Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2054 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Προσωπικού χαρακτήρα δεδομένα, Πλάνη.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση του Ν. 2472/1997. Έννοια αρχείου. Παράδοση αντιγράφου μηνύσεως, της οποίας είχε προηγηθεί ανάκληση και θέση στο Αρχείο της Εισαγγελίας, με συνημμένα αντίγραφα υπομνημάτων, τα οποία περιείχαν προσωπικά δεδομένα φυσικών προσώπων και στη συνέχεια, πρωτοκόλληση αυτής στο γενικό Πρωτόκολλο του Πανεπιστημίου, όπου υπήρχε ελεύθερη πρόσβαση από τρίτους, στοιχειοθετεί την αξιόποινη αυτή πράξη. Ορθά το δικαστήριο δεν απάντησε επί αυτοτελών ισχυρισμών περί πραγματικής και συγγνωστής νομικής πλάνης, οι οποίοι είχαν προβληθεί αορίστως. Όχι υποχρέωση του διευθύνοντος τη συζήτηση να δίδει το λόγο στους διαδίκους, χωρίς αίτηση τους, για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που εξετάσθηκαν. Όχι υποχρέωση του δικαστή, μετά την απολογία ενός κατηγορουμένου, να δώσει, χωρίς αίτηση των λοιπών κατηγορουμένων ή του συνηγόρου τους, το λόγο σε αυτούς για να υποβάλλουν ερωτήσεις στον απολογηθέντα. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη με την ΕΣΔΑ. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας συνημμένων σε έγγραφο που αναγνώσθηκε. Την έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα δεν δικαιούται να προτείνει ο κατηγορούμενος ως λόγο αναιρέσεως. Δεν είναι αναγκαίο να δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα, εάν αυτός δεν τον ζητήσει, επί ισχυρισμού, ο οποίος έχει προβληθεί μετά την αγόρευση του εισαγγελέα επί της ενοχής του κατηγορουμένου. Απόρριψη αιτήσεων αναιρέσεως.





Αριθμός 2054/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κορμπάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1243/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ρ. Γ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 588/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση.
Εν προκειμένω, με την 65630/2009 απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε φυλάκιση 10 μηνών, για α) ψευδή καταμήνυση, β) ψευδορκία μάρτυρος και γ) συκοφαντική δυσφήμηση. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση και με την 12343/2010 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική φυλάκιση 8 μηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση. Προκειμένου να οδηγηθεί το Εφετείο στην ανωτέρω καταδικαστική του απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά τα ακόλουθα: "Από την χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν, τα πρακτικά και την εκκαλούμενη απόφαση, καθώς και τα λοιπά έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο σύζυγος της εγκαλούσας, Ι. Α., είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Α. Μ. Ο.Ε." και του ήδη κατηγορουμένου Ι. Μ. την υπ' αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 9732/1999 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 3.000.000 δραχμών με βάση την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως την 30.11.1994, ποσού 3.000.000 δραχμών, πληρωτέα επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας επιταγής αυτός (ενάγων) είχε γίνει νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση από την εκδότρια εταιρεία. Με την υπ' αριθ. 2814/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εν λόγω αγωγή έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, η δε έφεση των εναγομένων απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 5663/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την παραπάνω απόφαση έγινε δεκτό ότι η ως άνω επιταγή κάλυπτε νόμιμη απαίτηση του ενάγοντος Ι. Α. από δάνειο, ενώ δεν αποδείχθηκε καμία αλλοίωση της χρονολογίας έκδοσης αυτής. Μάλιστα, με την υπ' αριθ. 4229-4230/29.3.2000 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο ως άνω Ι. Α. κηρύχθηκε αθώος της αποδοθείσας σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας (νόθευσης χρονολογίας έκδοσης) της ανωτέρω επιταγής, επίσης, ο Ι. Α. είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ήδη κατηγορουμένου Ι. Μ. την υπ' αριθ. καταθέσεως 517/1999 αγωγή του, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 9.000.000 δραχμών με βάση την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως την 30.4.1994, ποσού 9.000.000 δραχμών, πληρωτέα επί της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας επιταγής αυτός (ενάγων) είχε γίνει νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση από τον πρώτο (εκδότη). Με την υπ' αριθ. 1338/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως και υποχρεώθηκαν οι διάδικοι να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους. Μετά ταύτα, στα πλαίσια των διεξαγόμενων αποδείξεων την 1.3.2002 εξετάστηκε ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστή Αναστασίας Σιώμου, μετά από πρόταση του ως άνω ενάγοντος, η σύζυγος του Ρ. Γ., η οποία κατέθεσε τα εξής: "Τα χρήματα αυτά ο κ. Α. τα έδωσε στον Μ. το 1993. Η καταβολή δεν έγινε εφάπαξ, αλλά τμηματικά και μπορεί να ήταν Μάιο μπορεί και Ιούνιο, σταδιακά δηλαδή...Την επιταγή την έδωσε στο τέλος του 1993... Παρά το γεγονός ότι χρωστούσε στην εταιρεία μας ο Μ. παρακάλεσε το σύζυγο μου να του δανείσει ακόμη 12.000.000 δραχμές...Κάθε φορά που κατέβαλε τα χρήματα, έκανε ανάλογες αναλήψεις από την Τράπεζα". Μετά ταύτα ο ήδη κατηγορούμενος άσκησε κατά της πιο πάνω μάρτυρα Ρ. συζ. Ι. Α. το γένος Γ. του Κ., την παρούσα μήνυση του (με ημερομηνία καταθέσεως την 14.5.2002), αποδίδοντας της ότι αυτή εν γνώσει της κατέθεσε τα ανωτέρω γεγονότα, που ήσαν κατά τους ισχυρισμούς του ψευδή. Στη συνέχεια, η τελευταία με την υπ' αριθ. 55349/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε αθώα για την αποδοθείσα σ' αυτή αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα. Πλην όμως όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο περί ψευδορκίας της παραπάνω μάρτυρα ήσαν ψευδή, αυτός δε προέβη εν γνώσει του στη μήνυση αυτή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της τελευταίας, καθώς και να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη αυτής, ενώ επίσης ψευδώς επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της πιο πάνω μηνύσεως του. Από το σύνολο των ως άνω αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες δύο επιταγές δόθηκαν στον Ι. Α. από τον κατηγορούμενο για την κάλυψη δανείου που είχε δοθεί προς αυτόν καθώς και ότι δεν είχε λάβει χώρα καμία αλλοίωση της ημερομηνίας εκδόσεως τους εκ μέρους του πρώτου, τα γεγονότα δε αυτά γνώριζε σαφώς ο κατηγορούμενος. Εξάλλου, τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα αναφερόμενα στην υπ' αριθ. 2844/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τούτο δε, διότι η εκτιθέμενη σ' αυτήν αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων Ρ. Γ. και Ι. Α. έλαβε χώρα κατά τα έτη 1997 και 1998 και δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα κατηγορία και σχέση μεταξύ των διαδίκων, που τοποθετείται χρονικά στα έτη 1993 και 1994. Κατ' ακολουθίαν τούτων, στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις παραπάνω πράξεις". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση, τα αντίθετα δε που υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως του ο αναιρεσείων είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι α) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας, έγγραφα, πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ότι έλαβε υπόψη του και τους μάρτυρες υπερασπίσεως (Κ. και Γ.). Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις των Κ. και Γ., οι οποίοι φέρονται ως μάρτυρες κατηγορίας, διότι ως τέτοιοι έχουν κληθεί από τον Εισαγγελέα, ως εξετασθέντες προανακριτικώς. Σε κάθε δε περίπτωση, από τα πρακτικά της εκκαλούμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν κάλεσε μάρτυρες υπερασπίσεως, β) Αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι ο αναιρεσείων "ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων", χωρίς να προσδιορίζονται οι τρίτοι. Και ως προς το σκέλος αυτό, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, διότι στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός έγινε ενώπιον του Εισαγγελέως πλημμελειοδικών, των προανακριτικών υπαλλήλων και των δικαστικών υπαλλήλων, και γ) Στο αιτιολογικό αναφέρεται "μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας" και στο διατακτικό "είχε σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη της", ήτοι κατά τον αναιρεσείοντα οι δύο αυτές φράσεις περιέχουν αντίφαση. Και ως προς το σημείο αυτό ο λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος, διότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ των φράσεων αυτών. Αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος είναι και ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα με τον λόγο αυτό ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι οι πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε, έλαβαν χώρα στις 14 Μαΐου 2002 και η έγκληση υποβλήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2010, ενώ έπρεπε να υποβληθεί μέχρι τις 14.8.2002 και το Δικαστήριο αντί να την κηρύξει απαράδεκτη (ως προς την συκοφαντική δυσφήμηση), προχώρησε στην καταδίκη και για την πράξη αυτή. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προανακριτικής καταθέσεως της εγκαλούσας ενώπιον του πταισματοδίκη, η εγκαλούσα κατέθεσε "έλαβα γνώση όταν προσήλθα στο Πταισματοδικείο Χαλανδρίου στις 30.9.2002". Επομένως εμπροθέσμως υποβλήθηκε η έγκληση για την συκοφαντική δυσφήμηση στις 10 Οκτωβρίου 2010, αφού ως αφετηρία για την προθεσμία της υποβολής της εγκλήσεως, λαμβάνεται η ημέρα που έλαβε ο δικαιούμενος γνώση της πράξεως που τελέσθηκε και του προσώπου που την τέλεσε (άρθρο 117 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα). Έτσι, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση αυτή ασκηθείσα εναντίον του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη ως προς την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαράδεκτη. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, την οποία προέβαλε επίσης με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι δηλαδή το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι δύο επιταγές δόθηκαν για κάλυψη δανείου 12.000.000 δραχμών, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι ήσαν επιταγές ευκολίας είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, διότι με αυτήν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι δύο ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' περ. δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29 Μαρτίου 2010 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ι. Μ. του Α., κατοίκου ... κατά της 1243/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ