Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 55 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αλλοδαπού απέλαση, Ποινής αναστολή, Πλάνη νομική.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για παράβαση του άρθρου 99 §§ 2, 3 και 4 ΠΚ και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών αυτών ποινικών διατάξεων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είχε απελαθεί δικαστικά και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται και η απόφαση, με την οποία είχε διαταχθεί η απέλαση, καθώς και η ποινή που είχε επιβληθεί. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί συγγνωστής νομικής πλάνης.




ΑΡΙΘΜΟΣ 55/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δουβαρά, περί αναιρέσεως της 575/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Με συγκατηγορούμενους τους: 1. ... και 2. ....

Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 955/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 99§§ 2, 3 και 4 ΠΚ, όπως ισχύουν, "αν αλλοδαπός, στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο, καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλασή του από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επ` αόριστο αναστολή της εκτέλεσης της ποινής κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου και των άρθρων 100 έως 102 του παρόντος Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση (§2). Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα ανωτέρω, μπορεί να επιστρέφει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παρατείνεται. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Έλληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής. Η πιο πάνω απόφαση λαμβάνεται μετά από γνώμη του κατά το άρθρο 74 παράγραφος 3 τριμελούς συμβουλίου (§3). Ο αλλοδαπός της προηγούμενης παραγράφου, που εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον δύο ετών, η οποία δεν αναστέλλεται με κανέναν τρόπο και εκτελείται αθροιστικώς με την ανασταλείσα ποινή (§4)". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παρ. 4 του άρθρ. 99 ΠΚ απαιτείται ο αλλοδαπός δράστης να έχει απελαθεί δικαστικά (σε εκτέλεση, δηλαδή, δικαστικής αποφάσεως) και να εισέρχεται ή να επιχειρεί να εισέλθει στη Χώρα παράνομα, δηλαδή χωρίς να έχει εκδοθεί προηγουμένως απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί συγγνωστής νομικής πλάνης του άρθρου 31§2 ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 575/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, Αλβανό υπήκοο, παραβάσεως του άρθρου 99 του ΠΚ, πράξη που τέλεσε με την ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτίων, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 3 μηνών, ανασταλείσα επ` αόριστον, ώστε να εκτελεσθεί άμεσα η ποινή της απελάσεώς του, την οποία διέταξε με την αυτή απόφαση. Η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, στο ότι αυτός, στις ...στην περιοχή ..., αν και είχε καταχωρηθεί στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών και είχε απελαθεί δικαστικά από την Ελλάδα, επέστρεψε στη Χώρα, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης και την πάροδο πενταετίας από την απέλασή του. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Στις ...εισήλθαν από την Αλβανία στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας, από μη ελεγχόμενη (αφύλακτη) διάβαση της Ελληνοαλβανικής μεθορίου της περιοχής ...του Νομού ..., λαθραία, χωρίς δηλαδή να υποβληθούν προηγουμένως στις νόμιμες διατυπώσεις, οι Αλβανοί υπήκοοι: 1) Χ1(τρίτος κατηγορούμενος), 2) ... και 3) ..., καίτοι αυτοί, σύμφωνα με τις διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας, δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, καθόσον δεν κατείχαν κανονικά και με ισχύ διαβατήρια ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία να αναγνωρίζονται από διεθνείς συμβάσεις και δεν έφεραν, καίτοι απαιτούνταν, έγκυρες και με ισχύ θεωρήσεις εισόδου (άρθρα 3 και 5 νόμου 2910/2001). Στις ... και ώρα 16.00' περίπου, οι ανωτέρω αλλοδαποί, μετά από πεζοπορία, βρέθηκαν στην περιοχή .... Εκεί συναντήθηκαν με τους κατηγορούμενους αδελφούς, οι οποίοι, αφού τους επιβίβασαν στο ... ΕΙΧ αυτοκίνητο, ανέλαβαν να τους προωθήσουν, με το αυτοκίνητο αυτό, ως οδηγός ο πρώτος και συνοδηγός ο δεύτερος, στο εσωτερικό της χώρας και, ειδικότερα, να τους μεταφέρουν με το εν λόγω όχημα στην περιοχή των .... Πλην, όμως, ενώ οι κατηγορούμενοι κινούνταν με το παραπάνω όχημα, μεταφέροντας μ` αυτό, ως οδηγός ο πρώτος και συνοδηγός ο δεύτερος, τους παραπάνω Αλβανούς υπηκόους, στην Εθνική Οδό ..., με κατεύθυνση προς τα ..., στη διασταύρωση ...της εν λόγω εθνικής οδού, περί ώρα 16.30' της ανωτέρω ημεροχρονολογίας, έγιναν αντιληπτοί από άνδρες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ..., οι οποίοι και τους συνέλαβαν, μαζί με τους παραπάνω αλλοδαπούς που αυτοί μετέφεραν... Εξάλλου, ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχτηκε, ότι ο κατηγορούμενος αυτός, καίτοι από τις .... είχε απελαθεί δικαστικά από το έδαφος της Ελληνικής Επικρατείας και είχε επαναπροωθηθεί στην Αλβανία, είχε δε καταχωρηθεί στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών, ο οποίος τηρείται από το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και, ως εκ τούτου, δεν είχε δικαίωμα επανόδου στην Ελλάδα, χωρίς προηγούμενη απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και πάροδο πενταετίας αφότου απελάθηκε, αυτός, την ανωτέρω ημεροχρονολογία, κατελήφθη να έχει επανέλθει παράνομα στη Χώρα, χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που να του επιτρέπει την επιστροφή στην Ελλάδα και να έχει παρέλθει πενταετία από της απέλασής του. Ο τρίτος κατηγορούμενος προέβη στην παραπάνω ενέργειά του με δόλια προαίρεση, καθ' όσον αφενός μεν γνώριζε, ότι είναι καταχωρημένος στον ανωτέρω κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών, λόγω δικαστικής σε βάρος του απέλασης και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχει δικαίωμα επανόδου στην Ελλάδα, χωρίς να έχει παρέλθει πενταετία από την απέλαση του και να έχει εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που να του επιτρέπει την επιστροφή στην Ελλάδα και αφετέρου ήθελε, να επανέλθει στη Χώρα, καίτοι δεν είχε το δικαίωμα αυτό και απαγορευόταν η επάνοδος του, αφού ούτε πενταετία είχε παρέλθει, ούτε η απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που προαναφέρθηκε είχε εκδοθεί. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, πρωτίστως, όμως, στην ...σηματική αναφορά της Αστυνομικής Διεύθυνσης ..., η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και στην απολογία του ίδιου του τρίτου κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα πρακτικά του οποίου αναγνώστηκαν και με την οποία αυτός ομολογεί όλα τα ανωτέρω. Σύμφωνα μ' αυτά, ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της παραπάνω δεύτερης από τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται, δεδομένου ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασής της, τα οποία και προεξετέθησαν...Αντίθετα, αφού από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, ότι ο τρίτος κατηγορούμενος γνώριζε, ότι είχε απελαθεί δικαστικά από την Ελλάδα, ο ισχυρισμός του για νομική πλάνη του, ο οποίος στηρίζεται στην άγνοια από μέρους του του γεγονότος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία ".
Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 99 ΠΚ, για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 99§§2, 3 και 4 ΠΚ, που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων είναι αλλοδαπός (Αλβανός υπήκοος), ότι είχε αυτός απελαθεί από την Ελλάδα δικαστικά και ότι εισήλθε στη Χώρα παράνομα, δηλαδή χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης και χωρίς να έχει παρέλθει πενταετία από την απέλασή του. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται και ο αριθμός της δικαστικής αποφάσεως, με την οποία είχε διαταχθεί η απέλαση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ούτε η ποινή, που του είχε επιβληθεί, και είναι αρκετή η αναφορά ότι επρόκειτο για "δικαστική" απέλαση, προς διάκριση από τη "διοικητική" τοιαύτη, στην περίπτωση της οποίας δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη. Η αιτιολογία εκτείνεται και στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί νομικής πλάνης, η οποία συνίστατο στο ότι, επειδή, όταν καταδικάστηκε, ήταν ανήλικος, ναι μεν γνώριζε ότι στερείτο νομιμοποιητικών εγγράφων, αγνοούσε, όμως, δικαιολογημένα ότι του είχε επιβληθεί δικαστική απέλαση, αφού εκτίθεται στην απόφαση ότι γνώριζε αυτός ότι είχε απελαθεί δικαστικά, καθώς και από πού προέκυπτε η γνώση του αυτή. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (τόσο ως προς την τέλεση της πράξης, γιατί δεν αναφέρεται η απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε, η ποινή που του επιβλήθηκε, αν είχε διαταχθεί η επ` αόριστον αναστολή της ποινής του και η απέλασή του, αν από την έκδοση της αποφάσεως εκείνης έχει παρέλθει πενταετία και αν δεν του έχει επιτραπεί η είσοδος με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, όσο και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί νομικής πλάνης) και για εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 99§§2, 3 και 4 ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση ότι η απόφαση δεν αναφέρει αν η εκφρασθείσα γνώση του για την παράνομη είσοδό του στο Ελληνικό έδαφος αναφερόταν στην παράβαση του ν. 50§1 ν. 2910/2001, για την οποία αθωώθηκε λόγω φαινομένης κατ` ιδέαν συρροής με την παράβαση του άρθρου 99§§2, 3 και 4 ΠΚ, ή στην τελευταία, είναι αβάσιμη, καθόσον, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η γνώση του αναιρεσείοντος ότι εισήλθε παράνομα στη Χώρα αναφερόταν και στην παράβαση για την οποία καταδικάσθηκε, αφού γίνεται, με σαφήνεια, δεκτό ότι γνώριζε αυτός ότι είχε απελαθεί δικαστικά.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Απριλίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 3485/2009) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 575/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ