Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1020 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Πραγματογνωμοσύνη, Χρησικτησία.




Περίληψη:
Αποδεικτική δύναμη έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και τεχνικών εκθέσεων. Η ομολογία πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας καθώς και το δεδικασμένο 559 αρ. 12 ιδρύεται ο οικείος λόγος αν παραβιάστηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων 559 αρ. 11 Η αιτίαση περί διαφορετικής εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Με τον αναιρετικό λόγο του 226 αρ. 20 περί παραμορφώσεως εγγράφου δεν πλήττεται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης




Αριθμός 1020/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κοσκινά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Κ. του Κ. και 2)Δ. Κ. του Κ., κατοίκων ... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Δούκα και ο 2ος παραστάθηκε με την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/2/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 19/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογές του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011). Εξάλλου, ο κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον ή εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον ’ρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά το άρθρο 387 Κ.Πολ.Δικ., που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρ. 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, του να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επίσης κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ,. το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται, ως τεκμήρια, ελεύθερα, από το δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν δέχθηκε το πόρισμα της από Μαΐου 2000 τεχνικής έκθεσης του μηχανικού Ι. Π., για τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών του 1945 και του 1970, καθώς και το παρέχων πλήρη απόδειξη πόρισμα της διεταχθείσας, κατά δικαστική επιταγή τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Χ. Σ., ενώ αντίθετα έλαβε υπόψη ανεπιτρέπτως, την υπ' αριθμ. 11/1998 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Σπερχειάδος, η οποία περιείχε την ιδιαίτερη προσωπική γνώμη της μη κατέχουσας ιδιαίτερες επιστημονικές γνώσεις δικάσασας δικαστού, με αποτέλεσμα να απορρίψει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός, στον οποίο δεν προσδιορίζονται οι παραβιάσεις των περί πρωτοτύπου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας διατάξεων ( έκτακτη χρησικτησία), ούτε διαλαμβάνονται οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και τα ζητήματα στα οποία αφορούν και τα έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος καθόσον ευθέως και χωρίς επιφάσεις, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, πλήττουν την αποδεικτή αξία των εκτιμωμένων ελευθέρως από το δικαστήριο και χωρίς την ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας εκθέσεων του δικαστικού πραγματογνώμονος και του τεχνικού συμβούλου καθώς και την ορθότητα της εκτιμήσεως της ως δικαστικό τεκμήριο λαμβανομένης υπόψη αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων. Η ορθότητα όμως της εκτιμήσεως των αποδείξεων είναι ανέλεγκτη από τον ’ρειο Πάγο, καθόσον πλήττει την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί καθόσον το Εφετείο ανελέγκτως εξετίμησε ελεύθερα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και τους απέδωσε την αποδεικτική αξία που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη έχουν. Επειδή κατά το άρθρο 561 παρ 2 Κ.Πολ.Δικ. ο ’ρειος Πάγος ελέγχει την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων. Η διάταξη αυτή δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης, πέραν των λόγων του άρθρου 559, αναφέρεται όμως σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 10/2007). Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 561 παρ 2 και 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία των αναιρεσιβλήτων " περί ύπαρξης στην ένδικη οικοπεδική έκταση ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος", η οποία αποτελούσε πλήρη απόδειξη ως προς το ομολογούμενο γεγονός, το οποίο είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οδηγούσε σε αποδοχή της αγωγής και της οποίας ομολογίας είχε γίνει επίκληση από τον αναιρεσείοντα- ενάγοντα στον πρώτο βαθμό και επαναφορά της είχε γίνει στο δευτεροβάθμιο με την έφεση και τις προτάσεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των επίμαχων προτάσεων, σ' αυτές αναφέρεται το αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι διάδικοι ήταν όμοροι ιδιοκτήτες καθώς και ο αρνητικός ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου - αναιρεσιβλήτου ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του, λόγω δε του ισχυρισμού αυτού διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 175/2000 παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Δηλαδή δεν περιλαμβάνεται ομολογία, περί του ότι το επίδικο ή τμήμα του ανήκει στον αναιρεσείοντα και συνακόλουθα ορθά η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε ούτε την ύπαρξη, ούτε και την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού αυτού μέσου, μη στοιχειοθετούμενου του ερευνώμενου ( πρώτου ) λόγου, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, κατά δε τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου επιτρέπεται επίσης αναίρεση αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 336 § 3, 339 και 395 Κ.Πολ.Δικ., όταν η δια μαρτύρων απόδειξη δεν αποκλείεται, επιτρέπονται και τα δικαστικά τεκμήρια, τα οποία το δικαστήριο μπορεί να συναγάγει από οπουδήποτε, ακόμη και από ιδιωτικά έγγραφα ή διαδικαστικά έγγραφα άλλως δίκης, όπως είναι η αφορώσα το ένδικο ακίνητο απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από τους αριθμ. 16 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων, η πλημμέλεια ότι ενώ από την υπ' αριθμ. 11/1998 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπερχειάδος, που εκδόθηκε επί ασφαλιστικών μέτρων νομής μεταξύ των διαδίκων για το επίδικο ακίνητο, όφειλε να συναγάγει δικαστικά τεκμήρια, εν τούτοις δέχθηκε δεδικασμένο, μολονότι η απόφαση αυτή, λόγω της φύσεως της παρήγαγε προσωρινό και μόνο δεδικασμένο. Ο λόγος αυτός είναι κατά μεν την από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση απορριπτέος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι από την επικαλούμενη απόφαση ασφαλιστικών λήφθηκε υπόψη δεδικασμένο, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δικ) στην οποία διηγηματικά αναφέρεται η πορεία της επί των ασφαλιστικών μέτρων , από 18-6-1998 αιτήσεως του ενάγοντος στο Ειρηνοδικείο Σπερχειάδος και η επ' αυτών απόφαση, το αποτέλεσμα της οποίας, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλομένης εκτιμήθηκε ως έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον δεν πρόκειται περί αυτοτελούς αποδεικτικού μέσου, κατά δε την από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου αιτίαση απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στο εν λόγω αποδεικτικό μέσο αποδόθηκε η δύναμη που έχει και συνεκτιμήθηκε, ως δικαστικό τεκμήριο, ελεύθερα με τα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά του μέσα. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ολ. ΑΠ 2/2008) αφενός μεν οφείλει να μη λάβει υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, αφετέρου δε να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση από τον διάδικο. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη ανφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται α το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 11 περ. α και γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων νόμιμα, μεταξύ άλλων, επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο της αγωγής του και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: α)την από Μάϊο 2000 τεχνική έκθεση του μηχανικού Ι. Π., για την φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1970 και β0 των από Δεκεμβρίου 2007 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου-μηχανικού Χ. Σ.. Ακόμη αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 11/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπερχειάδος, που έχει εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων επί ασφαλιστικών μέτρων νομής ως προς το επίδικο, η οποία ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αφού σ'αυτήν αναφερόταν ως προς το επίδικο, απαραδέκτως η προσωπική γνώμη της δικάσασας Ειρηνοδίκου, που σχηματίστηκε με τις ιδιωτικές της γνώσεις από αυτοψία από χωρίς τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος καθόσον αντιφάσκει με τον αναφερόμενο παραπάνω πέμπτο λόγο της αναιρέσεως κατά τον οποίο οι εν λόγω εκθέσεις λήφθηκαν υπόψη αλλά δεν τους αποδόθηκε η αποδεικτική αξία που έχουν, ενώ περαιτέρω είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη βεβαίωση ότι λήφθηκε υπόψη η επίμαχη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, με ιδιαίτερη αναφορά στις τεχνικές εκθέσεις, η οποία ήταν περιττή, αφού και αυτές θεωρούνται έγγραφα με ειδική κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. ρύθμιση (Ολ.ΑΠ 8/2005), αλλά και την ιδιαίτερη αναφορά της απόφασης και στα δύο αυτά αποδεικτικά στοιχεία δεν γεννιέται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, περί μη απαιτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα- ενάγοντα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω η επικαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπερχειάδος, η οποία μάλιστα κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ. 29/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ήταν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και ορθά λήφθηκε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι αν η προσβαλλομένη απόφαση λάμβανε ή δεν λάμβανε, αντίστοιχα, υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε, είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δικ. ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ., ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Η κατά τα άρθρα 387 Κ.Πολ.Δικ. έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ξεχωριστό των, κατά τις παραπάνω διατάξεις, εγγράφων και γι'αυτό η τυχόν παραμόρφωση του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της από 19-12-2007 εκθέσεως τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, του κατά δικαστική επιταγή και με την υπ' αριθμ. 175/2000 παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διορισθέντα ως πραγματογνώμονα τοπογράφου- μηχανικού Χ. Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η κατά το άρθρο 387 Κ.Πολ.Δικ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ως αποδεικτικό μέσο έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δικ. και ως εκ τούτου δεν πλήττεται με τον ερευνώμενο, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγο. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (τέταρτος) καθώς και η αναίρεση στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 § 4 του Κ.Πολ.Δικ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του ν. 4055/2012. Ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176 και 183 Κ.Πολ.Δικ) και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2013 αίτηση του Π. Μ. του Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 131/2012 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2013. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή