Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 997 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Μη συνειδητή αμέλεια. Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Αναιρεί απόφαση. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη.




Αριθμός 997/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βαγιανό, για αναίρεση της με αριθμό 3.956/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουνίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.152/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται, ότι όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δε θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (μη συνειδητή), απαιτείται, αντικειμενικά μεν να προκληθεί σωματική βλάβη σε άλλον, υποκειμενικά δε να διαπιστωθεί αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική, αφετέρου να διαπιστωθεί ότι είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί αντικειμενικά σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί κατ' αρχή η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά. Ωστόσο πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά για να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά στη διάταξη αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 του Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεως της πράξεως, κατά δε το άρθρο 113 παρ.1 του ιδίου Κώδικος, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι, όμως, πέρα από τα τρία έτη για τα πλημμελήματα. Ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως είναι αναγκαίος, εκτός άλλων και για τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής, όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, διαφορετικά η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος, και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να κρίνει για την παραγραφή ή μη της πράξεως και έτσι παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεις και ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ. του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Τέλος από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτές των άρθρων 370 στοιχ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη με αριθμό 3956/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετίαν, για σωματική βλάβη από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 18-6-1999 και περί ώρα 00.30, ο κατηγορούμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο στη λεωφόρο ......- ......, με κατεύθυνση προς ......, κινιόταν στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου, πλησίον της διαχωριστικής λωρίδας, έφθασε στο ύψος του 42ου χιλιομέτρου της λεωφόρου. Εκεί η λεωφόρος έχει πλάτος 15,80 μ., με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. Η ορατότητα δεν περιορίζεται, υπάρχει πινακίδα που δηλώνει ότι δεξιά υπάρχει χώρος, που επιτρέπεται η στάθμευση και το ανώτατο όριο ταχύτητας ρυθμίζεται με πινακίδα Π-32, δηλαδή 60 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο και στον ίδιο τόπο ο Α οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εξήλθε από το χώρο σταθμεύσεως, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων, που εκινούντο επί της λεωφόρου και χωρίς να χρησιμοποιήσει τους δείκτες αλλαγής κατευθύνσεως, με αριστερό ελιγμό διέσχισε κάθετα τη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ......, στη συνέχεια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα του ίδιου ρεύματος, επιχειρώντας με αναστροφή να εισέλθει στο ρεύμα προς ......, αποκλείοντας έτσι την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου. Αποτέλεσμα αυτών ήταν η σύγκρουση των δύο οχημάτων και η πρόκληση στον Α των σωματικών κακώσεων που αναφέρονται στο διατακτικό. Για το ατύχημα αυτό υπάρχει αμέλεια και του κατηγορουμένου. Ειδικότερα η αμέλεια του συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, που βρίσκεται κάτω από παρόμοιες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του αυτοκινήτου του προ ενδεχόμενου κινδύνου, αλλά κινιόταν με υπερβολική ταχύτητα ανάλογα με τις περιστάσεις [νύχτα, χώρος επιτρεπόμενης σταθμεύσεως] που ξεπερνούσε το όριο των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του. Η ταχύτητα του κατηγορουμένου δεν προσδιορίζεται στα έγγραφα της τροχαίας που αναγνώστηκαν εξαιτίας ιχνών πεδήσεως. Όμως από το μέγεθος των ζημιών των οχημάτων, που περιγράφονται στην έκθεση του τροχαίου ατυχήματος, την πορεία που ακολούθησαν και την τελική θέση τους μετά τη σύγκρουση, καθώς και την έκθεση του τεχνολόγου μηχανικού οχημάτων ......, που αναγνώστηκε, η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο κατηγορούμενος πλησίαζε τα 140 χιλιόμετρα ανά ώρα. Έτσι δεν αντιλήφθηκε, εγκαίρως, από απόσταση 60 μέτρων, που είχε ορατότητα και δυνατότητα να αντιληφθεί, αλλά από μικρή απόσταση περίπου πέντε μέτρων, το αυτοκίνητο του παθόντος να κινείται κάθετα στο ρεύμα πορείας του, δεν πραγματοποίησε πέδηση, ούτε ανέκοψε την ταχύτητα του, ούτε έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, παρά το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα, αφού δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή κίνηση άλλων οχημάτων με κατεύθυνση προς ...... [άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ.1, 17 παρ.6 και 19 παρ.1 ν 2606/1999]. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "Στο ...... στις 18-6-2000 από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του και συγκεκριμένα: οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ και βαίνοντας με αυτό στην παραλιακή λεωφόρο ......-...... με κατεύθυνση προς ......, στο ύψος του 42ου χιλιομέτρου της άνω οδού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να διακόψει την πορεία του προ ενδεχόμενου κινδύνου και ακόμη δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή και μάλιστα περί τα 140 χιλιόμετρα ανά ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί από απόσταση εξήντα μέτρων το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α και το οποίο, προερχόμενο από χώρο επιτρεπόμενης σταθμεύσεως, είχε εξέλθει καθέτως στο ρεύμα πορείας αυτού {κατηγορουμένου}, προκειμένου να στρίψει αριστερά προς Αθήνα και να συγκρουστούν τα δύο αυτοκίνητα. Από τη σύγκρουση ο Α υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα αυχενικής μοίρας, σπονδυλικής στήλης, ρήξη διαφράγματος, πνευμονοθώρακα και κάταγμα δεξιάς μνήμης.". Έτσι, όμως που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στερείται δε και νόμιμης βάσης, συνεπεία αντιφάσεων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε σχέση με το διατακτικό. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, 1) ο παθών Α εξήλθε από το χώρο σταθμεύσεως, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων, που εκινούντο επί της λεωφόρου και χωρίς να χρησιμοποιήσει τους δείκτες αλλαγής κατευθύνσεως, με αριστερό δε ελιγμό διέσχισε κάθετα τη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας προς ...... και στη συνέχεια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα του ίδιου ρεύματος, επιχειρώντας με αναστροφή να εισέλθει στο ρεύμα προς ......, παράνομα, αφού στο σημείο εκείνο η λεωφόρος έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, που χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή, αποκλείοντας έτσι την πορεία του οχήματος του κατηγορουμένου, 2) ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του και έβαινε με ταχύτητα 140 χιλιομέτρων την ώρα και έτσι δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως από απόσταση 60 μέτρων, που είχε ορατότητα και δυνατότητα να αντιληφθεί, αλλά από μικρή απόσταση περίπου πέντε μέτρων το αυτοκίνητο του παθόντος να κινείται κάθετα στο ρεύμα πορείας του, δεν πραγματοποίησε πέδηση, ούτε ανέκοψε την ταχύτητα του, ούτε έκανε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα, αφού δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή κίνηση άλλων οχημάτων με κατεύθυνση προς το ......, 3) αποτέλεσμα των παραπάνω πράξεων και παραλείψεων ήταν ο τραυματισμός του παθόντος και 4) από έλλειψη της προσοχής του δεν προέβλεψε και στην συνέχεια δεν απέφυγε το παραπάνω αποτέλεσμα.
Συνεπώς προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στο ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν προέβλεψε τον τραυματισμό του παθόντος, από έλλειψη της προσοχής του και ειδικότερα εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία έβαινε, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως από ικανή απόσταση την απαγορευμένη κίνηση του παθόντος. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το Δικαστήριο με την απόφαση του δεν προσδιορίζει τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία θεμελιώνεται η δυνατότητα του κατηγορουμένου, ως μέσου συνετού οδηγού, να προβλέψει και πολύ περισσότερο να αποφύγει την παράνομη συμπεριφορά του παθόντος, η οποία, εκδηλώθηκε με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται το σημείο στο οποίο βρισκόταν το αυτοκίνητο του παθόντος, όταν ο κατηγορούμενος οδηγώντας το αυτοκίνητο του βρισκόταν σε απόσταση 60 μέτρων, ώστε να προβλέψει ότι εξ αιτίας της, κατ' εκείνη τη στιγμή, θέσης και πορείας του θα συνέχιζε αυτήν παράνομα και θα απέκοπτε τη δική του πορεία με αναγκαίο επακόλουθο τη σύγκρουση των αυτοκινήτων. Περαιτέρω δεν αιτιολογείται η παραδοχή ότι, ενώ υπήρχε ορατότητα εξήντα μέτρων, η υπερβολική ταχύτητα με την οποία δέχεται ότι έβαινε ο κατηγορούμενος εμπόδισε την ορατότητα του, ώστε να το αντιληφθεί μόνο από απόσταση πέντε μέτρων, παραδοχή η οποία, από μόνη της, αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και ακόμη δεν αιτιολογεί γιατί η υπερβολική ταχύτητα στη συγκεκριμένη περίπτωση τελεί, με τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, σε αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση των οχημάτων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια την οποία, κατά μεν το σκεπτικό τέλεσε την 18-6-1999, κατά δε το διατακτικό την 18-6-2000. Από τις παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού, αλλά και το περιεχόμενο των πρακτικών, δεν προκύπτει ποιά από τις παραπάνω ημερομηνίες οφείλεται σε παραδρομή και έτσι, αφενός μεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της πληττόμενης απόφασης ως προς το κρίσιμο, επί του προκειμένου, στοιχείο του χρόνου τέλεσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, αφετέρου δε δημιουργείται ασάφεια περί του ποιός είναι ο ακριβής χρόνος διάπραξής της και δεν είναι εφικτός, συνεπεία της προεκτεθείσας ασάφειας και αντίφασης, ο έλεγχος τυχόν παραγραφής της ή όχι, κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης από το δικαστήριο εκείνο, δοθέντος ότι, αν ο πραγματικός χρόνος είναι εκείνος που αναφέρεται στο σκεπτικό ήδη είχε παραγραφεί, αφού είχε περάσει χρονικό διάστημα τουλάχιστον οκτώ ετών από την τέλεση της. Επομένως η πληττόμενη απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και έλλειψης νόμιμης βάσης κατ' ακολουθίαν δε είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περίπτωση όμως παραπομπής της υπόθεσης για εκ νέου εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση αυτή δεν συντρέχει, γιατί από την 18-6-2000 (νεότερο χρόνο), κατά την οποία, σύμφωνα με το διατακτικό, τελέσθηκε η παραπάνω πράξη μέχρι την εκδίκαση της κρινομένης αναιρέσεως παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, με αποτέλεσμα η πράξη να έχει παραγραφεί.
Συνεπώς, μετά την ουσιαστική βασιμότητα των παραπάνω λόγων αναιρέσεως και τη διαπίστωση της παραγραφής της πράξεως μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή (άρθρο 511 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 3.956/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και

Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, την οποία φέρεται ότι τέλεσε την 18-6-2000, στο ......, σε βάρος του Α.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή