές, ως προσώπου το οποίο δεν θα μπορούσε να κινήσει τις υποψίες των διωκτικών αρχών, διότι προερχόταν από διαφορετικό χώρο (δηλαδή την Ελλάδα) και δεν φαινόταν [ενώ, πράγματι, ήταν] συνδεδεμένος με την "ομάδα ΓΓ" (που δρούσε στην Ελβετία και Ιταλία). Και βέβαια, τα έξοδα του ταξιδιού και της διαμονής, ανεξάρτητα προς το αν θα μπορούσε ή όχι να τα αντιμετωπίσει εξ ιδίων, βάρυναν την "ομάδα ΓΓ". Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί και το ότι ο Χ2, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, είχε ζητήσει από φίλο του τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού εκείνου, προκειμένου κάποιος να του βάλει χρήματα. Ο φίλος του αρνήθηκε να συνεργασθεί (βλ. κατάθεση ...). Η προσπάθεια, όμως, υποδηλώνει ότι ο Χ2, σ' εκείνη τη χρονική στιγμή, είχε κάποια πηγή χρηματοδότησης της οποίας η χρησιμοποίηση και η δι' αυτής διακίνηση χρημάτων έπρεπε να παραμείνει μυστική.
7. Τα περιστατικά, που προαναφέρθηκαν, στοιχειοθετούν, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, την αξιόποινη πράξη της άμεσος συνέργειας αμφοτέρων των κατηγορουμένων σε εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, με σκοπό διαμετακόμισης στην Ιταλία, της ποσότητας των 219,3 κιλών κοκαΐνης, που είχε αγορασθεί από την "ομάδα ΓΓ" στην Κολομβία και είχε μεταφερθεί δια θαλάσσης από εκεί, μέσω Βαλένθια Ισπανίας, στον Πειραιά (άρθρο 5 παρ.1 περ.α' του νόμου 1729/1987). Η συμμετοχή της Χ1 συνίσταται αφ' ενός στο ότι συνέταξε και απέστειλε την ως άνω παραγγελία του ρυζιού υπέρ της "DΟΝ ΑΒΕΕ", προκειμένου να συγκαλυφθεί και διευκολυνθεί η εισαγωγή της κοκαΐνης ως ρυζιού και αφ' ετέρου στο ότι παρέλαβε τα χρήματα που απέστειλε ο ΓΓ από την Ελβετία, προκειμένου με αυτά να χρηματοδοτήσει την παράνομη απελευθέρωση της κοκαΐνης από τον επιτηρούμενο χώρο του ΟΛΠ και την περαιτέρω διαμετακόμιση της στην Ιταλία. Η συμμετοχή του ΧΔ2 συνίσταται αφ' ενός στο ότι συνέπραξε στη διαδικασία εισαγωγής καθ' εαυτή, αφού υπήρξε ένα από τα πρόσωπα που συνεργάστηκαν για την αποστολή της από την Κολομβία στην Ελλάδα και αφ' ετέρου στο ότι με τις συναντήσεις που είχε με τον αλλοδαπό ΕΕ και τις παράλληλες συνεννοήσεις με τον ημεδαπό ΖΖ φρόντισε για την παράνομη απελευθέρωση της κοκαΐνης από τον επιτηρούμενο χώρο του ΟΛΠ και την περαιτέρω διαμετακόμιση της στην Ιταλία. Η συμμετοχή αμφοτέρων ήταν αναγκαία και εκδηλώθηκε κατά την τέλεση της πράξεως που αναφέρθηκε. Η δε πράξη (εισαγωγή με σκοπό διαμετακόμισης) ολοκληρώθηκε με την εκφόρτωση του εμπορευματοκιβωτίου από το πλοίο, που το μετέφερε, στο ελληνικό έδαφος, αφού επρόκειτο ούτως ή άλλως για αθέμιτη εισαγωγή, η οποία δεν τελούσε υπό την αίρεση της χορηγήσεως κάποιας αδείας της αρμόδιας τελωνειακής αρχής. Έτσι, δεν μπορεί να γίνει λόγος για απόπειρα, όπως ενδεχομένως θα συνέβαινε σε περίπτωση συνήθους λαθρεμπορίας, αν τελικώς η άδεια εισαγωγής δεν είχε χορηγηθεί. Για την πράξη αυτή οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Με τις παραδοχές αυτές και εκείνες του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπλη-ρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εισαγωγής στην Ελληνική επικράτεια της άνω ποσότητας κοκαΐνης, με σκοπό τη διαμετακόμιση της δια του ελληνικού εδάφους στην Ιταλία από τη συγκεκριμένη ομάδα δραστών, στην οποία, οι αναιρεσείοντες παρείχαν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και κατά την τέλεση της πράξης αυτής, για την οποία (άμεση συνδρομή) και καταδικάστηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις ποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1α, 8 του ν. 1729/1987, όπως ίσχυαν τότε και 46 παρ. 1β του ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην αιτιολογία εκτίθεται ο συγκεκριμένος τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της εισαγωγής της άνω ποσότητας ναρκωτικών από την Κολομβία μέσω Βαλένθιας Ισπανίας στην Ελληνική επικράτεια (λιμάνι Πειραιά) με το αναφερόμενο πλοίο και με δράστες την ομάδα του ΓΓ. Συγκεκριμένα, η ομάδα αυτή κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε αγοράσει την ποσότητα αυτή των ναρκωτικών από την Κολομβία και αφού συσκευάστηκε σε διακόσια δέματα, την απέκρυψε μέσα σε σάκους ρυζιού, που στοιβάχτηκαν σε κοντέινερ και την μετέφερε δια του πλοίου B... από την Κολομβία στο λιμάνι του Πειραιά, όπου εκφορτώθηκε το κοντέινερ την 13-12-2001 και τοποθετήθηκε σε χώρο του ΟΛΠ. Ο χρόνος τελέσεως της πράξεως αυτής κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ο χρόνος του δεύτερου εξαμήνου περίπου του 2001, εν όψει της μεγάλης απόστασης που διήνυσε το παράνομο πλοίο και όχι η 13-12-2001 που εκφορτώθηκε το κοντέινερ με τα ναρκωτικά, αφού το έγκλημα της εισαγωγής τελείται δια μεταφοράς των ναρκωτικών εκ της αλλοδαπής. Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η συμμετοχή του κατηγορουμένου Χ2 συνίσταται σε επί μέρους υλικές πράξεις αναγκαίες για την τέλεση της εισαγωγής των ναρκωτικών. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο Χ2, μέλος της ομάδας του καταδίκου στην Ελβετία ΓΓ, κατ' εντολή και με έξοδα της ομάδας αυτής και προς το σκοπό να εξευρεθεί η ποσότητα των ναρκωτικών αυτών και εισαχθεί στην Ελλάδα και με σκοπό τη διαμετακόμιση της στην Ιταλία, μέσω της Ελλάδας οδικώς, μετέβη στην ... Κολομβίας την 24-6-2001, όπου εκεί παρέμεινε μέχρι την 12-9-2001, η παραμονή του δε στη ... κατά σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης "ταυτίζεται με τις αναγκαίες επαφές για την ανεύρεση του προμηθευτή της κοκαΐνης, τη συμφωνία μαζί του, το διακανονισμό της καταβολής του τιμήματος και τη διαδικασία της αποκρύψεως και φορτώσεως" (στο άνω πλοίο). Πλέον τούτων αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια του πλου του παράνομου πλοίου στον Πειραιά και συγκεκριμένα στις 6 και 7-12-2001, αυτός είχε συναντηθεί με μέλος της ομάδας ΓΓ, που είχε έλθει αεροπορικώς στην Αθήνα, τον Ιταλό ΕΕ, προκειμένου να κανονίσουν την παραλαβή του παράνομου φορτίου από τους χώρους του ΟΛΠ, όπου θα κατέφθανε το άνω πλοίο, το οποίο και κατέπλευσε ως άνω στον Πειραιά. Οι επαφές του Χ2 με τον Ιταλό ήταν η ρύθμιση της διαμεσολάβησης ατόμου με το όνομα ΖΖ, το οποίο αντί αμοιβής θα εξασφάλιζε την απομάκρυνση των ναρκωτικών από το χώρο του ΟΛΠ. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων Χ2 είχε επαφή και με άλλο άτομο της ομάδας ΓΓ, τον Ιταλό υπήκοο ΗΗ, που είχε έλθει στην Ελλάδα στις 13-12-2001 για τον ίδιο σκοπό και δια τηλεφωνικών επαφών κατηύθυνε τον Ιταλό αυτό μέχρι το σταθμό Πελοποννήσου για να συναντηθεί με την αναιρεσείουσα Χ1 και το γιο της, όπου και συναντήθηκαν ο Ιταλός, η Χ1 και ο γιος της και στη συνέχεια τη νύχτα εκείνη ο Ιταλός διανυκτέρευσε στο σπίτι της και της παρέδωσε, για το σκοπό της παραλαβής των ναρκωτικών από το χώρο του ΟΛΠ μεγάλο χρηματικό ποσό, τουλάχιστον 45.000 δολαρίων, ποσό που της είχε αποστείλει η ομάδα του ΓΓ, του οποίου αυτή ήταν σύζυγος και μέλος της εν λόγω ομάδας. Περαιτέρω, όσον αφορά την αναιρεσείουσα Χ1, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ανευρέθη από τις ελληνικές αρχές στο σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, που είχε στο σπίτι της, ένα αρχείο ηλεκτρονικού κειμένου, το οποίο είχε μορφή κειμένου παραγγελίας ενός κοντέινερ 25 τόνων ρυζιού στην Κολομβία, με παραλήπτη την εταιρεία με την επωνυμία ΝΤΟΝ ΑΒΕΕ στην Ελλάδα, η δε τελευταία τροποποίηση του αρχείου αυτού είχε γίνει την 2-11-2001. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι το κείμενο τούτο συντάχτηκε με τον υπολογιστή της και μέσω του ιδίου και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στάλθηκε στον προορισμό του (Κολομβία). Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η χρησιμοποίηση της ΝΤΟΝ ΑΒΕΕ, που ασχολείται με σκοτεινές δραστηριότητες ήταν επιβοηθητικής φύσεως, η δε (παράνομη) πρωτοβουλία για την εισαγωγή των ναρκωτικών αυτών ανήκε στην παράνομη ομάδα του ΓΓ, που ήταν, ως ελέχθη, σύζυγος της. Αναφέρεται ακόμη ότι ο ΗΗ, που ήρθε στην Ελλάδα, έφερε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα το άνω χρηματικό ποσό, προκειμένου αυτή να το χρησιμοποιήσει για την αποδέσμευση του κοντέινερ και του παράνομου φορτίου του από τους χώρους του ΟΛΠ. Οι άνω επί μέρους πράξεις έκαστου των αναιρεσειόντων συνιστούν, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης άμεση συνδρομή αυτών στα μέλη της ομάδας ΓΓ, κατά την τέλεση από αυτούς ως συναυτουργών της πράξεως της εισαγωγής της άνω ποσότητας ναρκωτικών στην Ελλάδα με σκοπό τη διαμετακόμιση τους δια μέσου της Ελλάδας στην Ιταλία. Οι επί μέρους αυτές πράξεις των αναιρεσειόντων πράγματι φέρουν το χαρακτήρα της άμεσης συνδρομής κατά τη μακρά χρονική διάρκεια της μεταφοράς από την Κολομβία στην Ελλάδα και κατά την τέλεση αυτής, αφού οι άνω ενέργειες κρίνονται αναγκαίες με βεβαιότητα για την τέλεση της κυρίας πράξεως και κατά την τέλεση της υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις που τελέστηκε η κύρια πράξη και δεν αποτελούν προηγούμενες χρονικώς πράξεις του χρόνου τελέσεως της κυρίας πράξεως. Περαιτέρω, όσον αφορά τις επιβαρυντικές περιστάσεις, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ότι "κατά την παροχή (της) συνδρομής αυτής οι κατηγορούμενοι ενεργούσαν κατ' επάγγελμα αφού ήταν ενταγμένοι σε ένα διεθνές σύστημα με οργάνωση και υποδομή (κέντρο αποφάσεων στην αλλοδαπή, λεπτομερής σχεδιασμός, κατανομή δραστηριοτήτων, μετακινήσεις, προφυλάξεις, επιμελής απόκρυψη και μεθοδεύσεις, χρησιμοποίηση τεχνολογίας και λοιπών τεχνικών μέσων), από τη λειτουργία του οποίου απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος, πολύ σημαντικότερου από αυτό της συνήθους δραστηριότητας τους και αφ' ετέρου του ότι οι περιστάσεις, υπό τις οποίες ενεργούσαν, μαρτυρούν ιδιαίτερη επικινδυνότητα, αφού πέραν των ανωτέρω διακινούσαν μια πολύ μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με αντίστοιχη σοβαρή διακινδύνευση της υγείας ενός μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις αναφερόμενες επιβαρυντικές περιστάσεις είναι επαρκής, αφού αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 στοιχ. στ' και ζ' του ΠΚ με σαφήνεια και πληρότητα, τις περιστάσεις αυτές, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις πιο πάνω ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι, οι κατηγορούμενοι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, με λεπτομερή σχεδιασμό της πράξεως και κατανομή δραστηριοτήτων ως και τη χρησιμοποίηση τεχνολογίας και την επιμελή απόκρυψη των ναρκωτικών, απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος από την παράνομη αυτή δραστηριότητα, αφού θα διακινούσαν μαζί με τους αυτουργούς μεγάλη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, οι δε περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησαν και το γεγονός ότι θα δημιουργείτο κίνδυνος για την υγεία ενός μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι και συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν παρεβίασε τις άνω διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ τελευταίοι λόγοι των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 15-10-2008 και 14-10-2008 αιτήσεις των Χ2 και Χ1 αντίστοιχα για αναίρεση της 1174/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει κάθε ένα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή