Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1496 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπάρχει έλλειψη της απαιτουμένης στην προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της νόμιμης βάσης, διότι το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα στο ακροατήριο του εγγράφως και αναπτυχθέντα από το συνήγορο του και προφορικά, ισχυρισμό ότι η σε βάρος του καταδικαστική κρίση στηρίχτηκε αποκλειστικά στην κατάθεση - απολογία του συγκατηγορουμένου του. Το άνω Δικαστήριο αναφέρει στο σκεπτικό του και άλλα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την καταδικαστική κρίση του. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1496/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, περί αναιρέσεως της 2317/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1709/2009.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2317/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, αφού αναγνωρίστηκε σε αυτόν το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "αστυνομικοί έχοντες πληροφορίες ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Σ) ο οποίος δεν ήτο τοξικομανής όπως προκύπτει από την από 17-11-2005 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστού ..., διακινούσε ναρκωτικές ουσίες. Διενήργησαν την 30ην Αυγούστου 2005 έρευνα στο υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του και εντός αυτού ευρήκαν να κατέχει ο κατηγορούμενος 11,5 γραμμάρια κοκαΐνης μοιρασμένης σε 5 συσκευασίες των 2,3 γραμμαρίων εκάστη. Κατόπιν τούτου ακολούθησε έρευνα στην κειμένην στην .... οικίαν του ιδίου κατηγορουμένου και ευρέθη ότι αυτός εντός της οικίας του κατείχε και άλλες ναρκωτικές ουσίες, ήτοι 1.646 γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, η οποία ήτο συσκευασμένη σε 31 συσκευασίες. Επί πλέον, ο κατηγορούμενος κατείχε α) μία ζυγαριά ακριβείας, μάρκας CAMRY, την οποίαν εχρησιμοποιούσε για την ζύγιση ναρκωτικών ουσιών, β) το χρηματικό ποσόν των 3.500€ το οποίον προήρχετο από την εμπορίαν ναρκωτικών ουσιών και γ) 2 πιστόλια τύπου μπρελόκ και 13 φυσίγγια κατάλληλα για τα πιστόλια αυτά, τα οποία κατείχε παρανόμως και χωρίς άδειαν της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής. Ο πρώτος κατηγορούμενος απεκάλυψε στους αστυνομικούς, ότι τις ανωτέρω ναρκωτικές ουσίες και μάλιστα την κάνναβη σε μεγαλύτερη ποσότητα, ήτοι 2.000 γραμμάρια, τις αγόρασε κατά τον ίδιον μήνα από τον δεύτερο κατηγορούμενο, ήτοι τον Χ, ο οποίος επίσης δεν ήτο τοξικομανής και ειδικότερα την μεν κοκαΐνη αντί τιμήματος 40€ ανά γραμμάριο, την δεν κάνναβη αντί 1.000€ ανά κιλό. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού ο πρώτος κατηγορούμενος, με την συγκατάθεση των αστυνομικών, ετηλεφώνησε στον δεύτερο κατηγορούμενο και του εζήτησε να του πουλήσει και νέαν ποσότητα κοκαΐνης, βάρους 100 γραμμαρίων. Πράγματι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, απεδέχθη την πρόταση και ορίσθηκε μεταξύ των κατηγορουμένων ο τόπος συναντήσεως για την συναλλαγή στην εθνική οδό ..., όπου προσήλθε ο δεύτερος κατηγορούμενος την 31ην Αυγούστου 2005 και περί την 22.00 ώραν οδηγών μοτοσκιλέτταν και φέρων μαζί του κοκαΐνην συσκευασμένη σε 2 συσκευασίες των 50,5 γραμμαρίων εκάστη και συνολικού βάρους 101 γραμμαρίων, την οποίαν, όπως και τις προηγούμενες ως άνω ποσότητες, είχε αγοράσει εντός του μηνός Αυγούστου 2005 και έτσι συνελήφθη και αυτός από τους αστυνομικούς, οι οποίοι συνόδευαν τον πρώτον κατηγορούμενο στην εν λόγω συνάντηση.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η σύλληψη του δευτέρου κατηγορουμένου και η σε βάρος του κατηγορία για αγορά και πώληση ναρκωτικών ουσιών δεν στηρίζεται μόνον στην κατάθεση-απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, αλλά αποδεικνύεται από τα επακολουθήσαντα και ως άνω αναφερθέντα περιστατικά, σχετικά με την ποσότητα της κοκαΐνης των 101 γραμμαρίων την οποίαν κατελήφθη να φέρει ο ίδιος στην εθνική οδό .... Ακολούθως, ο αυτοτελής ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου, τον οποίον προσπαθεί να στηρίξει στην διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Ποιν.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος, από της συλλήψεώς του και μέχρι σήμερον κρατείται στις φυλακές, όπου διαβιοί συμμορφούμενος υποχρεωτικώς στους ισχύοντες πειθαρχικούς κανόνες, συνεπώς ο ισχυρισμός του περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 §2ε ΠΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς πράξεων, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 §2δ' και 84 §2α' ΠΚ οι οποίες ανεγνωρίσθησαν στον πρώτον βαθμόν αντιστοίχως σε κάθε κατηγορούμενον, να επιβληθεί δε σε έκαστον, σχετικά με τις παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, μία ποινή, καθόσον οι πράξεις των αφορούν τις ίδιες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι:
"Ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ, στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται, και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα, χωρίς να είναι τοξικομανής, ήτοι χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με δικές του δυνάμεις κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν 1729/87: Στην περιοχή του ..., στις πιο κάτω ημερομηνίες, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα. Ειδικότερα: Α) Στην περιοχή του ..., σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα κατά την ανάκριση χρόνο, αλλά πάντως εντός του μηνός Αυγούστου του έτους 2005, αγόρασε απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες από αυτές που αναφέρονται στον πίνακα Β3 του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν.1729/87, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος και συγκεκριμένα, αγόρασε από τρίτο, άγνωστο στην ανάκριση άτομο αντί αγνώστου χρηματικού ποσού, δύο (2) αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, περιέχουσες ποσότητες κοκαΐνης, βάρους εκάστης μικτό (50,5) γραμμαρίων και συνολικού βάρους 101 γραμμαρίων, τις οποίες (ποσότητες) προόριζε να διαθέσει στον συγκατηγορούμενό του Σ αντί οικονομικού ανταλλάγματος 40 ευρώ ανά γραμμάριο. Β) Στην περιοχή του ..., σε μη ακριβώς προσδιορισθέντα κατά την ανάκριση χρόνο αλλά πάντως εντός του μηνός Αυγούστου του έτους 2005, πώλησε σε τρίτα πρόσωπα απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες από αυτές που αναφέρονται στον πίνακα Α6 και Β3 του άρθρου 4 παρ.3 του Ν.1729/1987 έναντι οικονομικού ανταλλάγματος και συγκεκριμένα, πώλησε στον συγκατηγορούμενό του, Συ, πέντε (5) αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, περιέχουσες ισοβαρείς ποσότητες κοκαΐνης, βάρους εκάστης 2,3 γραμμαρίων και συνολικού βάρους 11,5 γραμμαρίων, αντί οικονομικού ανταλλάγματος 40 ευρώ ανά γραμμάριο, καθώς και ακατέργαστη ινδική κάνναβη συνολικού βάρους 2.000 γραμμαρίων, αντί οικονομικού ανταλλάγματος 1.000 ευρώ ανά κιλό, μέρος της ποσότητας της οποίας, βάρους 1.646 γραμμαρίων, καταμερισμένη σε τριάντα μια (31) αυτοσχέδιες συσκευασίες, περιέχουσες ισάριθμες ποσότητες, βρέθηκε στην κατοχή του συγκατηγορουμένου του Σ." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 §1α, 27 §1, 84 §2α, 94 §1 ΠΚ και 4 §§1, 3 πιν. Α6, Β3, 5 §§1β', ζ', 2, 19 Ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με το άρθρο 10 Ν.2161/1993 και 1 §1α, 4γ' και 7 §§ 1, 8α Ν.2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2317/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως: α) Α1 και 2) Α2 (οι προανακριτικές καταθέσεις των απολιπομένων μαρτύρων κατηγορίας, Δ1 και Δ2, αστυνομικών, αναγνώστηκαν κατ' αίτηση των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων.
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι το δικάσαν Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημά του περί εφαρμογής του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., όπως αυτό αναπτύχθηκε προφορικά από τον συνήγορο υπερασπίσεώς μου και όπως αυτό καταχωρήθηκε στα πρακτικά της δίκης. Ειδικότερα δε, ότι το μόνο στοιχείο που τον συνδέει με την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών και, ειδικότερα, πέντε (5) αυτοσχέδιων συσκευασιών, περιεχουσών ισοβαρείς ποσότητες κοκαΐνης, βάρους εκάστης 2,3 γραμμαρίων και συνολικού βάρους έντεκα και μισό (11,5) γραμμαρίων και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους δύο χιλιάδων (2.000) γραμμαρίων, είναι η προανακριτική κατάθεση, αλλά και η απολογία του συγκατηγορουμένου του. Και ότι μετά από αυτά, έπρεπε το Δικαστήριο αυτό να θεωρήσει ότι τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω το άρθρο 211Α Κ.Π.Δ. και ισχύει ο επιβαλλόμενος από αυτό αποδεικτικός περιορισμός, οδηγούμενο, επομένως, στην κρίση ότι, ελλείψει άλλων αποδεικτικών μέσων, που να καταδεικνύουν ότι αυτός πώλησε στον Σ τις άνω ναρκωτικές ουσίες και ότι δεν μπορεί μόνη η μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του, όπως αυτή μεταφέρθηκε ενώπιον των Αρχών τόσο από τον ίδιο όσο και από τους αστυνομικούς που την επανέλαβαν, να οδηγήσει σε καταδικαστική για αυτόν απόφαση για το αδίκημα της πωλήσεως κοκαΐνης. Αβάσιμα όμως, διότι το Δικαστήριο της ουσίας με πλήρη και σαφή στο σκεπτικό του αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμο το νομίμως προβληθέντα στο ακροατήριο ισχυρισμό από τον κατηγορούμενο αυτό, ότι δηλαδή η καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, δεν στηρίζεται μόνον στην κατάθεση-απολογία του συγκατηγορουμένου του, αλλά στήριξε την άνω κρίση του και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία στην αρχή του σκεπτικού του αναφέρει. Σημειώνεται δε, ότι η ΚΠΔ 211Α', έχει εφαρμογή όταν η καταδίκη στηρίζεται αποκλειστικά στην κατάθεση-απολογία του συγκατηγορουμένου, όταν δεν υπάρχει άλλο αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 9119/24-11 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου/2009) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 2317/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Σεπτεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ