Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 699 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αναίρεση κατά απόφασής του, που απέρριψε ως απαράδεκτη, (εκπρόθεσμη) έφεση. Η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης από τον παράστανα στη συζήτηση συνήγορο και η άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 699/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., κατοίκου ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4317/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1739/2008.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 569/15.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αριθμ. 4317/2008 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την αριθμ. 2249/11-3-2008 έφεση του ....,κατοίκου ....., κατά της αριθμ. 1911/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση. Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης ο κατηγορούμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων ήταν παρών, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 15-9-2008, (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε εμπροθέσμως την από 6-10-2008 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ο δικηγόρος Αθηνών Δημήτριος Τεντολούρης, με την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου του κατά την συζήτηση της ως άνω υπόθεσης με δήλωσή του που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παράγ. 2 του ίδιου άνω άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν'ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική (βλ. ΑΠ 5/2000 Ολ, ΠΧ, Ν 687, ΑΠ 1505/2000 κ.ά.). Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική (ΑΠ 295/2001, ΠΧ, ΝΑ, 975, ΑΠ 1279/2000 -σε Συμβούλιο- ΠΧ, ΝΑ, 501), αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και κατά συνέπεια ο παραστάς συνήγορος Δημήτριος Τεντολούρης, κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε, ενόψει της παραγ. 2 του άρθρου 465 Κ.Π.Δ., να ασκήσει την κρινόμενη αναίρεση γιατί η απορρίψασα τότε, την έφεση ως απαράδεκτη, απόφαση δεν ήταν καταδικαστική.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της Προξενικής (Αρχής) που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος, εφόσον όμως πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης, αυτή μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγ. 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την καταδίκη εκείνου που το άσκησε στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αριθμ. 1911/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Την κρινομένη αναίρεση το μεν άσκησε ο παραστάς συνήγορος κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, Δημήτριος Τεντολούρης, το δε ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η έτσι όμως ασκηθείσα αναίρεση είναι απαράδεκτη, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως, αλλά κατά αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Κατ'ακολουθίαν η από 6-10-2008 αναίρεση κατά της 4317/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 6-10-2008 αναίρεση του ...., κατά της αριθμ. 4317/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 9 Δεκεμβρίου 2008
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη

Αφού άκουσε
την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παράγ. 2 του ίδιου άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν'ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 2 του επομένου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών που αρχίζει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Κατά δε το επόμενο άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 473 το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου κλπ. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠΔ που επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι εξαιρετική και αφορά μόνο την αναίρεση που ασκήθηκε από τον καταδικασθέντα κατά απόφασης καταδικαστικής. Τέτοια απόφαση, όπως προαναφέρθηκε δεν είναι εκείνη που απορρίπτει ως απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 4317/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης την 2249/11-3-2008 έφεση, κατά της 1911/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο ανωτέρω για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμιση σε φυλάκιση 15 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως . Η αναίρεση αυτή ασκήθηκε κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από τον αντιπρόσωπο του κατηγορουμένου δικηγόρο Δημήτριο Τεντολούρη, με την ιδιότητα του παραστάντα συνηγόρου υπεράσπισης αυτού στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, ανεπίτρεπτα ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, γι'αυτό πρέπει μετά τη γενόμενη ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος για να προσέλθει στο Συμβούλιο, όπως βεβαιώνεται στην επί του φακέλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/10/208 αίτηση (δήλωση) αναίρεσης (με αρ.πρωτ.8211/6-10-2008) του .....,κατοίκου ...., για αναίρεση της 4317/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή