Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2260 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2260/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ..., 6) Χ6, κατοίκου ... και 7) Χ7, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 22/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Φεβρουαρίου 2009, 26 Φεβρουαρίου 2009 και 5 Μαρτίου 2009 επτά αυτοτελείς αιτήσεις αναίρεσης τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 515/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 215/19-6-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρ. 485 §1 Κ.Π.Δ., τις υπ' αριθμ. 26/2009, 27/2009, 28/2009, 29/2009, 31/2009, 32/2009 και 35/2009, αντιστοίχως, αιτήσεις των: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κάτοικος ..., 6) Χ6, κάτοικος ... και 7) Χ7, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 22/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο επικυρώνεται η παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για την πράξη της Απάτης σε βαθμό κακουργήματος (άρθρ. 45, 386 §§1 εδ. β-α, 3β Π.Κ., όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 14 §4 του Ν. 2721/99) και εκθέτω τ' ακόλουθα:
Α) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το προαναφερθέν βούλευμά του διέταξε την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο για την προαναφερθείσα πράξη. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες, με το υπ' αριθμ. 2505/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι άσκησαν αναιρέσεις, οι οποίες έγιναν δεκτές από το Δικαστήριό Σας και με το υπ' αριθμ. 1056/2008 βούλευμά Σας η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο. Μετά τη νέα κρίση εκδόθηκε το προσβαλλόμενο, υπ' αριθμ. 22/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα, από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος το οποίο υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρ. 473 §1, 474 και 482 §§1,3 του Κ.Π.Δ., με τις προαναφερθείσες δηλώσεις στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, τις οποίες υπέβαλαν οι 5, 6 και 7 αναφερόμενοι παραπάνω αναιρεσείοντες αυτοπροσώπως, οι δε λοιποί δια των εχόντων ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρων τους. Είναι κατά συνέπεια τυπικά δεκτές και ερευνητέες παραπέρα στην ουσία.
Γ) Με τις κρινόμενες αιτήσεις προβάλλονται οι εξής λόγοι αναίρεσης: 1ον) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484 §1δ' Κ.Π.Δ.). Ο λόγος αυτός προβάλλεται με όλες τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης. 2ον) Η υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 484 §1 στ' Κ.Π.Δ.). Ο λόγος αυτός προβάλλεται με τις υπ' αριθμ. 26/2009, 27/2009, 28/2009 και 29/2009, από τις κρινόμενες αιτήσεις. 3ον) Η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 484 §1β' Κ.Π.Δ.). Ο λόγος αυτός προβάλλεται με όλες τις κρινόμενες αιτήσεις.
Δ) 1. Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. 2. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή όταν το συμβούλιο δεν αποφανθεί για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Ε) Κατά το άρθρ. 386 §1 Π.Κ., το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει, με πράξη, παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον παραπλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός αυτός. Για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται επί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες ή κατά συνήθεια και επί πλέον το παράνομο περιουσιακό όφελος ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται δόλος που υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, αλλά και τη μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διάταξης ("εν γνώσει") υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης αρκεί ενδεχόμενος δόλος όταν λ.χ. ο δράστης αδιαφορεί γα το αν θα επέλθει ζημία στον εξαπατώμενο ή τρίτο (σχετ. Μυλωνόπουλος Ειδ. Μ σελ. 525) ή αμφιβάλλει ως προς το παράνομο του οφέλους (Μπουρόπουλος άρθρ. 386 σελ. 87). Πρέπει να υπάρχει ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφ' ενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ' αυτή δημιουργηθείσας πλάνης του παθόντος και αφ' ετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου (Α.Π. 211/2007 Ποιν. Χρ. ΝΗ' 39, Α.Π. 2143/2006 Ποιν. Χρ. ΝΖ' 839 Α.Π. 59/2005 Ποιν. Χρ. ΝΕ' 887 κ.α.). Σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη, η βλάβη πρέπει να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης και όχι τυχαίο επακόλουθο των ψευδών παραστάσεων ή να οφείλεται σε άλλα περιστατικά (Α.Π. 858/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ' 323, Α.Π. 172/2002 Ποιν. Δικ. 2002. 844, Α.Π. 1203/99 Ποιν.Χρ. Ν. 610). Σε συμβάσεις υψηλού κινδύνου λ.χ. χρηματιστηριακών επενδύσεων σε μετοχές εκτός "blue chips", πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσδοκία μεγάλου κέρδους αντισταθμίζει τις πιθανότατες απώλειες (βλ. σχετ. Α.Π. 2264/2003 Ποιν. Χρ. ΝΔ' 799).
ΣΤ) Για το σχηματισμό της παραπεμπτικής κρίσης του και ως εκ τούτου της επικύρωσης του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε τ' ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προκαταρκτική εξέταση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, καθώς και από τις απολογίες των κατηγορουμένων με τα σχετικά απολογητικά υπομνήματα αυτών, καθώς και όλα τα λοιπά υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.", στο εξής "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.", που ιδρύθηκε το 1971 από τον ΑΑ και τους τρεις πρώτους εκκαλούντες γιους του είχε έδρα στη ..., όπου βρίσκονταν και το εργοστασιακό της συγκρότημα, η ως άνω εταιρεία δραστηριοποιούνταν στον χώρο της κλωστοϋφαντουργίας. Ειδικότερα, ο σκοπός της, κατά το άρθρο 3 του καταστατικού της, ήταν η βιομηχανική παραγωγή, επεξεργασία και εμπορία ινών και νημάτων, φυτικών, ζωϊκών και συνθετικών, ως και λοιπών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και η συμμετοχή της σε άλλες επιχειρήσεις, που επεδίωκαν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό. Το έτος 1994 με απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της 21.1.1994, οι μετοχές της εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με ταυτόχρονη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και συνολικό αριθμό μετοχών προς διαπραγμάτευση 3.000.000. Το 1998 με κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας του Ν. 2065/1992 και κερδών φορολογηθέντων με το Ν. 2579/1998, το μετοχικό της κεφάλαιο ανήλθε στα 800 εκατ. δρχ. και ο αριθμός των μετοχών στα 4.000.000 δρχ. Κατά το έτος 1999 ο όμιλος "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" που είναι εταιρεία συμμετοχών, δια των εταιρειών του, με διαδοχικές κτήσεις και κατόπιν συμφωνίας με τους κατηγορούμενους Χ1, Χ2 και Χ7, απέκτησε το 45,35% των μετοχών της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε." καθιστάμενος πλέον κύριος μέτοχός της. Η "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." εταιρεία συμφερόντων του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ6, της οποίας ήταν και είναι νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος), είχε ως σκοπό τη συμμετοχή της σε άλλες εταιρείες, την διεξαγωγή συναλλακτικών πράξεων επί χρεογράφων και παντός είδους τίτλων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, την ανάληψη διαχείρισης άλλων νομικών προσώπων και επιχειρήσεων με αντάλλαγμα, την παροχή διοικητικών και οργανωτικών υπηρεσιών σε τρίτες οικονομικές μονάδες του ιδιωτικού τομέα και εκμετάλλευση δικαιωμάτων χρηματοδοτικής μίσθωσης. Οι κατηγορούμενοι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από την 3.2.2000 μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2000 υπό τις ιδιότητές τους, ο α' Χ1, αρχικά του Εντεταλμένου Συμβούλου και στη συνέχεια του Αναπληρωτή Προέδρου και Εντεταλμένου Συμβούλου, ο β' Χ2, αρχικά του Προέδρου και στη συνέχεια του μέλους, ο γ' Χ7, του Αναπληρωτή Προέδρου (έως 26.4.2000), ο δ' Χ3, του μέλους (έως 26.4.2000), η ε' Χ4, του μέλους (έως την 27.4.2000), ο στ' Χ5, του μέλους (από 26.4.2000), ο ζ' ΒΒ, του μέλους από 27.2.2000 (ο οποίος δεν άσκησε έφεση) και ο η' Χ6, του Προέδρου από 26.4.2000, της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη ..., ύστερα από κοινή απόφαση και με κοινό δόλο, έχοντας σκοπό να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στην Εταιρεία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα, μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 60.000.000.000 δραχμών (176.082.172 ευρώ), που πραγματοποίησε με την απόφαση της από 21.10.1999 έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, η ως άνω εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) κλωστοϋφαντουργική εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", κύριος μέτοχος της οποίας ήταν τότε η εταιρεία συμμετοχών "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ", κατά ποσοστά 45,35% με έκδοση και διάθεση με δημόσια έγγραφη μέσω της τράπεζας EUROBANK 20.000.000 μετοχών, ονομαστικής αξίας 200 δραχμών εκάστης, με τιμή διάθεσης στο επενδυτικό κοινό 3.000 δραχμές (8,80 ευρώ) ανά μετοχή, (έκδοση και πώληση υπέρ το άρτιο), και με δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων για αγορά νέων μετοχών με αναλογία 5 νέες ανά μια παλαιά μετοχή, η κάλυψη και καταβολή του οποίου (ως άνω κεφαλαίου) εγκρίθηκε από το Υπουργείο Ανάπτυξης με την Κ2-12633/11.11.1999 απόφασή του και πραγματοποιήθηκε εμπρόθεσμα κατά το χρονικό διάστημα από 21.2.2000 - 21.3.2000, παρέστησαν ψευδώς προς το επενδυτικό κοινό, μετόχους και επενδυτές, μέσω του από Φεβρουάριο 2000 ενημερωτικού δελτίου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το ΠΔ 348/1985, και εγκρίθηκε από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) κατά την 3.2.2000, μόνον όσον αφορά την κάλυψη αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, δεσμευθέντες προς τούτο, ότι η διάθεση των από την ως άνω αύξηση αντληθησομένων κεφαλαίων ύψους 60 δις δρχ., μετά την αφαίρεση των εξόδων έκδοσης, ύψους 200 εκατ. δρχ. μέχρι την 31.12.2000, θα γινόταν για την χρηματοδότηση του επενδυτικού προγράμματος της εταιρείας, ως εξής: Α) Ποσό 1.400 εκατ. δραχμές για επενδύσεις επέκτασης και εκσυγχρονισμού του υπάρχοντος κλωστηρίου της εταιρείας εντός του 2000, ήτοι ποσό 200.000.000 δραχμών για την κατασκευή νέων αποθηκευτικών χώρων, για την αντιμετώπιση των αυξημένων αποθηκευτικών αναγκών, λόγω της αύξησης της παραγωγής, και 1,2 δις δραχμών για τον εκσυγχρονισμό και επέκταση του μηχανολογικού εξοπλισμού. Β) Ποσό 1 δις δραχμές για αγορά της εκσυγχρονισμού και αναδιοργάνωσης του υπάρχοντος κλωστηρίου της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΠΕΛΛΗΣ ΑΕ". Δ) ποσό 2,6 δις δραχμές για εξόφληση του τραπεζικού δανεισμού της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ". Ε) ποσό 3,5 δις δραχμές για κεφαλαίο κίνησης, και ΣΤ) ποσό 45,5 δις δραχμές (75,8% της έκδοσης περίπου) για υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος εξαγορών και συμμετοχών. Αναλυτικά: 1) ποσό 11,2 δις δραχμές για την άμεση εξόφληση των τραπεζικών δανείων που χρησιμοποιήθηκαν από την εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" για την εξαγορά 1.396.500 κοινών ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "ΓΙΑΝΝΗΣ Θ ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ ΑΕ" και 2) ποσό 34,3 δις δραχμές περίπου για εξαγορές και συμμετοχές που θα πραγματοποιούσε η "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", εντός 12μηνου από την ολοκλήρωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. Διαβεβαίωσαν, επίσης, εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό μέσω του ως άνω ενημερωτικού δελτίου ότι οι εξαγορές και συμμετοχές, στις οποίες προτίθεται να προχωρήσει η εταιρεία, πρόκειται να επιφέρουν πλήρη αλλαγή στα μεγέθη αυτής, όσον αφορά τον κύκλο εργασιών, την κερδοφορία της και εν γένει την παραγωγική της δραστηριότητα, ποσοτικά και γεωγραφικά, ότι αυτή θα αποκτήσει δίκτυο διανομής σε παγκόσμιο επίπεδο, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι η τελευταία, (η εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ"), ήδη σε διαπραγματεύσεις με μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο που εδρεύει σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απόκτηση μετοχικής συμμετοχής μέσω της οποίας θα εξασφαλίσει δεσπόζουσα επιρροή, ότι η εν λόγω εταιρεία - στόχος δραστηριοποιείται σύμφωνα με το συγκεκριμένο άρθρο του καταστατικού της, στην παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων προηγμένης τεχνολογίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας και ότι τα συνοπτικά μεγέθη αυτής για την τελευταία τριετία έχουν ως εξής: Ποσά σε εκατ. δρχ. 1996, 1997, 1998. Κύκλος Εργασιών 231.158, 205.063, 209.111. Κέρδη προ τόκων Αποσβέσεων και φόρων 19.160, 18.169, 17.839. Κέρδη Μετά από φόρους 4.527, 4.542, 13.866. Σύνολο Ενεργητικού 144.519, 136.574, 126.800, τα οποία στη συνέχεια ανέλυαν και σχολίαζαν, καταλήγοντας ότι με βάση τα επίσημα δημοσιευόμενα στοιχεία του α' εξαμήνου του 1999, μετά και την υλοποίηση εκτεταμένου προγράμματος αναδιάρθρωσης, ο κύκλος εργασιών της αυξήθηκε κατά 3% σε σχέση με το α' εξάμηνο του 1998 και ότι ανήλθε σε 107.694 εκατ. δρχ., ενώ τα κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν σε 3.780 εκατ. δρχ. παρουσιάζοντας θετική μεταβολή κατά 23,7% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 1998, ότι η εν λόγω εταιρεία δεν έχει δημοσιεύσει οικονομικές καταστάσεις για την χρήση 1999, ότι τα οικονομικά μεγέθη έχουν μετατραπεί σε δραχμές με βάση την τιμή Fixing της 31.12.1999 της δραχμής με το νόμισμα αναφοράς, ότι η προκαταρκτική οικονομοτεχνική και νομική αξιολόγηση διενεργείται μέσω τραπεζών που ενεργούν ως σύμβουλοι, και ότι έχουν ήδη καταβληθεί για αμοιβές συμβούλων άνω των 100 εκατ. δρχ., δημιουργώντας έτσι με την ψευδή εικόνα ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν ήδη ξεκινήσει και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη για την εξαγορά της περιγραφόμενης αλλοδαπής εταιρείας. Διαβεβαίωσαν επίσης ψευδώς ότι σε περίπτωση μη επίτευξης του στόχου της εξαγοράς της παρουσιαζόμενης ανωτέρω εταιρείας, η "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" δεσμεύεται να προβεί άμεσα σε ανακοινώσεις δια του τύπου για την ενημέρωση του επενδυτικού κοινού και των εποπτικών αρχών, ότι εφόσον δεν ευοδωθούν οι πραγματοποιούμενες σήμερα διαπραγματεύσεις, η Εταιρεία θα αναζητήσει εναλλακτική μετοχική στρατηγική συνεργασία με αναλόγου μεγέθους κλωστοϋφαντουργικό όμιλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των ΗΠΑ, ενώ τα ποσά που προορίζονται για αυτές τις εξαγορές έως ότου πραγματοποιηθούν οι συγκεκριμένες συμφωνίες πρόκειται να τοποθετηθούν σε υψηλότοκες καταθέσεις και χρεόγραφα (μετοχές εισηγμένων εταιρειών, αμοιβαία κεφάλαια και ομόλογα). Όμως όλα τα παραπάνω ήταν εν γνώσει τους ψευδή, αφού αντί του ποσού των 200.000.000 δραχμών, που προβλεπόταν από το άνω ενημερωτικό δελτίο για την κατασκευή νέων αποθηκευτικών χώρων με χρόνο υλοποίησης ως την 31.12.2000, απορροφήθηκε από την αναφερομένη εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" (ως την 31.3.2001) το ποσό των 147.996.009 δραχμών, αντί του ποσού του 1.200.000.000 δραχμών, που προβλεπόταν από το ίδιο ενημερωτικό δελτίο για την προμήθεια καινούργιου μηχανολογικού εξοπλισμού με χρόνο υλοποίησης έως την 31.12.2000, απορροφήθηκε από την εν λόγω εταιρεία (έως την 31.3.2001) το ποσό των 933.811.742 δραχμών, ενώ αντί του ποσού των 6.000.000.000. δραχμών, που προβλεπόταν από το ίδιο ενημερωτικό δελτίο για τον εκσυγχρονισμό και την αναδιοργάνωση του κλωστηρίου της εταιρείας. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΠΕΛΛΗΣ Α.Ε, με χρόνο υλοποίησης ως την 31.12.2000, δαπανήθηκε από την "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" ως την 31.3.2001 το ποσό του 1.060.123.311 δραχμών. Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι ουδέποτε προσέγγισαν ή διαπραγματεύθηκαν υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, επ' ονόματι και για λογαριασμό της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" την απόκτηση μετοχικής συμμετοχής της εταιρείας αυτής σε μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε περίπτωση μη ευόδωσης του στόχου αυτού σε ομοειδούς αντικειμένου όμιλο των ΗΠΑ, όπως προβλεπόταν από το πιο πάνω ενημερωτικό δελτίο, με χρόνο υλοποίησης της επένδυσης αυτής μέχρι την 31.3.2001, μέσω της οποίας η εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" θα εξασφάλιζε δεσπόζουσα θέση και επιρροή στη σχετική αγορά, ούτε ποτέ είχαν πρόθεση και δυνατότητα να προβούν στη διάθεση του ποσού των 34.300.000.000 δραχμών για την υλοποίηση τέτοιας μετοχικής στρατηγικής συνεργασίας αλλά αντίθετα, είχαν εξ αρχής επινοήσει το σχέδιο της προσέλκυσης του επενδυτικού κοινού με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις περί στρατηγικής συνεργασίας της ως άνω εταιρείας, που εκπροσωπούσαν, με μεγάλους ομίλους του εξωτερικού, ώστε να πειστεί αυτό, όπως και πράγματι έγινε, να συμμετάσχει κατά το χρονικό διάστημα από 21.2.2000 στην προαναφερθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής και στην εκτεταμένη αγορά μετοχών της μέσω του ΧΑΑ και στην κατ' αυτό τον τρόπο χρηματοδότηση της τελευταίας, της οποίας η μετοχή απέκτησε υψηλή εμπορευσιμότητα, που οδήγησε στην αύξηση της τιμής της, η οποία ανήλθε κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000 μέχρι το ποσό των 16,01 ευρώ, χρόνο κατά τον οποίο οι κύριοι μέτοχοι της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" κατηγορούμενοι Χ2, Χ1, Χ7 και ο, υπό τον κατηγορούμενο Χ6, Όμιλος "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" - προέβησαν σε ευρείας κλίμακα πώληση των μετοχών τους, προκειμένου να πετύχουν, όπως είχαν προσχεδιάσει, την χρησιμοποίηση των έτσι αντληθέντων κεφαλαίων προς όφελος του Ομίλου "ΚΛΩΝΑΤΕΞ", στην εξαγορά εταιρειών του οποίου προέβησαν, διαθέτοντας το μεγαλύτερο ποσοστό της αύξησης. Έτσι μετά την 30.6.2000, εξαγόρασαν το 100% της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΡΟΔΟΠΗΣ ΑΕ" αντί του ποσού των 11.100.000.000 δραχμών, δηλαδή 370.000 μετοχές, που ανήκαν στις εταιρείες "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" κατά ποσοστό 15%, "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" κατά ποσοστό 60% και "ΘΡΑΚΙΚΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΕ" κατά ποσοστό 25%, το 100% της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΑΕ" αντί του ποσού των 12.150.000.000 δραχμών, δηλαδή 450.000 μετοχές που ανήκαν στις εταιρείες "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" κατά ποσοστό 95% και "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" κατά ποσοστό 5%, μέσω του χρηματιστηρίου. Ακόμη, από την ημεροχρονολογία 10.5.2000 προέβησαν στην εξαγορά ποσοστού δεσπόζουσας θέσης την εταιρεία "FANCO ΑΕ" που έφθασε στο 23,89% του συνόλου των μετοχών της, αντί του ποσού των 11.272.562.979 δραχμών, ενώ από την 26.4.2000 από το ανωτέρω αντληθέν από την αύξηση του κεφαλαίου της ως εταιρείας ποσό, 3 δις δρχ. χορήγησαν ως έντοκο δάνειο στην εταιρεία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ" και από το εναπομείναν αδιάθετο ποσό τοποθέτησαν σε μετοχές (ποσό 1.588.663.750 δρχ.) και σε καταθέσεις όψεως (ποσό 343.246.794 δρχ.). Άμεση συνέπεια των μεθοδεύσεών τους αυτών ήταν να παρουσιάσει η εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" σημαντικές ζημίες ύψους 2.844.455.476 δραχμών κατά την εταιρική χρήση 2000, οι οποίες υπερέβαιναν το 20% του κύκλου εργασιών της, να απομειωθεί σημαντικά η χρηματιστηριακή αξία των από το άνω επενδυτικό κοινό αγορασθεισών μετοχών της, φθάνοντας στο ποσό των 0,91 ευρώ ανά μετοχή, και στη συνέχεια η εταιρεία αυτή να συγχωνευθεί με απορρόφηση από την εταιρεία "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ", μέλος του ως άνω Ομίλου, συγχώνευση που εγκρίθηκε με την Κ2-12267/28.9.2001 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, με αναδρομική ισχύ από 1.1.2001. Στις ως άνω αγορές δεν θα προέβαιναν οι μέτοχοι και το επενδυτικό κοινό αν γνώριζαν τα παραπάνω, ήτοι ότι ουδέποτε υπήρξαν διαπραγματεύσεις με την αλλοδαπή εταιρεία για λογαριασμό της "ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" και ότι το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για σκοπούς άλλους από αυτούς που αναγράφονταν στο εγκριθέν από το ΧΑΑ ενημερωτικό δελτίο, γεγονός που δεν έφεραν σε γνώση αυτών (των επενδυτών), οι οποίοι συνέχιζαν να αντλούν πληροφόρηση μέσω του ως άνω δελτίου και κυρίως δεν είχε διατεθεί για επενδύσεις στο εξωτερικό, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί στις ανωτέρω πράξεις τους με σκοπό να αποκομίσει ο ΟΜΙΛΟΣ "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" παράνομο περιουσιακό όφελος και έτσι κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, έβλαψαν την περιουσία των επενδυτών κατόχων των 15.329.500 μετοχών της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", που πεισθέντες στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρείας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο μηνυτής Ψ, που συμμετείχε στην προαναφερομένη αύξηση, αγοράζοντας 1.500 μετοχές προς 3.000 δραχμές ή 8,80 ευρώ ανά μετοχή, συνολικής αξίας 4.500.000 δραχμών και οι οποίοι, όταν τον Μάρτιο 2001 η μετοχή της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" τέθηκε υπό επιτήρηση, αναγκάσθηκαν πλέον να διαπραγματεύονται την πώλησή της υπό περιορισμούς και υπό ειδικό καθεστώς διαπραγμάτευσης. Η ζημία δε που προξενήθηκε στους εν λόγω μετόχους και επενδυτές ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δρχ, (73.000 Ευρώ), και δη ανερχόμενη στο ποσό 120.949.755 ευρώ [δηλαδή 15.329.500 μετοχές Χ 7,89 (8,80 - 0,91 = 7,89) = 120.949.755 ευρώ]. Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, πληρούται η ποινική υπόσταση της διακεκριμένης απάτης κατά συναυτουργία, που τέλεσαν σε βάρος των επενδυτών της εταιρείας "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών στο ευρύτερο επενδυτικό κοινό, με τις παραστάσεις αυτές έπεισαν αυτούς να αγοράσουν τις νέες μετοχές αύξησης του κεφαλαίου της εταιρείας που εκπροσωπούσαν και ότι με αυτό τον τρόπο ζημίωσαν την περιουσία των επενδυτών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο παθών Ψ, με αντίστοιχο περιουσιακό αυτών όφελος, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 120.949.755 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, από πλευράς δε της υποκειμενικής του υπόστασης ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει του ότι το γεγονός που παρέστησαν ήταν ψευδές και ότι τέλεσαν τις πράξεις αυτές με σκοπό να περιποιήσουν στην εταιρία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" το παράνομο τούτο περιουσιακό όφελος, προβαίνοντας στην εξαγορά των κλωστηρίων της με τα χρήματα που παράνομα αποκόμισαν. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι δεν υφίσταται απάτη διότι α) δεν παρέστησαν ψευδή γεγονότα, αλλ' απλώς υποσχέθηκαν ότι θα προβούν σε διαπραγματεύσεις με οίκους του εξωτερικού προκειμένου να αποκτήσουν στρατηγική συμμετοχή σε μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο σε Χώρα της Ε.Ε. ή των ΗΠΑ, πράγμα που κατ' αυτούς δεν συνιστά γεγονός, β) ότι στράφηκαν στο επενδυτικό κοινό, οπότε δεν πρόκειται για παραπλάνηση και βλάβη συγκεκριμένων παθόντων, και γ) ότι δεν δικαιολογείται το παράνομο του περιουσιακού οφέλους που αποκόμισε η εταιρία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ", δ) ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της περιουσιακής ζημίας των παθόντων και της ψευδούς παράστασής τους και δη η πλάνη των επενδυτών δεν αποτέλεσε το αποκλειστικό αποτέλεσμα της αγοράς των μετοχών, και ε) ότι δεν προσδιορίζεται το ποσό της ζημίας εκάστου παθόντα, είναι αβάσιμοι γιατί α) η παράσταση που έκαναν μέσω του Ενημερωτικού Δελτίου του ΧΑΑ προς το επενδυτικό κοινό ότι κατά το χρόνο της δημοσίευσης της αγγελίας τους για την αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο που εδρεύει σε Χώρα της Ε.Ε ή των ΗΠΑ για την απόκτηση στρατηγικής σ' αυτόν συμμετοχής, που θα άλλαζε πλήρως τα οικονομικά μεγέθη της εταιρίας, (σε παραγωγή και σε κερδοφορία), συνιστά γεγονός, καθόσον αναφέρεται σε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, που έλαβε χώρα στο παρελθόν ή λαμβάνει χώρα στο παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις β) όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, ο παθών στην περίπτωση του εγκλήματος της απάτης μπορεί να είναι άγνωστο πρόσωπο και συνεπώς να μην κατονομάζεται και γενικά τα πρόσωπα που υπέστησαν τη βλάβη μπορεί να είναι άδηλα.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν απαραίτητο να κατονομάζονται οι συγκεκριμένοι επενδυτές που εξαπατήθηκαν. Ανεξάρτητα όμως αυτού, στο εκκαλούμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνεται αορίστως ως εξαπατηθέν το κοινό, αλλά διαλαμβάνονται ως εξαπατηθέντες επενδυτές που προέβησαν κατά το χρονικό διάστημα (από την 3.2.2000 έως τον Νοέμβριο του έτους 2000), στην αγορά των νέων μετοχών της εταιρίας, οι οποίοι, παρόλο που δεν κατονομάζονται, πλην του Ψ, είναι οριστοί και παθόντες, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, γ) Το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν οι κατηγορούμενοι ως εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Α. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", ανερχόμενο, κατά τα άνω εκτιθέμενα, στο ποσό των 120.949.755 ευρώ, συνίσταται στο ότι τούτο αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης των επενδυτών και αποκτήθηκε απ' αυτούς χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, πράγμα που αντιστρατεύεται προς την ουσιαστική τάξη της κυριότητας [ΑΠ. 1795/2000 ΠοινΧρον ΝΒ/639, ΑΠ. 164/2001 ΠοινΧρον.ΝΑ 905]. Το ποσό τούτο προήλθε από την αθέμιτη διόγκωση - υπερτίμηση της τιμής των νέων μετοχών, την οποία πέτυχαν με τις αναφερόμενες στο βούλευμα ψευδείς παραστάσεις τους προς το επενδυτικό κοινό. Το γεγονός ότι το εκκαλούμενο βούλευμα αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις σκόπευαν να αποκομίσει παράνομο όφελος ο ΟΜΙΛΟΣ "ΚΛΩΝΑΤΕΞ", από τον οποίο εξαγόρασαν τα κλωστήρια των συνδεδεμένων με αυτόν κλωστοϋφαντουργικών ανωνύμων εταιριών, και δη των ανωνύμων εταιριών "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" και "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΑΕ", δεν αναιρεί το παράνομο του προσπορισθέντος απ' αυτούς περιουσιακού οφέλους. Το γεγονός αυτό, της περαιτέρω δηλ. διάθεσης του παράνομου οφέλους που αποκόμισαν από τις πωλήσεις των νέων μετοχών, αναφέρεται πλεοναστικά και δεν αναιρεί την προηγούμενη προσπόρισή του. Ούτε πάλι υφίσταται καμία αντίφαση της αιτιολογίας από το γεγονός ότι το βούλευμα δέχεται ότι από τη διαδικασία της αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρίας "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" και τις μεθοδεύσεις των εξαγορών που επακολούθησαν επήλθε ζημία της εταιρείας ύψους 3 δισεκατομμυρίων δρχ. δ) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και της πλάνης, καθώς και της περιουσιακής διάθεσης των συγκεκριμένων επενδυτών που αγόρασαν τις νέες μετοχές διαλαμβάνεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, αφού βεβαιώνεται σ' αυτό ότι οι συγκεκριμένοι επενδυτές παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και προέβησαν στην περιουσιακή διάθεση για την αγορά των νέων μετοχών, την οποία δεν θα διενεργούσαν, εάν έλειπε η περιγραφείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της απάτης δεν απαιτείται η πλάνη του απατηθέντος να υπήρξε η μοναδική αιτία της περιουσιακής διάθεσης (Α.Π. 200/1975 ΠοινΧρον. ΚΔ 429), δεδομένου ότι η ελαφρότητα ή η αμέλεια του θύματος στη δημιουργία της πλάνης, που δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα προσεκτικότερο ή συνετότερο άτομο, δεν αποκλείει την απάτη, αφού μάλιστα τα εν λόγω εύπιστα άτομα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προστασίας έναντι των δραστών της απάτης, των οποίων είναι εύκολα θύματα, (ΑΠ. 165/1985 Πχρ.ΛΕ/683, ΑΠ 537/1976 ΠοινΧρον ΚΖ 49, Μπουρόπουλος άρθρο 386 σ.77), ε) Όσον αφορά τον προσδιορισμό της βλάβης ενός εκάστου επενδυτή, επί περισσοτέρων παθόντων δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται το ποσό της ζημίας που αντιστοιχεί στον καθένα απ' αυτούς (ΑΠ 372/1994 ΠοινΧρον.ΜΔ 511). Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι η αλματώδης αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των μετοχών των εισηγμένων στο "Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών" (ΧΑΑ) εταιρειών, κατά τα έτη 1998-2000 είχε ως αποτέλεσμα και την εμφάνιση εκφυλιστικών φαινομένων, σύμφωνα με τα οποία ορισμένοι επιτήδειοι κερδοσκόποι, γνώστες της λειτουργίας του χρηματιστηρίου, δια απατηλών συμπεριφορών, όπως στην προκειμένη υπόθεση, με υποτιθέμενες εξαγορές ή συγχωνεύσεις εταιρειών, με αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου το προϊόν των οποίων στη συνέχεια διασπάθισαν και με κάθε είδους παρεμβάσεις στη διαδικασία αγοράς - πώλησης μετοχών, πέτυχαν να επηρεάσουν την εμπορευσιμότητά τους και να ανεβάσουν τις τιμές τους, κερδίζοντας δισεκατομμύρια από την πώληση των υπερτιμημένων μετοχών, που είχαν στην κατοχή τους. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν μετοχές η "χρηματιστηριακή" τιμή των οποίων ήταν τόσο διογκωμένη σε σχέση με την πραγματική τους αξία, ώστε με την πτώση του γενικού δείκτη τιμών στα επίπεδα του Β εξαμήνου του έτους 2000, η αξία τους να καταστεί μηδαμινή, με αποτέλεσμα να εξανεμισθούν τα χρήματα του επενδυτικού κοινού, που παραπλανήθηκε από τις ενέργειες και προέβη στην αθρόα αγορά μετοχών αυτού του είδους και να θησαυρίσουν οι επιτήδειοι.
Ζ) 1) Σύμφωνα με το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα η κάλυψη της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.", δηλαδή η αγορά των νέων μετοχών από τους παλαιούς μετόχους, μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών Ψ, έγινε μέσα στο χρονικό διάστημα από 21-2-00 - 21-3-00, στην τιμή των 8,80 ευρώ ανά μετοχή (βλ. φυλ. 26α και 28α του πρωτόδικου βουλεύματος). Το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται γενικά στη διάθεση μετοχών της παραπάνω εταιρείας προς το επενδυτικό κοινό, στο χρονικό διάστημα από 21-2-2000 έως το Νοέμβριο του 2000 και δέχεται ότι η μετοχή εμφάνισε αύξηση της τιμής της κατά το πρώτο εξάμηνο του 2000 και ότι έφτασε το ποσό των 16,01 ευρώ (βλ. φυλ. 28 σελ. β του βουλεύματος). Από την παραδοχή αυτή ανακύπτουν μια σειρά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν, με πρώτο απ' όλα τον προσδιορισμό του χρόνου κατά τον οποίο επήλθε η διάθεση περιουσίας εκ μέρους των παθόντων, εάν δηλαδή η περιουσιακή βλάβη επήλθε με την καταβολή του τιμήματος της αγοράς των μετοχών (για τους παλαιούς μετόχους μεταξύ των οποίων και ο εγκαλών Ψ το διάστημα από 21-2-2000 έως 21-3-2000) ή αργότερα και συγκεκριμένα το Μάρτιο του 2001, όταν η τιμή της μετοχής έπεσε στο ποσό των 0,21 ευρώ. Εξάλλου δεν περιέχεται, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, καμιά σκέψη σχετικά με το εάν οι αγοραστές των μετοχών υπέστησαν την αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη ως άμεση και αποκλειστική συνέπεια της παραπλάνησής τους εκ μέρους των κατηγορουμένων να προβούν σε αγορά των μετοχών και καταβολή του τιμήματος ή, εφ' όσον γίνει δεκτό ότι η ζημία επήλθε σε μεταγενέστερο της αγοράς χρόνο, αυτή δεν οφείλεται σε άλλα περιστατικά όπως, ενδεχομένως, η προσδοκία μεγαλύτερου κέρδους λόγω της συνεχούς αύξησης της τιμής της μετοχής, η εν τω μεταξύ επελθούσα γενική πτώση των τιμών των μετοχών κ.λ.π. 2) Με το υπ' αριθ. 1056/2008 βούλευμά Σας αναιρέθηκε, ως προελέχθη, το προηγούμενο επί της αυτής υποθέσεως, υπ' αριθμ. 2505/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 386 Π.Κ. και για τους εξής ειδικότερα λόγους: α) διότι δεν διευκρινιζόταν ότι το επενδυτικό κοινό δεν θα αγόραζε τις νέες μετοχές εάν εγνώριζε ότι η "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε." δεν είχε κάνει επαφές με μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο που εδρεύει σε χώρα της Ε.Ε., αλλά τις επαφές αυτές τις είχε κάνει η μητρική της εταιρεία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ Α.Ε.". β) διότι δεν διευκρινιζόταν γιατί το περιουσιακό όφελος του ομίλου "ΚΛΩΝΑΤΕΞ Α.Ε." από την πώληση των εταιρειών του, "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΡΟΔΟΠΗΣ Α.Ε." και "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ Α.Ε.", προς την εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε." είναι παράνομο. γ) διότι σύμφωνα με τις παραδοχές του τότε προσβαλλομένου βουλεύματος το όφελος που επιδίωξαν να προσπορίσουν στον όμιλο "ΚΛΩΝΑΤΕΞ Α.Ε." οι κατηγορούμενοι, δεν προήρχετο από την περιουσία των παθόντων, κατόχων των 15.329.500 μετοχών, αλλά από την περιουσία της εταιρείας "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.", η οποία και κατέβαλε το τίμημα για την αγορά από τον ανωτέρω όμιλο των δύο εταιρειών του. Έτσι, μεταξύ του περιουσιακού ως άνω οφέλους και της περιουσιακής βλάβης των παθόντων επενδυτών δεν υπάρχει η απαραίτητη υλική ταυτότητα ή αντιστοιχία που απαιτείται για την ύπαρξη σκοπού παρανόμου οφέλους, αναγκαίου στοιχείου για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης (βλ. αντίγραφο του παραπάνω Α.Π. 1056/2008 βουλεύματος σελ. 89 και 90). Το προσβαλλόμενο, εν προκειμένω, βούλευμα: α) όσον αφορά το πρώτο από τα παραπάνω ζητήματα, δεν επαναλαμβάνει την παραδοχή ότι η "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" είχε κάνει επαφές με μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο από χώρα της Ε.Ε. κ.λ.π. Όμως ούτε διευκρινίζει ότι το επενδυτικό κοινό δεν θα προέβαινε στην αγορά νέων μετοχών κ.λ.π. αν εγνώριζε το ψεύδος ότι η "ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε." δεν είχε κάνει επαφές με μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο κ.λ.π. για την απόκτηση μετοχικής συμμετοχής κ.λ.π., όπως αναφερόταν στο ενημερωτικό δελτίο. Και είναι μεν αληθές ότι η διευκρίνιση αυτή γίνεται στο πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα (βλ. φύλλο 28 σελ. α του πρωτοδίκου βουλεύματος), όμως το προσβαλλόμενο βούλευμα (22/2009 του Συμβουλίου Εφετών) δεν κάνει αναφορά στο πρωτόδικο, ώστε με την παραπομπή αυτή να καλυφθεί η έλλειψη της παραπάνω διευκρίνισης. β) όσον αφορά το δεύτερο από τα παραπάνω ζητήματα, δηλαδή τη διευκρίνιση γιατί αποτελεί παράνομο περιουσιακό όφελος του ομίλου "ΚΛΩΝΑΤΕΞ Α.Ε.", η από μέρους του είσπραξη του τιμήματος που εισέπραξε από την πώληση των εταιρειών του "Κλωστήρια Ροδόπης" και "Κλωστήρια Μαρώνειας", στην εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.". Για το ζήτημα αυτό, το προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνει: 1ον την παραδοχή ότι "... οι κύριοι μέτοχοι της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε", Χ2, Χ1, Χ7 και ο υπό τον κατηγορούμενο Χ6 όμιλος "Κλωνατέξ", προέβησαν σε ευρείας κλίμακας πώληση των μετοχών τους, προκειμένου να πετύχουν, όπως είχαν προσχεδιάσει, την χρησιμοποίηση των έτσι αντληθέντων κεφαλαίων προς όφελος του Ομίλου "ΚΛΩΝΑΤΕΞ", στην εξαγορά εταιρειών του οποίου προέβησαν, διαθέτοντας το μεγαλύτερο ποσοστό της αύξησης" (βλ. φύλλο 28 σελ. β) και 2ον την αποστροφή "... πληρούται η ποινική υπόσταση της διακεκριμένης απάτης κατά συναυτουργία που τέλεσαν σε βάρος των επενδυτών της εταιρείας "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.", δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών στο ευρύτερο επενδυτικό κοινό, με τις παραστάσεις αυτές έπεισαν αυτούς να αγοράσουν τις νέες μετοχές αύξησης του κεφαλαίου της εταιρείας που εκπροσωπούσαν κ.λ.π." (βλ. φύλλο 29 σελ. β του προσβαλλομένου βουλεύματος). Τα παραπάνω ουδόλως αποτελούν διευκρίνιση στο τιθέμενο ζήτημα. γ) Με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν παραπάνω, ούτε για το ζήτημα της αντιστοιχίας μεταξύ του περιουσιακού οφέλους των κατηγορουμένων (τουλάχιστον των εκπροσώπων της "ΚΛΩΝΑΤΕΞ Α.Ε.") και περιουσιακής βλάβης των παθόντων παρέχεται η αναγκαία διευκρίνιση.
Η) Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εν όψει δε των ασαφειών και των λογικών κενών που έχουν εμφιλοχωρήσει και ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρ. 386 Π.Κ. με αποτέλεσμα το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτός ο αναιρετικός λόγος που προβάλλεται με όλες τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης και στηρίζεται στο άρθρ. 484 §1 στοιχ. δ' και β' του Κ.Π.Δ.
Θ) Είναι αβάσιμες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα: 1) Η παράλειψη του Συμβουλίου να διευκρινίσει ότι το επενδυτικό κοινό δεν θα προέβαινε στην αγορά νέων μετοχών εάν εγνώριζε ότι τις διαπραγματεύσεις με κλωστοϋφαντουργικό όμιλο του εξωτερικού κ.λ.π. δεν τις είχε κάνει η εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.", αλλά η "ΚΛΩΝΑΤΕΞ Α.Ε.", δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει παραδοχή ότι έγιναν τέτοιες διαπραγματεύσεις. 2) Είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι στους κατηγορούμενους αποδίδεται αθέτηση υποσχέσεων και έλλειψη προθέσεων όπως λ.χ. " ... γιατί ούτε ποτέ είχαν την πρόθεση να προβούν στη διάθεση ποσού 34.300.000.000 δρχ. για την υλοποίηση τέτοιας μετοχικής στρατηγικής συνεργασίας ...", αφού όλα τα αναγόμενα στο μέλλον περιστατικά και προθέσεις συνδέονται, σύμφωνα με το προσβαλλόμενο βούλευμα, με το "γεγονός" ότι οι κατηγορούμενοι ψευδώς ισχυρίσθηκαν ότι είχαν κάνει επαφές και διαπραγματεύσεις με όμιλο του εξωτερικού. 3) Είναι αβάσιμη η αιτίαση ότι οι ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων απευθύνονται στο "ευρύ κοινό", το "επενδυτικό κοινό" και όχι σε κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα και άρα δεν υπάγονται στην έννοια του άρθρ. 386 Π.Κ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για εξαπάτηση αορίστως του "κοινού", αλλά των συγκεκριμένων επενδυτών οι οποίοι προέβησαν στην αγορά νέων μετοχών κατά το χρονικό διάστημα που δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα και οι οποίοι, παρ' ότι δεν κατονομάζονται, πλην του Ψ, είναι οριστοί και συγκεκριμένοι (βλ. Α.Π. 88/2003). 4) Είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ6 λόγος αναίρεσης με βάση το άρθρ. 484 §1 εδ. δ' και β' του Κ.Π.Δ. για έλλειψη νομιμότητας της από 14-1-2003 πορισματικής αναφοράς του ΣΔΟΕ, καθ' ότι δεν αφορούν την εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα και είναι αυτή του άρθρ. 386 Π.Κ. 5) Η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα Χ7 αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπ' όψη του και δεν αξιολόγησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπ' όψη: 1) την από 30-6-2000 "Ανακοίνωση" (πίνακα διαθέσεως αντληθέντων κεφαλαίων της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε." και 2) το από 29-6-2000 "ενημερωτικό δελτίο τύπου", της ίδιας εταιρείας, από τα οποία το επενδυτικό κοινό και οι εποπτικές αρχές ενημερώθηκαν πλήρως για τη μη ευόδωση των διαπραγματεύσεων με αλλοδαπό κλωστοϋφαντουργικό όμιλο κ.λ.π. είναι: α) Αβάσιμη ως στηριζόμενη σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση του βουλεύματος σαφώς βεβαιώνεται ότι ελήφθησαν υπ' όψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα" (βλ. φύλλο 25 σελ. β του βουλεύματος) και β) Απαράδεκτη στο σημείο που επιχειρεί αξιολόγηση των παραπάνω εγγράφων διαφορετική απ' αυτή του Συμβουλίου, στην αποκλειστική εξουσία του οποίου ανήκει η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να αναιρεθεί το υπ' αριθμ. 22/2009 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 8-5-2009
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Παναγιώτης
Ε. Νικολούδης

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι με αριθ.έκθ.26, 27, 28, 29, 31, 32 και 35/2009 αιτήσεις των Χ1, κατοίκου ..., Χ2, κατοίκου ..., Χ3, κατοίκου ..., Χ4, κατοίκου ..., Χ5, κατοίκου ..., Χ6, κατοίκου ... και Χ7, κατοίκου ..., αντίστοιχα για αναίρεση του 22/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο επικυρώνεται η παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και την, συνεπεία αυτής, πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρου άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν.2408/1996 που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ακολούθως από το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999 που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) ... ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήκοντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άνω άρθρου νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσης τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή παράσταση τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή ως και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος και όχι τυχαίο επακόλουθο αυτών λόγω γεγονότων που μεταγενέστερα συνέβησαν. Μεταξύ της περιουσιακής βλάβης του παθόντος και του σκοπουμένου παρανόμου περιουσιακού οφέλους θα πρέπει να υπάρχει ταυτότητα. Θα πρέπει δηλαδή το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος να προέρχεται από την περιουσία του ζημιωθέντος και να είναι αντίστοιχο με την επελθούσα περιουσιακή βλάβη. Χρόνος τελέσεως της απάτης είναι ο χρόνος που ολοκληρώνεται η απατηλή συμπεριφορά και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή του πλανηθέντος. Το επιζήμιο όμως ή μη της πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως, στην οποία προέβη ο πλανηθείς, θα κριθεί κατά το χρόνο που διενεργείται η πράξη αυτή, γιατί τότε η ζημία θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως της περιουσιακής διαθέσεως και όχι σε μεταγενέστερο χρόνο αφού τότε δεν θα είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα αυτών αλλά το έμμεσο αποτέλεσμα που θα είναι επακολούθημα και θα οφείλεται σε άλλα γεγονότα, σε άλλα αίτια και δεν θα μπορεί να θεμελιωθεί αντικειμενικά το αδίκημα της απάτης. Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το συμβούλιο δίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όχι μόνο όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στις διατάξεις που εφάρμοσε αλλά και όταν οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ήτοι όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό με το διατακτικό, το οποίο ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ, β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Υπέρβαση εξουσία υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος ή όταν το συμβούλιο δεν αποφανθεί για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκειμένη περίπτωση με το 352/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για το κακούργημα της απάτης. Μετά από εφέσεις των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε αρχικώς το 2505/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αναιρέθηκε με το 1056/2008 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου και εν συνεχεία εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 22/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις τους κατ' ουσίαν και μετά την αναφερόμενη συμπλήρωση και διαγραφή επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα κατά τις παραπεμπτικές διατάξεις του. Με το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανέλεγκτος τα ακόλουθα: "Η εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.", στο εξής "Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε.", που ιδρύθηκε το 1971 από τον ΑΑ και τους τρεις πρώτους εκκαλούντες γιους του είχε έδρα στη ..., όπου βρίσκονταν και το εργοστασιακό της συγκρότημα, η ως άνω εταιρεία δραστηριοποιούνταν στον χώρο της κλωστοϋφαντουργίας. Ειδικότερα, ο σκοπός της, κατά το άρθρο 3 του καταστατικού της, ήταν η βιομηχανική παραγωγή, επεξεργασία και εμπορία ινών και νημάτων, φυτικών, ζωικών και συνθετικών, ως και λοιπών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και η συμμετοχή της άλλες επιχειρήσεις, που επεδίωκαν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό. Το έτος 1994 με απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της 21.1.1994, οι μετοχές της εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με ταυτόχρονη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και συνολικό αριθμό μετοχών προς διαπραγμάτευση 3.000.000. Το 1998 με κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας του Ν. 2065/1992 και κερδών φορολογηθέντων με το Ν. 2579/1998, το μετοχικό της κεφάλαιο ανήλθε στα 800 εκατ. δρχ. και ο αριθμός των μετοχών στα 4.000.000. Κατά το έτος 1999 ο όμιλος "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" που είναι εταιρεία συμμετοχών, δια των εταιρειών του, με διαδοχικές κτήσεις και κατόπιν συμφωνίας με τους κατηγορούμενους Χ1, Χ2 και Χ7, απέκτησε το 45,35% των μετοχών της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ Α.Ε." καθιστάμενος πλέον κύριος μέτοχος της. Η "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε." εταιρεία συμφερόντων του εκκαλούντος κατηγορουμένου ..., της οποίας ήταν και είναι νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος), είχε ως σκοπό τη συμμετοχή της σε άλλες εταιρείες, την διεξαγωγή συναλλακτικών πράξεων επί χρεογράφων και παντός είδους τίτλων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, την ανάληψη διαχείρισης άλλων νομικών προσώπων και επιχειρήσεων με αντάλλαγμα, την παροχή διοικητικών και οργανωτικών υπηρεσιών σε τρίτες οικονομικές μονάδες του ιδιωτικού τομέα και εκμετάλλευση δικαιωμάτων χρηματοδοτικής μίσθωσης. Οι κατηγορούμενοι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από την 3.2.2000 μέχρι τον Νοέμβριο του έτους 2000 υπό τις ιδιότητές τους, ο α' Χ1, αρχικά του Εντεταλμένου Συμβούλου και στη συνέχεια του Αναπληρωτή Προέδρου και Εντεταλμένου Συμβούλου, ο β' Χ2, αρχικά του Προέδρου και στη συνέχεια του μέλους, ο γ' Χ7, του Αναπληρωτή Προέδρου (έως 26.4.2000), ο δ' Χ3, του μέλους (έως 26.4.2000), η ε' Χ4, του μέλους (έως την 27.4.2000), ο στ' Χ5, του μέλους (από 26.4.2000), ο ζ' ΒΒ, του μέλους από 27.2.2000 (ο οποίος δεν άσκησε έφεση) και ο η' Χ6, του Προέδρου από 26.4.2000, της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στη ..., ύστερα από κοινή απόφαση και με κοινό δόλο, έχοντας σκοπό να προσπορίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος στην Εταιρεία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Ειδικότερα, μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 60.000.000.000 δραχμών (176.082.172 ευρώ), που πραγματοποίησε με την απόφαση της από 21.10.1999 έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, η ως άνω εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) κλωστοϋφαντουργική εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", κύριος μέτοχος της οποίας ήταν τότε η εταιρεία συμμετοχών "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ", κατά ποσοστά 45,35% με έκδοση και διάθεση με δημόσια έγγραφη μέσω της τράπεζας EUROBANK 20.000.000 μετοχών, ονομαστικής αξίας 200 δραχμών εκάστης, με τιμή διάθεσης στο επενδυτικό κοινό 3.000 δραχμές (8,80 ευρώ) ανά μετοχή, (έκδοση και πώληση υπέρ το άρτιο), και με δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων για αγορά νέων μετοχών με αναλογία 5 νέες ανά μια παλαιά μετοχή, η κάλυψη και καταβολή του οποίου (ως άνω κεφαλαίου) εγκρίθηκε από το Υπουργείο Ανάπτυξης με την Κ2-12633/11.11.1999 απόφαση του και πραγματοποιήθηκε εμπρόθεσμα κατά το χρονικό διάστημα από 21.2.2000 - 21.3.2000, παρέστησαν ψευδώς προς το επενδυτικό κοινό, μετόχους και επενδυτές, μέσω του από Φεβρουάριο 2000 ενημερωτικού δελτίου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το ΠΔ 348/1985, και εγκρίθηκε από το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) κατά την 3.2.2000, μόνον όσον αφορά την κάλυψη αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού, δεσμευθέντες προς τούτο, ότι η διάθεση των από την ως άνω αύξηση αντληθησομένων κεφαλαίων ύψους 60 δις δρχ., μετά την αφαίρεση των εξόδων έκδοσης, ύψους 200 εκατ. δρχ. μέχρι την 31.12.2000, θα γινόταν για την χρηματοδότηση του επενδυτικού προγράμματος της εταιρείας, ως εξής: Α) Ποσό 1.400 εκατ. δραχμές για επενδύσεις επέκτασης και εκσυγχρονισμού του υπάρχοντος κλωστηρίου της εταιρείας εντός του 2000, ήτοι ποσό 200.000.000 δραχμών για την κατασκευή νέων αποθηκευτικών χώρων, για την αντιμετώπιση των αυξημένων αποθηκευτικών αναγκών, λόγω της αύξησης της παραγωγής, και 1,2 δις δραχμών για τον εκσυγχρονισμό και επέκταση του μηχανολογικού εξοπλισμού. Β) Ποσό 1 δις δραχμές για αγορά της εκσυγχρονισμού και αναδιοργάνωσης του υπάρχοντος κλωστηρίου της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΠΕΛΛΗΣ ΑΕ". Δ) ποσό 2,6 δις δραχμές για εξόφληση του τραπεζικού δανεισμού της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ". Ε) ποσό 3,5 δις δραχμές για κεφαλαίο κίνησης, και ΣΤ) ποσό 45,5 δις δραχμές (75,8% της έκδοσης περίπου) για υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος εξαγορών και συμμετοχών. Αναλυτικά: 1) ποσό 11,2 δραχμές για την άμεση εξόφληση των τραπεζικών δανείων που χρησιμοποιήθηκαν από την εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" για την εξαγορά 1.396.500 κοινών ονομαστικών μετοχών της εταιρείας "ΓΙΑΝΝΗΣ Θ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ ΑΕ" και 2) ποσό 34,3 δις δραχμές περίπου για εξαγορές και συμμετοχές που θα πραγματοποιούσε η "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", εντός 12μηνου από την ολοκλήρωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. Διαβεβαίωσαν, επίσης, εν γνώσει τους ψευδώς στο επενδυτικό κοινό μέσω του ως άνω ενημερωτικού δελτίου ότι οι εξαγορές και συμμετοχές, στις οποίες προτίθεται να προχωρήσει η εταιρεία, πρόκειται να επιφέρουν πλήρη αλλαγή στα μεγέθη αυτής, όσον αφορά τον κύκλο εργασιών, την κερδοφορία της και εν γένει την παραγωγική της δραστηριότητα, ποσοτικά και γεωγραφικά, ότι αυτή θα αποκτήσει δίκτυο διανομής σε παγκόσμιο επίπεδο, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι η τελευταία, (η εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ"), ήδη σε διαπραγματεύσεις με μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο που εδρεύει σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απόκτηση μετοχικής συμμετοχής μέσω της οποίας θα εξασφαλίσει δεσπόζουσα επιρροή, ότι η εν λόγω εταιρεία - στόχος δραστηριοποιείται σύμφωνα με το συγκεκριμένο άρθρο του καταστατικού της, στην παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων προηγμένης τεχνολογίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας και ότι τα συνοπτικά μεγέθη αυτής για την τελευταία τριετία έχουν ως εξής: Ποσά σε εκατ. δρχ. 1996, 1997, 1998. Κύκλος Εργασιών 231.158, 205.063, 209.111. Κέρδη προ τόκων Αποσβέσεων και φόρων 19.160, 18.169, 17.839. Κέρδη. Μετά από φόρους 4.527, 4.542, 13.866. Σύνολο Ενεργητικού 144.519, 136.574, 126.800, τα οποία στη συνέχεια ανέλυαν και σχολίαζαν, καταλήγοντας ότι με βάση τα επίσημα δημοσιευόμενα στοιχεία του α' εξαμήνου του 1999, μετά και την υλοποίηση εκτεταμένου προγράμματος αναδιάρθρωσης, ο κύκλος εργασιών της αυξήθηκε κατά 3% σε σχέση με το α' εξάμηνο του 1998 και ότι ανήλθε σε 107.694 εκατ. δρχ., ενώ τα κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν σε 3.780 εκατ. δρχ. παρουσιάζοντας θετική μεταβολή κατά 23,7% έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 1998, ότι η εν λόγω εταιρεία δεν έχει δημοσιεύσει οικονομικές καταστάσεις για την χρήση 1999, ότι τα οικονομικά μεγέθη έχουν μετατραπεί σε δραχμές με βάση την τιμή Fixing της 31.12.1999 της δραχμής με το νόμισμα αναφοράς, ότι η προκαταρκτική οικονομοτεχνική και νομική αξιολόγηση διενεργείται μέσω τραπεζών που ενεργούν ως σύμβουλοι, και ότι έχουν ήδη καταβληθεί για αμοιβές συμβούλων άνω των 100 εκατ. δρχ., δημιουργώντας έτσι με την ψευδή εικόνα ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν ήδη ξεκινήσει και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη για την εξαγορά της περιγραφόμενης αλλοδαπής εταιρείας. Διαβεβαίωσαν επίσης ψευδώς ότι σε περίπτωση μη επίτευξης του στόχου της εξαγοράς της παρουσιαζόμενης ανωτέρω εταιρείας, η "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" δεσμεύεται να προβεί άμεσα σε ανακοινώσεις δια του τύπου για την ενημέρωση του επενδυτικού κοινού και των εποπτικών αρχών, ότι εφόσον δεν ευοδωθούν οι πραγματοποιούμενες σήμερα διαπραγματεύσεις, η Εταιρεία θα αναζητήσει εναλλακτική μετοχική στρατηγική συνεργασία με αναλόγου μεγέθους κλωστοϋφαντουργικό όμιλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των ΗΠΑ, ενώ τα ποσά που προορίζονται για αυτές τις εξαγορές έως ότου πραγματοποιηθούν οι συγκεκριμένες συμφωνίες πρόκειται να τοποθετηθούν σε υψηλότοκες καταθέσεις και χρεόγραφα (μετοχές εισηγμένων εταιρειών, αμοιβαία κεφάλαια και ομόλογα). Όμως όλα τα παραπάνω ήταν εν γνώσει τους ψευδή, αφού αντί του ποσού των 200.000.000 δραχμών, που προβλεπόταν από το άνω ενημερωτικό δελτίο για την κατασκευή νέων αποθηκευτικών χώρων με χρόνο υλοποίησης ως την 31.12.2000, απορροφήθηκε από την αναφερομένη εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" (ως την 31.3.2001) το ποσό των 147.996.009 δραχμών, αντί του ποσού του 1.200.000.000 δραχμών, που προβλεπόταν από το ίδιο ενημερωτικό δελτίο για την προμήθεια καινούργιου μηχανολογικού εξοπλισμού με χρόνο υλοποίησης έως την 31.12.2000, απορροφήθηκε από την εν λόγω εταιρεία (έως την 31.3.2001) το ποσό των 933.811.742 δραχμών, ενώ αντί του ποσού των 6.000.000.000. δραχμών, που προβλεπόταν από το ίδιο ενημερωτικό δελτίο για τον εκσυγχρονισμό και την αναδιοργάνωση του κλωστηρίου της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΠΕΛΛΗΣ Α.Ε.", με χρόνο υλοποίησης ως την 31.12.2000, δαπανήθηκε από την "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" ως την 31.3.2001 το ποσό του 1.060.123.311 δραχμών. Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι ουδέποτε προσέγγισαν ή διαπραγματεύθηκαν υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, επ' ονόματι και για λογαριασμό της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" την απόκτηση μετοχικής συμμετοχής της εταιρείας αυτής σε μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε περίπτωση μη ευόδωσης του στόχου αυτού σε ομοειδούς αντικειμένου όμιλο των Η Π Α, όπως προβλεπόταν από το πιο πάνω ενημερωτικό δελτίο, με χρόνο υλοποίησης της επένδυσης αυτής μέχρι την 31.3.2001, μέσω της οποίας η εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" θα εξασφάλιζε δεσπόζουσα θέση και επιρροή στη σχετική αγορά, ούτε ποτέ είχαν πρόθεση και δυνατότητα να προβούν στη διάθεση του ποσού των 34.300.000.000 δραχμών για την υλοποίηση τέτοιας μετοχικής στρατηγικής συνεργασίας αλλά αντίθετα, είχαν εξ αρχής επινοήσει το σχέδιο της προσέλκυσης του επενδυτικού κοινού με τις πιο πάνω ψευδείς παραστάσεις περί στρατηγικής συνεργασίας της ως άνω εταιρείας, που εκπροσωπούσαν, με μεγάλους ομίλους του εξωτερικού, ώστε να πειστεί αυτό, όπως και πράγματι έγινε, να συμμετάσχει κατά το χρονικό διάστημα από 21.2.20001 έως τον Νοέμβριο του έτους 2000 με αγορά μετοχών στην προαναφερθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής και στην εκτεταμένη αγορά μετοχών της μέσω του ΧΑΑ και στην κατ' αυτό τον τρόπο χρηματοδότηση της τελευταίας, της οποίας η μετοχή απέκτησε υψηλή εμπορευσιμότητα, που οδήγησε στην αύξηση της τιμής της, η οποία ανήλθε κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000 μέχρι το ποσό των 16,01 ευρώ, χρόνο κατά τον οποίο οι κύριοι μέτοχοι της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" κατηγορούμενοι Χ2, Χ1, Χ7 και ο, υπό τον κατηγορούμενο Χ6, Όμιλος "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" -προέβησαν σε ευρείας κλίμακα πώληση των μετοχών τους, προκειμένου να πετύχουν, όπως είχαν προσχεδιάσει, την χρησιμοποίηση των έτσι αντληθέντων κεφαλαίων προς όφελος του Ομίλου "ΚΛΩΝΑΤΕΞ", στην εξαγορά εταιρειών του οποίου προέβησαν, διαθέτοντας το μεγαλύτερο ποσοστό της αύξησης. Έτσι μετά την 30.6.2000, εξαγόρασαν το 100% της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΡΟΔΟΠΗΣ ΑΕ" αντί του ποσού των 11.100.000.000 δραχμών, δηλαδή 370.000 μετοχές, που ανήκαν στις εταιρείες "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" κατά ποσοστό 15%, "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" κατά ποσοστό 60% και "ΘΡΑΚΙΚΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ ΑΕ" κατά ποσοστό 25%, το 100% της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΑΕ" αντί του ποσού των 12.150.000.000 δραχμών, δηλαδή 450.000 μετοχές που ανήκαν στις εταιρείες "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" κατά ποσοστό 95% και "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" κατά ποσοστό 5%, μέσω του χρηματιστηρίου. Ακόμη, από την ημεροχρονολογία 10.5.2000 προέβησαν στην εξαγορά ποσοστού δεσπόζουσας θέσης την εταιρεία "FANCO ΑΕ" που έφθασε στο 23,89% του συνόλου των μετοχών της, αντί του ποσού των 11.272.562.979 δραχμών, ενώ από την 26.4.2000 από το ανωτέρω αντληθέν από την αύξηση του κεφαλαίου της ως εταιρείας ποσό, 3 δις δρχ. χορήγησαν ως έντοκο δάνειο στην εταιρεία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ" και από το εναπομείναν αδιάθετο ποσό τοποθέτησαν σε μετοχές (ποσό 1.588.663.750 δρχ.) και σε καταθέσεις όψεως (ποσό 343.246.794 δρχ.). Άμεση συνέπεια των μεθοδεύσεων τους αυτών ήταν να παρουσιάσει η εταιρεία "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" σημαντικές ζημίες ύψους 2.844.455.476 δραχμών κατά την εταιρική χρήση 2000, οι οποίες υπερέβαιναν το 20% του κύκλου εργασιών της, να απομειωθεί σημαντικά η χρηματιστηριακή αξία των από το άνω επενδυτικό κοινό αγορασθεισών μετοχών της, φθάνοντας στο ποσό των 0,91 ευρώ ανά μετοχή, και στη συνέχεια η εταιρεία αυτή να συγχωνευθεί με απορρόφηση από την εταιρεία ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ, μέλος του ως άνω Ομίλου, συγχώνευση που εγκρίθηκε με την Κ2-12267/28.9.2001 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, με αναδρομική ισχύ από 1.1.2001. Στις ως άνω αγορές δεν θα προέβαιναν οι μέτοχοι και το επενδυτικό κοινό αν γνώριζαν τα παραπάνω, ήτοι ότι ουδέποτε υπήρξαν διαπραγματεύσεις με την αλλοδαπή εταιρεία για λογαριασμό της "ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" και ότι το ποσό που αντλήθηκε από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είχε διατεθεί για σκοπούς άλλους από αυτούς που αναγράφονταν στο εγκριθέν από το ΧΑΑ ενημερωτικό δελτίο, γεγονός που δεν έφεραν σε γνώση αυτών (των επενδυτών), οι οποίοι συνέχιζαν να αντλούν πληροφόρηση μέσω του ως άνω δελτίου και κυρίως δεν είχε διατεθεί για επενδύσεις στο εξωτερικό, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί στις ανωτέρω πράξεις τους με σκοπό να αποκομίσει ο ΟΜΙΛΟΣ "ΚΛΩΝΑΤΕΞ" παράνομο περιουσιακό όφελος και έτσι κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, έβλαψαν την περιουσία των επενδυτών κατόχων των 15.329.500 μετοχών της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", που πεισθέντες στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις προέβησαν σε αθρόες αγορές μετοχών της ως άνω εταιρείας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο μηνυτής Ψ, που συμμετείχε στην προαναφερομένη αύξηση, αγοράζοντας 1.500 μετοχές προς 3.000 δραχμές ή 8,80 ευρώ ανά μετοχή, συνολικής αξίας 4.500.000 δραχμών και οι οποίοι, όταν τον Μάρτιο 2001 η μετοχή της "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" τέθηκε υπό επιτήρηση, αναγκάσθηκαν πλέον να διαπραγματεύονται την πώλησή της υπό περιορισμούς και υπό ειδικό καθεστώς διαπραγμάτευσης. Η ζημία δε που προξενήθηκε στους εν λόγω μετόχους και επενδυτές ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, υπερβαίνουσα το ποσό των 25.000.000 δρχ, (73.000 Ευρώ), και δη ανερχόμενη στο ποσό 120.949.755 ευρώ [δηλαδή 15.329.500 μετοχές Χ 7,89 (8,80 - 0,91 = 7,89) = 120.949.755 ευρώ]. Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, πληρούται η ποινική υπόσταση της διακεκριμένης απάτης κατά συναυτουργία, που τέλεσαν σε βάρος των επενδυτών της εταιρείας "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών στο ευρύτερο επενδυτικό κοινό, με τις παραστάσεις αυτές έπεισαν αυτούς να αγοράσουν τις νέες μετοχές αύξησης του κεφαλαίου της εταιρείας που εκπροσωπούσαν και ότι με αυτό τον τρόπο ζημίωσαν την περιουσία των επενδυτών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο παθών Ψ, με αντίστοιχο περιουσιακό αυτών όφελος, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 120.949.755 ευρώ, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, από πλευράς δε της υποκειμενικής του υπόστασης ότι οι κατηγορούμενοι τελούσαν εν γνώσει του ότι το γεγονός που παρέστησαν ήταν ψευδές και ότι τέλεσαν τις πράξεις αυτές με σκοπό να περιποιήσουν στην εταιρία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ" το παράνομο τούτο περιουσιακό όφελος, προβαίνοντας στην εξαγορά των κλωστηρίων της με τα χρήματα που παράνομα αποκόμισαν. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι δεν υφίσταται απάτη διότι α) δεν παρέστησαν ψευδή γεγονότα, αλλ' απλώς υποσχέθηκαν ότι θα προβούν σε διαπραγματεύσεις με οίκους του εξωτερικού προκειμένου να αποκτήσουν στρατηγική συμμετοχή σε μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο σε Χώρα της Ε.Ε. ή των ΗΠΑ, πράγμα που κατ' αυτούς δεν συνιστά γεγονός, β) ότι στράφηκαν στο επενδυτικό κοινό, οπότε δεν πρόκειται για παραπλάνηση και βλάβη συγκεκριμένων παθόντων, και γ) ότι δεν δικαιολογείται το παράνομο του περιουσιακού οφέλους που αποκόμισε η εταιρία "ΚΛΩΝΑΤΕΞ - ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ", δ) ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της περιουσιακής ζημίας των παθόντων και της ψευδούς παράστασης τους και δη η πλάνη των επενδυτών δεν αποτέλεσε το αποκλειστικό αποτέλεσμα της αγοράς των μετοχών, και ε) ότι δεν προσδιορίζεται το ποσό της ζημίας εκάστου παθόντα, είναι αβάσιμοι γιατί α) η παράσταση που έκαναν μέσω του Ενημερωτικού Δελτίου του ΧΑΑ προς το επενδυτικό κοινό ότι κατά το χρόνο της δημοσίευσης της αγγελίας τους για την αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με μεγάλο κλωστοϋφαντουργικό όμιλο που εδρεύει σε Χώρα της Ε.Ε ή των ΗΠΑ για την απόκτηση στρατηγικής σ' αυτόν συμμετοχής, που θα άλλαζε πλήρως τα οικονομικά μεγέθη της εταιρίας, (σε παραγωγή και σε κερδοφορία), συνιστά γεγονός, καθόσον αναφέρεται σε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, που έλαβε χώρα στο παρελθόν ή λαμβάνει χώρα στο παρόν και υποπίπτει στις αισθήσεις β) όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, ο παθών στην περίπτωση του εγκλήματος της απάτης μπορεί να είναι άγνωστο πρόσωπο και συνεπώς να μην κατονομάζεται και γενικά τα πρόσωπα που υπέστησαν τη βλάβη μπορεί να είναι άδηλα.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν απαραίτητο να κατονομάζονται οι συγκεκριμένοι επενδυτές που εξαπατήθηκαν. Ανεξάρτητα όμως αυτού, στο εκκαλούμενο βούλευμα δεν διαλαμβάνεται αορίστως ως εξαπατηθέν το κοινό, αλλά διαλαμβάνονται ως εξαπατηθέντες επενδυτές που προέβησαν κατά το χρονικό διάστημα (από την 3.2.2000 έως τον Νοέμβριο του έτους 2000), στην αγορά των νέων μετοχών της εταιρίας, οι οποίοι, παρόλο που δεν κατονομάζονται, πλην του Ψ, είναι οριστοί και παθόντες, κατά την έννοια του άρθρου 386 ΠΚ, γ) Το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν οι κατηγορούμενοι ως εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "Α. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", ανερχόμενο, κατά τα άνω εκτιθέμενα, στο ποσό των 120.949.755 ευρώ, συνίσταται στο ότι τούτο αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης των επενδυτών και αποκτήθηκε απ' αυτούς χωρίς νόμιμη δικαιολογητική αιτία, πράγμα που αντιστρατεύεται προς την ουσιαστική τάξη της κυριότητας [ΑΠ. 1795/2000 ΠοινΧρον ΝΒ/639, ΑΠ. 164/2001 ΠοινΧρον.ΝΑ 905]. Το ποσό τούτο προήλθε από την αθέμιτη διόγκωση -υπερτίμηση της τιμής των νέων μετοχών, την οποία πέτυχαν με τις αναφερόμενες στο βούλευμα ψευδείς παραστάσεις τους προς το επενδυτικό κοινό. Το γεγονός ότι το εκκαλούμενο βούλευμα αναφέρει ότι οι κατηγορούμενοι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις σκόπευαν να αποκομίσει παράνομο όφελος ο ΟΜΙΛΟΣ "ΚΛΩΝΑΤΕΞ", από τον οποίο εξαγόρασαν τα κλωστήρια των συνδεδεμένων με αυτόν κλωστοϋφαντουργικών ανωνύμων εταιριών, και δη των ανωνύμων εταιριών "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΝΑΟΥΣΗΣ ΑΕ" και "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΑΕ", δεν αναιρεί το παράνομο του προσπορισθέντος απ' αυτούς περιουσιακού οφέλους. Το γεγονός αυτό, της περαιτέρω δηλ. διάθεσης του παράνομου οφέλους που αποκόμισαν από τις πωλήσεις των νέων μετοχών, αναφέρεται πλεοναστικά και δεν αναιρεί την προηγούμενη προσπόρισή του. Ούτε πάλι υφίσταται καμία αντίφαση της αιτιολογίας από το γεγονός ότι το βούλευμα δέχεται ότι από τη διαδικασία της αυξήσεως του κεφαλαίου της εταιρίας "Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" και τις μεθοδεύσεις των εξαγορών που επακολούθησαν επήλθε ζημία της εταιρείας ύψους 3 δισεκατομμυρίων δρχ. δ) Ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και της πλάνης, καθώς και της περιουσιακής διάθεσης των συγκεκριμένων επενδυτών που αγόρασαν τις νέες μετοχές διαλαμβάνεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, αφού βεβαιώνεται σ' αυτό ότι οι συγκεκριμένοι επενδυτές παραπλανήθηκαν από τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και προέβησαν στην περιουσιακή διάθεση για την αγορά των νέων μετοχών, την οποία δεν θα διενεργούσαν, εάν έλειπε η περιγραφείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της απάτης δεν απαιτείται η πλάνη του απατηθέντος να υπήρξε η μοναδική αιτία της περιουσιακής διάθεσης (Α.Π. 200/1975 ΠοινΧρον. ΚΔ 429), δεδομένου ότι η ελαφρότητα ή η αμέλεια του θύματος στη δημιουργία της πλάνης, που δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα προσεκτικότερο ή συνετότερο άτομο, δεν αποκλείει την απάτη, αφού μάλιστα τα εν λόγω εύπιστα άτομα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προστασίας έναντι των δραστών της απάτης, των οποίων είναι εύκολα θύματα, (ΑΠ. 165/1985 Πχρ. ΛΕ/683, ΑΠ 537/1976 ΠοινΧρον ΚΖ 49, Μπουρόπουλος όρθρο 386 σ.77), ε) Όσον αφορά τον προσδιορισμό της βλάβης ενός εκάστου επενδυτή, επί περισσοτέρων παθόντων δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται το ποσό της ζημίας που αντιστοιχεί στον καθένα απ' αυτούς (ΑΠ 372/1994 ΠοινΧρον.ΜΔ 511). Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι η αλματώδης αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των μετοχών των εισηγμένων στο "Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών" (ΧΑΑ) εταιρειών, κατά τα έτη 1998-2000 είχε ως αποτέλεσμα και την εμφάνιση εκφυλιστικών φαινομένων, σύμφωνα με τα οποία ορισμένοι επιτήδειοι κερδοσκόποι, γνώστες της λειτουργίας του χρηματιστηρίου, δια απατηλών συμπεριφορών, όπως στην προκειμένη υπόθεση, με υποτιθέμενες εξαγορές ή συγχωνεύσεις εταιρειών, με αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου το προϊόν των οποίων στη συνέχεια διασπάθισαν και με κάθε είδους παρεμβάσεις στη διαδικασία αγοράς - πώλησης μετοχών, πέτυχαν να επηρεάσουν την εμπορευσιμότητά τους και να ανεβάσουν τις τιμές τους, κερδίζοντας δισεκατομμύρια από την πώληση των υπερτιμημένων μετοχών, που είχαν στην κατοχή τους. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκαν μετοχές η "χρηματιστηριακή" τιμή των οποίων ήταν τόσο διογκωμένη σε σχέση με την πραγματική τους αξία, ώστε με την πτώση του γενικού δείκτη τιμών στα επίπεδα του Β εξαμήνου του έτους 2000, η αξία τους να καταστεί μηδαμινή, με αποτέλεσμα να εξανεμισθούν τα χρήματα του επενδυτικού κοινού, που παραπλανήθηκε από τις ενέργειες και προέβη στην αθρόα αγορά μετοχών αυτού του είδους και να θησαυρίσουν οι επιτήδειοι". Με τις άνω παραδοχές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 386 του ΠΚ. Συγκεκριμένα, ενώ δέχεται ότι η κάλυψη της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Κ. ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" κατά το ποσό των εξήντα δισεκατομμυρίων δραχμών, δηλαδή η αγορά των νέων μετοχών από τους παλαιούς μετόχους και μέσω του ΧΑΑ έγινε κατά το χρονικό διάστημα από 21-02-2000 έως το Νοέμβριο του 2000 στην τιμή των 8,80 ευρώ ανά μετοχή, η δε αξία εκάστης μετοχής εμφάνισε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2000 αύξηση της τιμής της και έφτασε στο ποσό μάλιστα των 16,01 ευρώ, εν αντιθέσει με το επικυρωθέν από αυτό πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο δέχτηκε ότι η αγορά των μετοχών αυτών έγινε από 21-02-2000 έως 21-03-2000 στην τιμή αυτή, και εν συνεχεία ακολούθησε πτώση της τιμής της, δέχεται στη συνέχεια ότι η αξία της κατά το Μάρτιο του 2001 ανήρχετο στο ποσό του 0,91 ευρώ. Έτσι, εν όψει του ότι δέχεται ότι εκάστη μετοχή αγοράστηκε από το επενδυτικό κοινό αντί 8,80 ευρώ, εν συνεχεία αυξήθηκε στο ποσό των 16.01 ευρώ και εφ' εξής παρουσίασε πτώση στο 0.91 ευρώ χωρίς να προσδιορίζει μάλιστα το χρόνο της πτώσεως αυτής και βάσει της διαφοράς της τιμής αγοράς (8,80 ευρώ) και της τελευταίας (0,91 ευρώ) προσδιορίζει ότι η ζημία των επενδυτών για τις 15.329.5000 μετοχές που αυτοί κατείχαν κατά το Μάρτιο του 2001 ανήλθε στα 120.949.755 ευρώ, δεν δικαιολογεί γιατί η ζημία αυτών είναι άμεση και αποκλειστική συνέπεια της παραπλάνησης τους ως κατά το νόμο απαιτείται, αλλά αντιθέτως το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται την κατακόρυφη άνοδο της αξίας της μετοχής και την εν συνεχεία πτώση της, γεγονότα που συνδέονται με την διακύμανση του δείκτη του ΧΑΑ, ήτοι με μεταγενέστερα γεγονότα. Περαιτέρω, ενώ δεν κάνει σκέψη ότι η πραγματική αξία της μετοχής των 8,80 ευρώ δεν ήταν αυτή αλλά ούτε ότι ήταν μικρότερη κατά το χρόνο της διάθεσης, οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος, περί ζημίας των επενδυτών, δεν δικαιολογεί ότι η επελθούσα κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα ζημία και στην περίπτωση που επήλθε σε χρόνο μεταγενέστερο της αγοράς δεν οφείλεται σε άλλα περιστατικά όπως στην προσδοκία μεγαλύτερου κέρδους λόγω αύξησης, ή στην εν τω μεταξύ επελθούσα γενική πτώση των μετοχών ή άλλους παράγοντες. Η εκ της παραπλανήσεως αμεσότητα και αποκλειστικότητα της ζημίας δηλαδή μπορεί να συνδέεται με το πραγματικό ή μη της τιμής κτήσεως της μετοχής και όχι με τη διαμόρφωση αυτής από μεταγενέστερα ευμενή ή δυσμενή γεγονότα εν όψει μάλιστα των αυξομειώσεων του δείκτη του ΧΑΑ και μάλιστα με τον προσδιορισμό αυτής κατά το Μάρτιο του 2001, όταν αυτή είχε πέσει, μετά τη ραγδαία αύξηση της στα 16,01 ευρώ, στο ποσό του 0,91 ευρώ, δοθέντος ότι, ως ελέχθη, το αν επήλθε ή όχι ζημία θα πρέπει να κριθεί κατά το άχρονο αγοράς των μετοχών από τους επενδυτές και όχι σε χρόνο μεταγενέστερο αυτής, οπότε η μεταγενέστερη μείωση της από άλλους λόγους που δεν αποκλείστηκαν από το προσβαλλόμενο βούλευμα όπως επεβάλετο και που τυχόν ανάγονται στη φύση της λειτουργίας του χρηματιστηρίου, την ψυχολογία των επενδυτών, την αλλαγή των οικονομικών δεδομενων, κλπ υφίσταται έμμεσο πλέον αποτέλεσμα ποινικώς αδιάφορο ως αντικειμενικό στοιχείο απάτης. Περαιτέρω, ενώ το βούλευμα αυτό δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν απατηλά με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ" που συνίσταται, κατά τις παραδοχές του, στο τίμημα που αυτή ("ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ") εισέπραξε από την πώληση στην εταιρεία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Κ. ΔΟΥΛΟΣ ΑΕ" των αναφερομένων εταιρειών της, δεν αιτιολογεί το παράνομο της πράξεως των κατηγορουμένων αφού "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ" είχε νόμιμη αξίωση προς καταβολή του τιμήματος, το οποίο εξάλλου δεν χαρακτηρίζεται ως μη εύλογο, μη προσήκον και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματική αξία των πωληθεισών εταιρειών του ομίλου "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ". Εξάλλου κατά τις παραδοχές του βουλεύματος προκύπτει ασάφεια και αντίφαση σε σχέση με τους αποκομίσαντες παράνομο όφελος αφού αλλού δέχεται ότι παράνομο όφελος απέκτησε η "ΚΛΩΜΑΤΕΞ ΑΕ" και αλλού η "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ" και οι κατηγορούμενοι. Πλέον τούτων το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχτηκε ότι το όφελος που επεδίωξαν να προσπορίσουν οι κατηγορούμενοι στην "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ" προήρχετο από την περιουσία των παθόντων, κατόχων των 15.329.500 μετοχών κατά το Μάρτιο του 2001, ενώ παράλληλα δέχτηκε ότι το τίμημα το κατέβαλαν οι κατηγορούμενοι στην "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ" για την αγορά από αυτήν των αναφερομένων εταιρειών με τις άνω ιδιότητές τους ήτοι για λογαριασμό της "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΔΟΥΔΟΣ ΑΕ", με αποτέλεσμα μεταξύ του περιουσιακού οφέλους της "ΚΛΩΝΑΤΕΞ ΑΕ" και της περιουσιακής βλάβης των επενδυτών να μην υπάρχει η απαιτούμενη κατά το νόμο υλική ταυτότητα ή αντιστοιχία που απαιτείται για την ύπαρξη σκοπού παρανόμου οφέλους αναγκαίου για την υποκειμενική υπόστασης του εγκλήματος της απάτης. Επομένως, οι προβαλλόμενοι με όλες τις αιτήσεις λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 του ΠΚ και εκ πλαγίου παραβίασης αυτής είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο για νέα κρίση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το 22/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο (Συμβούλιο Εφετών Αθηνών), που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή