Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1430 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Υπεξαγωγή εγγράφων, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υπεξαγωγή εγγράφων. 1) Έλλειψη αιτιολογίας. 2) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. 3) Έλλειψη ακροάσεως. Απορρίπτει αναίρεση. Υπάρχει αιτιολογία. Δεν παραβιάσθηκαν ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ούτε ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα η ανάγνωση εγγράφων και το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το αίτημα. Απορρίπτει.





Αριθμός 1430/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή- Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Διαμαντή, περί αναιρέσεως της 808/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1950/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον ' Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ'αρ. 808/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και δύο (2 μηνών για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της υπεξαγωγής εγγράφων, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία "......" με έδρα τον ... Αττικής, είναι ναυτική εταιρεία νόμιμα συνεστημένη κατά τις διατάξεις του ν.959/1978 με έδρα τον .... Αττικής και πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού πλοίου "Γ1". Την 12η Μαΐου 2000, ο μέτοχος της εταιρείας αυτής και πολιτικώς ενάγων Ψ1 ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει το σύνολο των μετοχών της εταιρείας αυτής δηλαδή 2.000 ανώνυμες μετοχές, στον κατηγορούμενο Χ1 αντί του ποσού των 40.000.000 δραχμών καταβλητέου ως ακολούθως: α) δραχμές 5.000.000 μέχρι την 30-6-2000 β) δραχμές 10.000.000 μέχρι τις 30-10-2000 γ) δραχμές 10.000.000 μέχρι την 30-11-2000 δ) δραχμές 10.000.000 μέχρι την 30-12-2000 και ε) δραχμές 5.000.000 μέχρι την 30-5-2001. Προς εξασφάλιση των παραπάνω δόσεων ο κατηγορούμενος παρέδωσε στο μηνυτή και πολιτικώς ενάγοντα Ψ1 πέντε (5) επιταγές με τα ποσά των ανωτέρω δόσεων, οι οποίες είχαν εκδοθεί απ'αυτόν επί της Αγροτικής Τράπεζας με ημερομηνίες πληρωμής τις ημερομηνίες πληρωμής των δόσεων. Με το έγγραφο από ..., συμφωνητικό συμφωνήθηκε επίσης ότι σε περίπτωση που ο αγοραστής δεν καταβάλει τις ανωτέρω δόσεις τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες, ο πωλητής θα δικαιούται να εμφανίσει τις ανωτέρω στην πληρώτρια Τράπεζα και να ζητήσει την πληρωμή τους. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της πληρωμής των επιταγών ο αγοραστής ανέλαβε την υποχρέωση να προκαλέσει εντός δέκα πέντε (15) ημερών την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας του ....... δηλαδή επί ακινήτου εκτάσεως τεσσάρων (4) στρεμμάτων κειμένου στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ....... Κρήτης. Ορίσθηκε επίσης ότι, σε περίπτωση που δεν πληρωθεί οποιαδήποτε δόση του τιμήματος ή δεν εγγραφεί προσημείωση υποθήκης στο ανωτέρω ακίνητο από υπαιτιότητα του αγοραστή, ο πωλητής θα δικαιούται είτε να ζητήσει ολόκληρο το τίμημα και να εμφανίσει όλες τις επιταγές στην πληρώτρια Τράπεζα προς πληρωμή ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση οπότε θα δικαιούται να παρακρατήσει το μέχρι τότε καταβληθέν τίμημα ως αποζημίωση για την στέρηση της χρήσεως του πλοίου. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας "......" ανερχόταν σε 20.000.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 2.000 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών η κάθε μία, κάτοχος και κύριος των οποίων ήταν, όπως προαναφέρθηκε ο μηνυτής Ψ1. Κατά την υπογραφή του ως άνω συμφωνητικού, ο μηνυτής Ψ1 παρέδωσε στον κατηγορούμενο την κατοχή του σκάφους και στη συνέχεια με τα υπ'αριθ. ..... και .... ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Μαρίας Νάκου διόρισε τον κατηγορούμενο ειδικό πληρεξούσιό του προκειμένου να ενεργεί συναλλαγές για κάθε ζήτημα που συνδέεται με την αγορά, διαχείριση ή λειτουργία του πλοίου "........" νηολογίου Πειραιώς. Την 28-8-2000, λόγω μη πληρωμής της πρώτης δόσης του τιμήματος, ο μηνυτής υπανεχώρησε από τη σύμβαση πωλήσεως που τον συνέδεε με τον κατηγορούμενο και παράλληλα η ως άνω εταιρεία προέβη στην ανάκληση των παραπάνω πληρεξουσίων δυνάμει της υπ'αριθμ. ......πράξεως της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Νάκου. Η υπαναχώρηση από τη σύμβαση πωλήσεως έγινε με την από 22-8-2000 εξώδικη δήλωση, η οποία κοινοποιήθηκε στον κατηγορούμενο στις 28-8-2000. Από τότε (28-8-2000) παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του πολιτικώς ενάγοντος και παρά την υποχρέωσή του να επιστρέψει το πλοίο στην εταιρεία που εκπροσωπεί ο πολιτικώς ενάγων, αρνείται να επιστρέψει το πλοίο και παρακρατεί τούτο από πρόθεση παρανόμως εντάσσοντάς το άνευ νομίμου αιτίας στην ατομική του περιουσία, το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης αυτής, ύψους 40.000.000 δραχμών, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επίσης, ο κατηγορούμενος στον ως άνω τόπο και χρόνο και με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα με σκοπό να βλάψει τον εγκαλούντα Ψ1, στον ως άνω τόπο και χρόνο, απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και δη όλα τα ναυτιλιακά έγγραφα του ανωτέρω πλοίου, ασυμπλήρωτα τιμολόγια πωλήσεως και δελτία αποστολής της εταιρίας, το βιβλίο εσόδων-εξόδων καθώς και το βιβλίο transit του ανωτέρω πλοίου αν και οχλήθηκε για την άμεση απόδοσή τους. Πρέπει επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της υπεξαγωγής εγγράφων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 222 και 375 παρ.1 β' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με την πρόθεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να υπεξαιρέσει το ευρισκόμενο στην κατοχή του ξένο επιβατηγό πλοίο, με επωνυμία "Γ1" και να αποκρύψει τα ναυτιλιακά του έγγραφα, καθώς και η επιπρόσθετη βούλησή του να το ιδιοποιηθεί παράνομα και να βλάψει με την απόκρυψη των αναφερομένων ναυτιλιακών του εγγράφων του μηνυτή. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, καθόσον δι'αυτών πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος και τρίτος λόγοι της ένδικης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 364 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το Δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Β' και 170 παρ.2 του ΚΠΔ. Η έλλειψη, όμως, ακροάσεως, προϋποθέτει υποβολή γραπτής ή προφορικής αιτήσεως ή προτάσεως, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους με τη διαδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 145 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ανέγνωσε και περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα έγγραφα, παρόλο που υποβλήθηκε από τον ίδιο και το συνήγορό του σχετικό αίτημα, όπως η σύμβαση γυμνής ναύλωσης μακρού χρόνου επιβατηγού πλοίου, με ημερομηνία ..., καθώς και η από ... πρόσθετη πράξη αυτής, προκειμένου να αποδειχθεί ο ουσιώδης και καταλυτικός της κατηγορίας ισχυρισμός του, ότι πριν από την ανάκληση των πληρεξουσίων είχε ναυλώσει νόμιμα το πλοίο και επομένως δεν το είχε στην κατοχή του. 'Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν διατυπώθηκε από τον αναιρεσείοντα ή από το συνήγορό του σχετικό αίτημα περί αναγνώσεως και συνακόλουθα λήψης υπόψη των ως άνω εγγράφων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ο ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ.β' και 170 παρ.2 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αρ. 82/2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ'αρ. 808/20007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ