Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1109 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Κληρονομία , Παραγραφή αξιώσεων.




Περίληψη:
Πλασματική αποδοχή κληρονομίας. Ακύρωση λόγω πλάνης που οφείλεται σε άγνοια των σχετικών νομικών κανόνων. Εξάμηνη παραγραφή του δικαιώματος για ακύρωση, από την επόμενη ημέρα της αποδοχής (παρέλευση προθεσμίας αποποιήσεως), επί δε εξακολουθητικής πλάνης, από την πάροδο της καταστάσεως αυτής (άρση της πλάνης). Αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 1β, 8, 10, 11 και 19 Κ.Πολ.Δ.. Ανέλεγκτη η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και αρ. αρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει Εφ. Λαρ. 549/2011).




Αριθμός 1109/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ν. του Σ., 2) Π. συζ. Γ. Ν., το γένος Η. Κ., και 3) Μ. Ν. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Πιστιόλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικoύ διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", η άδεια της οποίας έχει ανακληθεί και έχει τεθεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ-Αικατερίνη Γρατσία-Πλατή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 549/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/3/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 18/4/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 1857 παρ. 2 του ΑΚ, η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο. Με βάση τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου, κατ' απόκλιση από τις γενικές διατάξεις, κατά τις οποίες το δικαίωμα ακυρώσεως ακυρώσιμης δικαιοπραξίας αποσβέννυται μετά την πάροδο διετίας από της δικαιοπραξίας ή από της παρελεύσεως της πλάνης, απάτης ή απειλής, και σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο εικοσαετίας από της δικαιοπραξίας (ΑΚ 157), το δικαίωμα ακυρώσεως της αποδοχής της κληρονομίας, καίτοι κατά τη φύση του διαπλαστικό, υποβάλλεται σε εξάμηνη παραγραφή. Ο χρόνος της παραγραφής αρχίζει από την επομένη ημέρα της αποδοχής, επί δε πλασματικής αποδοχής, αποδοχής δηλαδή που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποιήσεως (άρθρ. 1857 παρ. 4 ΑΚ), από της παρελεύσεως της προθεσμίας αποποιήσεως. Αν όμως η πλάνη, η απάτη ή απειλή εξακολουθήσουν και μετά την αποδοχή, κατ' ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 157 εδ.β' και γ,' το εξάμηνο αρχίζει από τότε που παρήλθε η κατάσταση αυτή και σε κάθε περίπτωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από την αποδοχή. Εξάλλου οι λόγοι αναιρέσεως από τους αρ. 10 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το δικαστήριο δέχθηκε ουσιώδη πράγματα χωρίς απόδειξη, και ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμοι όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση του στα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου είναι επίσης αβάσιμος όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ή εμμέσως, με την παραδοχή πραγμάτων αντιθέτων προς τον ισχυρισμό αυτόν. Τέλος, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ., στην ίδια δε περίπτωση του ανελέγκτου της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου υπάγονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την έννοια του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όταν αναφέρονται στις αποδείξεις και στην εντεύθεν ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ενώ ο πρώτος από τους ανωτέρω λόγους (αρ. 19) δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών διατάξεων.
ΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως αποδεικνυόμενα από τα αναφερόμενα στην ίδια απόφαση αποδεικτικά μέσα: "Στις 8-1-2006, σε αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα στο 4.200 χλμ της επαρχιακής οδού Λάρισας -Φαρσάλων, κατόπιν συγκρούσεως του αριθ. κυκλ. ΡΙΝ - ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Α. Τ., και του αριθ. κυκλ. ΥΗ2-... αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Σ. Ν., με επιβαίνοντα τον Β. Α., σκοτώθηκαν οι δύο τελευταίοι. Ο Σ. Ν. απεβίωσε χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τους ενάγοντες, γονείς και αδερφή του, αντίστοιχα. Μετά το ατύχημα, κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας που είχε ασφαλίσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ. Ν. για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, ασκήθηκε η από 25-5-2006 (και με αριθμ. καταθ. 432/2006) αγωγή από τους αναφερομένους στο δικόγραφο της στενούς συγγενείς του θανατωθέντος στο ατύχημα, Β. Α., ο οποίος επέβαινε στο αυτοκίνητο του Σ. Ν., και η από 26-10-2006 (και με αριθμ. καταθ. 792/2006) αγωγή από τον Α. Τ., ο οποίος οδηγούσε το συγκρουσθέν με το αυτοκίνητό του όχημα. Με τις αγωγές αυτές, οι άνω ενάγοντες ισχυριζόμενοι ότι το προεκτεθέν ατύχημα ήταν συνέπεια της αμελούς συμπεριφοράς του θανόντος, Σ. Ν., ζήτησαν από την εναγομένη ασφαλιστική του εταιρία να τους καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, κατά τις στις εν λόγω αγωγές διακρίσεις, το συνολικό ποσόν των 518.454,25 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση των αγωγών αυτών. Κατόπιν αυτού και, ενόψει του ότι ο Σ. Ν. οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,25 %ο, με αποτέλεσμα την εξαίρεση από την ασφαλιστική του κάλυψη, βάσει όρου της μεταξύ τους ασφαλιστικής συμβάσεως, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία άσκησε κατά των εναγόντων, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμων τούτου, την από 4-11-2006 (και με αριθ. καταθ. 923/2006) παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ζητώντας να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν τα ποσά που θα υποχρεωθεί να καταβάλει ως αποζημίωση στους άνω ενάγοντες των κατ' αυτής κυρίων αγωγών, σε περίπτωση ευδοκιμήσεώς τους. Προ της 11-1-2007 που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες η ανωτέρω αγωγή, και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της 8-1-2006, που επήλθε ο θάνατος του Σ. Ν., και της 22-5-2006, οι ενάγοντες δεν είχαν γνώση για την ύπαρξη οφειλών εκ μέρους του προς τρίτους. Έτσι, ενόψει και του γεγονότος ότι δε διέθετε περιουσία άλλη από το αυτοκίνητο που οδηγούσε κατά το ανωτέρω ατύχημα και καταστράφηκε ολοσχερώς, ουδόλως ενδιαφέρθηκαν για την κληρονομία του, με συνέπεια να παραμελήσουν την τετράμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 1847§1α του ΑΚ, για την αποποίηση αυτής, και να θεωρείται πλέον, κατά πλάσμα του νόμου, ότι την έχουν αποδεχθεί από 8-5-2006 που παρήλθε άπρακτη η εν λόγω προθεσμία. Τούτο, λόγω άγνοιας των νομικών διατάξεων για την ύπαρξη της άνω προθεσμίας και την έννομη συνέπεια από την πάροδο αυτής άπρακτης, οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν το πρώτον μεταγενέστερα και δη στις 22-5-2006, από υπάλληλο της "ΕFG ΕURΟΒΑΝΚ-ΕRGASΙΑS ΑΕ" που τηλεφώνησε στην οικία τους, η οποία, αξιώνοντας για λογαριασμό της εν λόγω Τράπεζας την πληρωμή ανεξόφλητων δόσεων δανείου, ύψους 15.000 ευρώ, που είχε λάβει ο θανών από την τελευταία, για την αγορά του άνω κατεστραφέντος στο ατύχημα αυτοκινήτου του, τους ενημέρωσε ότι ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος κληρονόμησαν και το ανωτέρω χρέος του και ότι για την απαλλαγή τους από αυτό έπρεπε να αποποιηθούν την κληρονομία του εμπροθέσμως. Εξάλλου, και αν ήθελε υποτεθεί ότι η άνω υπάλληλος δεν ανέφερε στους ενάγοντες για την ύπαρξη της 4μηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 1847§1α του ΑΚ, περί αυτής αυτοί σε κάθε περίπτωση πληροφορήθηκαν από έχοντες νομικές γνώσεις του οικείου περιβάλλοντός τους, στους οποίους προσέτρεξαν θορυβηθέντες όταν έμαθαν για το άνω χρέος του κληρονομουμένου που επήχθη σ' αυτούς εξ' αδιαθέτου. Και τούτο δεδομένου ότι σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως και συζύγου της τρίτης των εναγόντων, Γ. Α., υπήρχαν στο οικείο περιβάλλον τους τέτοια πρόσωπα, και ειδικότερα η δικηγόρος Αθηνών, Υ. Κ., και ο ασφαλιστής του εν λόγω μάρτυρος, στους οποίους είχαν απευθυνθεί για να ενημερωθούν σε σχέση με τις ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να προβούν για την τύχη της κληρονομίας του αποβιώσαντος. Έτσι, σε μια ύστατη προσπάθεια για να άρουν τις έννομες συνέπειες της πλασματικής αποδοχής που συνάγεται από την παραμέληση της άνω προθεσμίας για αποποίηση της κληρονομίας του θανόντος, προκειμένου να φανεί έστω και έμμεσα η άγνοιά τους για την ύπαρξη της εν λόγω προθεσμίας, προφανώς κατόπιν συνδρομής δικηγόρου, προσήλθαν διαδοχικά, και δη στις 25-5-2006, η τρίτη, στις 30-5-2006, η δεύτερη και την 1-6-2006, ο πρώτος, και προέβησαν ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας σε εκπρόθεσμη δήλωση αποποιήσεως της κληρονομιάς του θανόντος, Σ. Ν.. Ενόψει δε του ότι γνωστοποιήθηκε στον άνω Γραμματέα ο χρόνος του θανάτου του κληρονομουμένου για να περιληφθεί στην οικεία έκθεση (βλ. τις με αριθμ. 228/25-5-2006, 229/30-5-2006 και 231/1-6-2006 εκθέσεις αποποιήσεως των εναγόντων ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας) οπωσδήποτε τους επισημάνθηκε από τον τελευταίο το εκπρόθεσμο της δηλώσεως αποποιήσεως. Εξάλλου, ναι μεν οι δύο πρώτοι των εναγόντων ήταν απόφοιτοι του δημοτικού σχολείου και είχαν ελλιπή μόρφωση, η τρίτη, όμως, των εναγόντων ήταν φιλόλογος και συνεπώς δεν δικαιολογείται από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική μετά την ενημέρωσή της από την ανωτέρω υπάλληλο της Τράπεζας ότι κληρονόμησε χρέος του αποβιώσαντος, να μην επιδίωξε να ενημερωθεί για το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας, και εντεύθεν για την τύχη του κληρονομικού της δικαιώματος, τη στιγμή που υπήρχε η ευχέρεια προς τούτο, τόσο από το οικείο της περιβάλλον που προαναφέρθηκε, όσο και από το Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λάρισας, ενώπιον του οποίου προέβη στην αποποίηση της κληρονομίας, ο οποίος μπορούσε να την πληροφορήσει τόσο για την ύπαρξη της προθεσμίας αποποιήσεως όσο και για τις έννομες συνέπειες της παρελεύσεως αυτής άπρακτης.
Συνεπώς, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι οι ενάγοντες την 22-5-2006 και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 1-6-2006 που προέβη και ο τελευταίος από αυτούς στην άνω δήλωση περί αποποιήσεως της κληρονομίας του θανόντος, είχαν διαπιστώσει την πλάνη τους και πλέον γνώριζαν ότι είχαν απωλέσει, λόγω άγνοιας περί το δίκαιο, την 4μηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 1847 παρ. 1α ΑΚ, ότι συνεπεία τούτου θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι αποδέχθηκαν την κληρονομία και ότι η δήλωση αποποιήσεως στην οποία προέβησαν, ήταν εκπρόθεσμη και εξ' αυτού άκυρη ..."). Μετά από αυτά και κατά παραδοχήν της ειρημένης ενστάσεως της εξάμηνης παραγραφής του άρθρου 1857 παρ. 2 του ΑΚ που είχε προτείνει η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν να κηρυχθεί άκυρη λόγω πλάνης η εκ μέρους τους πλασματική (σιωπηρή) αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος ως άνω Σ. Ν. που συνάγεται από την παραμέληση της τετράμηνης προθεσμίας για την αποποίησή της.
ΙΙΙ. Με τους πρώτον και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αρ. 10 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ οι αναιρεσείοντες, αναφερόμενοι στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου περί της γνώσεώς τους τουλάχιστον από την 1-6-2006 του δικαιώματός τους να αποποιηθούν την κληρονομία και την τετράμηνη προς τούτο προθεσμία που τάσσει ο νόμος και της εντεύθεν εξάμηνης παραγραφής της αγωγής τους μέχρι την επίδοσή της στην εναγομένη (24-4-2007), υποστηρίζουν ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα πραγματικά αυτά περιστατικά χωρίς απόδειξη, ενώ από την κατάθεση του μάρτυρά τους, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, προκύπτουν τα αντίθετα. Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη (ανωτ. υπό Ι) οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου, ως λόγοι μεν από το άρθρο 559 αρ. 10 και 11 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι, αφού από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κατά τα ανωτέρω κρίση του στηριζόμενο στα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι ,μεταξύ των οποίων και η προρρηθείσα μαρτυρική κατάθεση, την οποία και έλαβε υπόψη το Εφετείο, ως αναφερόμενοι δε στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου οι ίδιοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Από τις ίδιες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων για την προβληθείσα άγνοια, μέχρι την άσκηση της αγωγής, εκ μέρους τους, της προθεσμίας αποποιήσεως της κληρονομίας και των συνεπειών της παραμελήσεως της προθεσμίας αυτής. Επομένως και ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, επικαλούμενοι περαιτέρω την κατάθεση του μάρτυρά τους, είναι αβάσιμος, κατά τα λοιπά δε απαράδεκτος, κατά την ίδια, προαναφερθείσα, διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος απαράδεκτος, κατά την ίδια διάταξη, είναι και ο τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 1β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προσβάλλεται αληθώς η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού τα φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, απλά χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ίδιος δε λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, αφού υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου (ανωτ. υπό ΙΙ) το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα περί παραγραφής του ένδικού δικαιώματος των αναιρεσειόντων και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ειρημένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1857 και 157 του ΑΚ, απαραδέκτως κατά τα λοιπά στρεφόμενος και ο λόγος αυτός κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2012 αίτηση των Γ. Ν. κ.λ.π για αναίρεση της υπ' αριθμ. 549/2011 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή