Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1708 / 2009    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.




Περίληψη:
Μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών σε ΙΚΑ. Γραφικές παραδρομές ως προς τα οφειλόμενα στο ΙΚΑ ποσά, μετά αφαίρεση μέρους της οφειλής που υπέκυψε σε παραγραφή, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία, εφόσον οι επί μερους πράξεις προσδιορίζονται σαφώς και το αιτιολογικό συμπληρώνεται με το διατακτικό. Ανεπαρκής αιτιολογία της αποφάσεως για τον καθορισμό του ύψους της ποινής δεν υφίσταται από την παράλειψη διαγραφής στο έντυπο των λέξεων "ή το βαθμό της αμέλειας" μετά την πρόταση ότι το δικαστήριο "έλαβε υπόψη του την ένταση του δόλου του κατηγορουμένου", εφόσον πρόκειται για αδικήματα από δόλο τελεσθέντα. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1708/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Δημήτριο Τίγγα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 8472/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μοσχοβάκη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 657/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ, 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ,Δ του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, xωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ, 1 και 17Β ΚΠΔ. Η υποχρέωση αιτιολογίας εκτείνεται σε όλες αναιξαιρέτως τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, όπως και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σκέψεις οι οποίες, προβαλλόμενες κατά τρόπο σαφή και. ορισμένο, τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας καταλογισμού ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής και δεν αποτελούν απλώς άρνηση της κατηγορίας ή υπερασπιστικό επιχείρημα. Αν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη) συνιστά έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 170 παρ.2 Κ.Π.Δ.) και ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β περ. β λόγο αναιρέσεως. Δεν υπάρχει όμως ανάγκη αιτιολογίας του δόλου, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των συγκροτούντων το έγκλημα περιστατικών και προκύπτει από αυτή, εκτός εάν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή αξιώνεται από το νόμο ειδικός δόλος. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης, το Εφετείο, μετά την εκφώνηση του ονόματος της αναιρεσείουσας και τη μη εμφάνισή της, δέχθηκε την εκπροσώπησή της από τον εξουσιοδοτημένο από αυτή δικηγόρο Κων. Παπαδάκη, ο οποίος στη συνέχεια υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, προβάλλοντας ασθένεια της αναιρεσείουσας και προσκομίζοντας ιατρική βεβαίωση του χειρουργού ορθοπεδικού-τραυματιολόγου Ε.Μελετέα, αίτημα το οποίο απέρριψε το Εφετείο με την εξής αιτιολογία: ¨Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αφού η δεύτερη κατηγορουμένη εκπροσωπείται πλήρως από το συνήγορό της και θεωρείται παρούσα και αφού υπάρχει κίνδυνος παραγραφής των αδικημάτων, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην παρεμπίπτουσα αυτή απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού (κατά τις παραδοχές του) η αναιρεσείουσα προ της υποβολής του αιτήματος αναβολής της δίκης είχε αναθέσει σε νομίμως εξουσιοδοτημένο από αυτή δικηγόρο να την εκπροσωπήσει, συναινώντας να διεξαχθεί η δίκη χωρίς την παρουσία της. Ειδικότερα το αίτημα αναβολής για να παραστεί η ίδια η αναιρεσείουσα στη δίκη είναι ανακόλουθο (και αντιφατικό) υποβαλλόμενο αμέσως μετά τη δήλωση ότι η ίδια η αναιρεσείουσα έχει εξουσιοδοτήσει δικηγόρο να την εκπροσωπήσει σε όλη τη διάρκεια της δίκης, ενώ επί πλέον είναι και αόριστο, καθ'όσον δεν προσδιορίζεται το είδος, η βαρύτητα και η πιθανή διάρκεια του προβαλλόμενου κωλύματος (ασθένειας) της αναιρεσείουσας ως λόγου αναβολής ή διακοπής της δίκης. Επομένως όσα αντιθέτως προβάλλονται με τον πρώτο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α και Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα σε φυλάκιση τριών (3) μηνών (με αναστολή επί τριετία) για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, το Εφετείο, με μνεία κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος είναι οικογενειακός φίλος με την δεύτερη κατηγορουμένη Χ1 (αναιρεσείουσα) που είναι σύζυγος του εγκαλούντος μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντος, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση από το έτος 2000, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ψευδορκίας μάρτυρα, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και απέκρυψε την αλήθεια αθέμιτα. Συγκεκριμένα, στις 6-11-2001 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου κατά την διενέργεια προανάκρισης επί εγκλήσεως της δεύτερης κατηγορουμένης κατά του ως άνω εγκαλούντος συζύγου της, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο μηνυόμενος έχει υποχρεωθεί σε καταβολή διατροφής 100.000 δραχμών μηνιαίως, την οποία επί τέσσερις μήνες αρνείται να της καταβάλει. Έχω ακούσει ότι λέει ότι προτιμά να πάει φυλακή παρά να της τα δώσει ... Πέραν της διατροφής της έχει επιδικασθεί και το ήμισυ του μισθώματος για ακίνητο στην ... εκ δρχ. 50.000, το οποίο δεν της το έχει δώσει καθόλου...Η εκτίμηση της μισθωτικής αξίας έγινε από τον ίδιο, είναι όμως σίγουρα μεγαλύτερη ... Στο πρώτο Δικαστήριο ο μάρτυράς του είπε ότι τα καταβάλλει αυτά τα χρήματα ενώ στο δεύτερο που έγινε μέσα Οκτωβρίου παραδέχθηκε ότι δεν τα δίνει ..." και στις 1-10-2001, κατά την συζήτηση της αγωγής διατροφής της δεύτερης κατηγορουμένης κατά του ως άνω εγκαλούντος συζύγου της, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέθεσε μεταξύ άλλων για τον εγκαλούντα ότι "... ο εναγόμενος βγάζει 25.000.000 δραχμές το μήνα ...", ενώ όλα τα ως άνω γεγονότα που κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος στις 6-11-2001 και στις 1-10-2001 ήταν και είναι ψευδή και αυτός γνώριζε την αναλήθειά τους, αφού συνδέεται με την δεύτερη κατηγορουμένη με μακροχρόνια οικογενειακή φιλία και γνώριζε ότι η αλήθεια ήταν ότι ο εγκαλών, που όπως προαναφέρθηκε βρίσκεται σε διάσταση με την δεύτερη κατηγορουμένη και σύζυγο του, κατέβαλλε κανονικά στην τελευταία την διατροφή που της είχε επιδικασθεί από το δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 6305/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μάλιστα αυτός της κατέβαλλε διατροφή και πριν από την έκδοση της ως άνω απόφασης, όπως άλλωστε δέχθηκε και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την με αριθμό 6187/2005 απόφαση του που αθώωσε τον εγκαλούντα για παράβαση της υποχρέωσής του προς διατροφή της δεύτερης κατηγορουμένης και ότι επομένως ουδέποτε αρνήθηκε να της καταβάλλει την διατροφή της, όπως γνώριζε και ότι ουδέποτε ο εγκαλών ανέφερε ότι προτιμά να πάει φυλακή παρά να καταβάλει στην δεύτερη κατηγορουμένη την επιδικασθείσα σε αυτήν διατροφή αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο εγκαλών κατέβαλε πάντοτε την διατροφή στην δεύτερη κατηγορουμένη. Επίσης γνώριζε ότι δεν έχει επιδικασθεί με κάποια δικαστική απόφαση στην δεύτερη κατηγορουμένη το ήμισυ του μισθώματος ακίνητο (ιατρείο) στην ... από 50.000 δραχμές, όπως ψευδώς κατέθεσε αυτός, αλλά ότι το ως άνω ποσό των 50.000 δραχμών μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο μισό της μισθωτικής αξίας του που ανέρχεται σε 100.000 δραχμές μηνιαίως, ενόψει του ότι το ακίνητο αυτό ανήκει κατά 50% εξ αδιαιρέτου στην κυριότητα της δεύτερης κατηγορουμένης και κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον εγκαλούντα σύζυγο της και το χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο τελευταίος ως ιατρείο, το κατέβαλλε πάντοτε αυτός από μόνος του στην δεύτερη κατηγορουμένη και μάλιστα από το χρόνο της αγοράς του ως άνω ιατρείου, την δε μισθωτική αξία του ακινήτου αυτού δεν την είχε καθορίσει μόνος του ο εγκαλών, όπως ψευδώς κατέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, αλλά την είχαν καθορίσει από κοινού ο εγκαλών με την δεύτερη κατηγορουμένη και σύζυγό του με συγκριτικό στοιχείο άλλο ακίνητο της ίδιας πολυκατοικίας, όπως άλλωστε δέχθηκε και η με αριθμό 6305/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αθωώθηκε ο εγκαλών με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 6187/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την πράξη της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, για την οποία και τον είχε μηνύσει η δεύτερη κατηγορουμένη. Επίσης γνώριζε ότι ο μάρτυρας του εγκαλούντος δεν είχε δώσει αντιφατικές καταθέσεις και ότι τα εισοδήματα του εγκαλούντος, ο οποίος είναι ιατρός ωτορινολαρυγγολόγος, ανέρχονταν για τον χρόνο που κατέθεσε αυτός ως μάρτυρας στο ποσό των 18.000.000 δραχμών ετησίως και όχι, όπως ψευδώς κατέθεσε, στο ποσό των 25.000.000 δραχμών μηνιαίως. Κατά συνέπεια, αφού ο πρώτος κατηγορούμενος όταν κατέθεσε ενόρκως τόσο στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όσο και ενώπιον της Πταισματοδίκου Αμαρουσίου τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή και τα κατέθεσε μετά από πρόκληση σ'αυτόν της απόφασης να καταθέσει ενόρκως ως μάρτυρας τα ως άνω ψέματα και να αποκρύψει την αλήθεια από την δεύτερη κατηγορουμένη, η οποία ενεργώντας με πρόθεση και αξιοποιώντας το γεγονός της μεταξύ τους μακροχρόνιας οικογενειακής φιλίας, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις τον έπεισε να προβεί στην ως άνω πράξη της κατ' εξακολούθηση ψευδορκίας προκειμένου να ωφεληθεί η ίδια, τόσο με την επιδίκαση υπέρ αυτής, ανάλογα με το μηνιαίο εισόδημα του εγκαλούντος, του κατά το δυνατόν μεγαλύτερου ποσού διατροφής, όσο και επιτυγχάνοντας την καταδίκη του συζύγου της και ήδη εγκαλούντος για την μη καταβολή επιδικασθείσας διατροφής. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της κατ' εξακολούθηση ψευδορκίας μάρτυρα που κατηγορείται και η δεύτερη κατηγορούμενη έχει τελέσει την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε κατ' εξακολούθηση ψευδορκία μάρτυρα από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου και γιαυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών, σύμφωνα με το διατακτικό. Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, οι κατηγορούμενοι μέχρι τότε που τέλεσαν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γιαυτό πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου έντιμου βίου του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι αυτοί μέχρι τότε που τέλεσαν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις έζησαν έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού κήρυξε ένοχο ψευδορκίας κατ'εξακολούθηση τον πρώτο κατηγορούμενο Χ2, κήρυξε επίσης ένοχη και την αναιρεσείουσα ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία, ήτοι για το ότι αυτή "κατά τους ανωτέρω τόπους και χρόνους (στο ... στις 6-11-2001 και στην ... την 1-10-2001), με πρόθεση προκάλεσε στον πρώτο (κατηγορούμενο) την απόφαση να εκτελέσει την ανωτέρω υπό στοιχείο 1 περιγραφόμενη πράξη, χρησιμοποιώντας πειθώ και φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις γι'αυτό το σκοπό, προκειμένου να επιδικαστεί υπέρ αυτής το κατά το δυνατόν μεγαλύτερο ποσό διατροφής, καθώς επίσης να επιτύχει την καταδίκη του συζύγου της και ήδη εγκαλούντος για την μη καταβολή αυτής". 'Ετσι, όπως έκρινε το Εφετεί, διέλαβε στο σκεπτικό του, όπως συμπληρώνεται με το διατακτικό του, την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία κατ'εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1 α, 98, 224 παρ.1, 2 και 227 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ'όσον αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τρόπο σαφή και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις: α) Τα ψευδή και εν γνώσει της αναληθείας τους γεγονότα, τα οποία κατέθεσε, εξεταζόμενος ενόρκως δύο φορές ως μάρτυρας, ο φυσικός αυτουργός της ψευδορκίας Χ2, σε σχέση με υπόθεση διατροφής της αναιρεσείουσας από τον εν διαστάσει σύζυγό της, β) η γνώση της αναιρεσείουσας ότι τα κατατεθέντα ενόρκως από το φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας ήταν ψευδή, επειδή αναφέρονται σε περιουσιακά ζητήματα της ίδιας και του συζύγου της και στη μη πλημμελή εκπλήρωση από το σύζυγό της της υποχρεώσεώς του προς διατροφή αυτής, γ) η από την αναιρεσείουσα πρόκληση της απόφασης στο φυσικό αυτουργό να τελέσει ψευδορκία κατ'εξακολούθση με το ως άνω περιεχόμενο. δ) τα μέσα που χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα για να πείσει τον "οικογενειακό της φίλο" και πρόθυμο να τη συνδράμει για την επιδίκαση από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο μεγαλύτερου όσο το δυνατόν ποσού διατροφής υπέρ αυτής και σε βάρος του συζύγου της ως άνω φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας, δηλαδή την πειστική επιχειρηματολογία της και την επιμονή της, στις οποίες συνήθως μειώνονται οι ηθικές και άλλες αντιστάσεις εκείνων που επιθυμούν να βοηθήσουν φιλικά τους πρόσωπα. Επομένως όσα, με τους εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους αναιρέσεως, αντιθέτως προβάλλει η αναιρεσείουσα: α) ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση και β) δεν προσδιορίζει τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία αυτή (αναιρεσείουσα) έπεισε το φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας να διαπράξει το αδίκημα αυτό, είναι αβάσιμα, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 510 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτα.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 170 παρ.1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ, 1 κοί 4 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο και, αν παρίσταται ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ) την χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντας αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκη κατά το άρθρο 27 παρ, 2. Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικώς (Ολ. Α,Π, 1/2008) Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, να την προτείνει και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ,1 ΚΠΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην αναιρεσείουσα επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα, στο οποίο καθορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια τόσο η στο φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας αποδιδόμενες τότε πράξεις όσο και η στην αναιρεσείουσα αποδιδόμενη πράξη της ηθικής αυτουργίας στις ίδιες πράξεις ψευδορκίας, όπως ανωτέρω, αλλά και στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτές αναδιατυπώνονται, χωρίς να δημιουργείται αμφιβολία ως προς το εύρος του αντικειμένου της ηθικής αυτουργίας της αναιρεσείουσας εκ του ότι για τις δύο κατ'εξακολούθηση πράξεις ψευδορκίας χρησιμοποιείται στο αφορόν την αναιρεσείουσα μόνον σκέλος του κλητηρίου θεσπίσματος, η περίφραση "ανωτέρω υπό στοιχείο 1 περιγραφόμενη πράξη", αφού είναι ολοφάνερο ότι με τον τρόπο αυτό γίνεται αναφορά σε ό,τι περιλαμβάνει η υπό στοιχείο 1 κατηγορία για το φυσικό αυτουργό της ψευδορκίας, δηλαδή ότι καλύπτει η ηθική αυτουργία της αναιρεσείουσας αμφότερες τις επί μέρους πράξεις του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος ψευδορκίας του φυσικού αυτουργού. Τον ισχυρισμό περί ακυρότητας (λόγω αοριστίας) του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού προέβαλε πρωτοδίκως και απορρίφθηκε, τον επανέφερε με λόγο έφεσης η αναιρεσείουσας και το Εφετείο, το οποίο τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεν παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα για παράβαση διατάξεως που αφορούσε την υπεράσπιση της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσα. Επομένως όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, ότι είναι αόριστο το κλητήριο θέσπισμα λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένης πράξης του φυσικού αυτουργού της ψευδορκίας και του τρόπου και των μέσων που χρησιμοποίησε αυτή ως ηθικός αυτουργός για να πείσει εκείνον να τελέσει τις πράξεις του, πέραν της χρησιμοποιούμενης στο κλητήριο θέσπισμα "στερεότυπης διατύπωσης "χρησιμοποιώντας πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς προτροπές και παραινέσεις" που δεν αρκούν", κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμα.
Το περιεχόμενο εκάστου εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα, με τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε κάθε φορά. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του τελευταίου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας; ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει, σύμφωνα με το άρθρο 358 του ΚΠΔ, τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του, γιατί διαφορετικά, στην περίπτωση δηλαδή κατά την οποία δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητα του εγγράφου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το δίκασαν Τριμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για την ενοχή ή αθωότητα της έγγραφα, τα οποία φέρονται μεν ως αναγνωσθέντα στη σελίδα 10 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι α) Η από 6-11-2001 ένορκη εξέταση β) πρακτικά συνεδρίασης 1-10-2001 Μον. Πρωτ. Αθηνών, γ) Η από 20-11-2000 κατάσχεση εις χείρας τρίτου δ) 9 και 10 γραμμάτια εισπράξεως Τραπέζης Εργασίας ε) Η από 3-4-2000 αίτηση στ) Η υπ'αρ. 1971 από 6-12-2000 δήλωση τρίτου ζ) Το από 26-5-2000 σημείωμα Ψ, των οποίων όμως εγγράφων δεν προσδιορίζεται με επάρκεια στην απόφαση η ταυτότητα και έτσι η απόφαση στερείται της απαιτούμενης σαφούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ενόψει όμως του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του κάθε αναγνωστέου εγγράφου είναι, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας περί του ότι το έγγραφο αυτό (και όχι κάποιο άλλο) αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο προαναφερόμενος προσδιορισμός της ταυτότητας των παραπάνω εγγράφων, παρά την ελλιπή αναφορά του τίτλου του καθενός εξ αυτών, είναι επαρκής, ώστε να μην καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία για την ταυτότητα τους. Άλλωστε, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των συγκεκριμένων εγγράφων, αφού δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τους ίδιους ως άνω προσδιορισμούς. Επομένως και ο υπό στοιχείο 3 τελευταίος, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚποινΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αρ/158/2009 αίτηση της Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση της 8472/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή