Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2178 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Φοροδιαφυγή, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο δεν απάντησε σε ισχυρισμούς για ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και παραγραφής. Ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προτείνεται με λόγο έφεσης. Λόγοι αναιρέσεως για λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν. Απόρριψη λόγων ως αβασίμων. Απορρίπτει αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2178/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πρωτέκδικο, περί αναιρέσεως της 64026/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 753/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 2408/96, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε (5) ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ, 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του Κ.Π.Δ., αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αιτών στον κατηγορούμενο, καλύπτεται αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από την ημέρα της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και από αυτή αρχίζει η κυρία διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από τότε η κυρία διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Εξάλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εφόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ΚΠΔ και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, με την 23668/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με απούσα την αναιρεσείουσα, καταδικάσθηκε αυτή σε ποινή φυλάκισης δύο ετών για την πλημμεληματική πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (αρ. 25 ν.1882/90) κατά το χρονικό διάστημα από 1/11/98 έως 30/4/2001. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την 4477/27-3-2007 έφεση, στην οποία δεν προέβαλε με λόγο έφεσης ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, με βάση το οποίο καταδικάστηκε αυτή πρωτοδίκως. Κατά την εκδίκαση της έφεσης η αναιρεσείουσα, αφού άρχισε η συζήτηση της υπόθεσης και έγινε δεκτή αίτημα αυτής να κριθεί η έφεση αυτή ως εμπρόθεσμη (διότι εσφαλμένα της επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως αγνώστου διαμονής), προέβαλε στη συνέχεια δια της συνηγόρου της ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και εξαλείψεως του αξιοποίνου της εκδικαζόμενης αξιόποινης πράξης λόγω παραγραφής, ως εξής "Μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως μου ως εμπροθέσμου και, συνεπώς, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, πρέπει να κηρυχθεί η οριστική παύση της εναντίον μου ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής, δοθέντος ότι για τους ίδιους ακριβώς λόγους, για τους οποίους η έφεση μου έγινε δεκτή ως εμπρόθεσμη, είναι άκυρη και η επίδοση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, δηλαδή του κλητηρίου θεσπίσματος, συνεπεία δε της ακυρότητας αυτής, δεν επήλθε αναστολή τη παραγραφής, η οποία συμπληρώθηκε το αργότερο μέχρι 30.04.06, ενόψει του ότι η τελευταία μερικότερη πράξη του κατηγορητηρίου φέρεται τελεσθείσα στις 30.04.01". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία. "Το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στην νυν εκκαλούσα στις 4-12-2002 ως αγνώστου διαμονής με τελευταία γνωστή τότε διεύθυνση την οδό ..... στην ....., όπου και η έδρα της επιχείρησης της εκκαλούσας, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε αυτή όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του αρμόδιου προς επίδοση οργάνου. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εκκαλούσα είχε από τότε δηλώσει νόμιμα στις αρμόδιες αρχές την αλλαγή διεύθυνσης ούτως ώστε να αναζητηθεί από την οικεία Δ.Ο.Υ στη διεύθυνση της κατοικίας της και στην συνέχεια από τις αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι ορθώς τότε το κλητήριο θέσπισμα είχε επιδοθεί σ'αυτήν ως αγνώστου διαμονής και συνεπώς δεν τίθεται θέμα μη διακοπής της παραγραφής της πράξεως της, απορριπτόμενης όθεν της περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος και κατ'ακολουθία παραγραφής της πράξεως της ενστάσεως ως αβάσιμης".
ΙΙ. Η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα με τον πρώτο, από τη διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Β' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι, ενώ είχε υποβάλει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών το πιο πάνω αίτημα "για την κήρυξη ως άκυρης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής της πράξης", αυτό δεν απάντησε στο αίτημά της "για την κήρυξη ως άκυρης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της εξάλειψης του αξιόποινου λόγω παραγραφής, αλλά απέρριψε ένσταση ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία ουδέποτε υπεβλήθη, και για τον λόγο αυτό ιδρύθηκε λόγος αναιρέσεως λόγω ελλείψεως ακροάσεως" (170 παρ.2 ΚΠΔ).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, διότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον πιο πάνω ισχυρισμό- αίτημα της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας "για την κήρυξη ως άκυρης της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος", είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται, ότι τον ισχυρισμό αυτόν είχε περιλάβει η αναιρεσείουσα στην έκθεση της έφεσής της, όπως θα έπρεπε. Εξάλλου, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί με λόγο εφέσεως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν, αλλά ούτε και στον ισχυρισμό της παραγραφής, αφού, λόγω της πιο πάνω ελλείψεως, ήταν και αυτός ο ισχυρισμός αόριστος. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο απάντησε σε αυτόν. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το πιο πάνω περιεχόμενο του σκεπτικού της απορριπτικής του ισχυρισμού παρεμπίπτουσας απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε την εγκυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος "και κατ' ακολουθία της παραγραφής της πράξεως", όπως ρητώς σε αυτό αναφέρεται. Είναι δε προφανές ότι το Δικαστήριο, όταν απορρίπτει την "ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος", εννοεί την ένσταση ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού αυτή η ακυρότητα προβλήθηκε από την κατηγορουμένη αναιρεσείουσα και αυτή η ακυρότητα ερευνήθηκε και κρίθηκε από το Δικαστήριο. Άλλωστε ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας ήταν της παραγραφής, λόγω μη εγκύρου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και αυτόν τον ισχυρισμό απέρριψε το Δικαστήριο με την πιο πάνω απόφασή του.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών , παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα, εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό και αν στήριξε ή όχι σ' αυτό την κρίση του, οπότε όμως δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, μεταξύ των οποίων και η: "1) Η παραπάνω απόφαση με τα πρακτικά και τα έγγραφα... ". Με την πιο πάνω αναφορά του εγγράφου αυτού (όπως και των λοιπών), ενόψει και της αριθμήσεώς του, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του. Τούτο δε διότι η προσδιοριζόμενη ως "παραπάνω απόφαση", δεν είναι άλλη από την προσβαλλόμενη με την έφεση 23668/2003 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού ουδεμία άλλη, πλην αυτής, μνημονεύεται "παραπάνω" στα πρακτικά της δίκης . Άλλωστε με την ανάγνωση του κειμένου της η εν λόγω απόφαση κατέστη γνωστή και κατά το περιεχόμενό της στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως και των υπολοίπων, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ορθώς έλαβε υπόψη του το ως άνω αριθμούμενο έγγραφο και ο σχετικός δεύτερος, από τη διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Α' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος από την αυτή διάταξη του άρ. 510 παρ.1 περ. Α' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο "το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έλαβε υπόψη του έγγραφα (πίνακα χρεών και μηνυτήρια αναφορά), που δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο (σελ. 9) με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας". Ειδικότερα, όπως αναφέρει η αναιρεσείουσα στην κρινόμενη αίτησή της, το Δικαστήριο την κήρυξε ένοχη, "... ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της στην ΔΟΥ Μοσχάτου διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς περιγράφονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αριθμός ειδικού βιβλίου 9/02) και συνοδεύει ως αναπόσταστο μέρος αυτή την από 4/2/2002 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ... ".
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα πιο πάνω έγγραφα αναγνώσθηκαν, αφού ρητώς τούτο αναφέρεται στο σκεπτικό της αποφάσεως (όπου μνημονεύεται ότι "... με βάση τον πίνακα χρεών που αναγνώστηκε... "), επιπλέον δε, στα πρακτικά της δίκης, αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, η πρωτόδικη απόφαση "με τα πρακτικά και τα έγγραφα". Μεταξύ δε των αναγνωσθέντων κατά την πρωτοβάθμια δίκη έγγραφα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης εκείνης, ήταν και "η μηνυτήρια αναφορά της ΔΟΥ Μοσχάτου", που "συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος" ο "πίνακας χρεών", όπως βεβαιώνεται στο πιο άνω διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ορθώς έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
ΙV. Μετά από αυτά και την απόρριψη των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12/2/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ.1429/14-2-08) της Χ για αναίρεση της 64026/19.11.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ