Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2615 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Ανυποταξία, Πλάνη.




Περίληψη:
Ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με τους προσβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της συγγνωστής νομικής πλάνης και της κατάστασης ανάγκης.




Αριθμός 2615/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταυρίδη, για αναίρεση της με αριθμό 198/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 93/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 198/2007 απόφαση του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την πράξη της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, κλάσεως 1993, την 4-2-1993 έλαβε από το αρμόδιο Α' Στρατολογικό Γραφείο (AM.Γ.) Αθηνών, αναβολή κατατάξεως μέχρι 31-12-1998 ως πρωτοετής φοιτητής του Τμήματος Ιατροχειρουργικής του Πανεπιστημίου της Ρώμης-Ιταλίας "ΛΑ ΣΑΠΙΕΝΤΣΑ". Ακολούθως την 12-1-1998 έλαβε νέα αναβολή κατατάξεως μέχρι 31-12-2000 ως εκτοετής φοιτητής της Ιατρικής Σχολής του ιδίου ως άνω Πανεπιστημίου. Την 1-1-2001 έληξε η αναβολή του και ήταν υποχρεωμένος να καταταγεί στις τάξεις της Πολεμικής Αεροπορίας και συγκεκριμένα στην 124 ΠΒΕ την 5-3-2001, πλην όμως δεν κατετάγη την ημερομηνία αυτή και έτσι κατέστη ανυπότακτος σε ειρηνική περίοδο από 6-3-2001 μέχρι 10-10-2005 κατά την οποία κατετάγη στην 124 ΠΒΕ, διακόπτοντας έτσι και την ανυποταξία του. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε λήξει η αναβολή του και ότι έπρεπε να καταταγεί, πλην όμως επέλεξε συνειδητά να παραμείνει στην Ιταλία για να τελειώσει τις σπουδές του. Γνώριζε δηλαδή ότι καθίσταται ανυπότακτος, ότι τελεί την άδικη πράξη της ανυποταξίας με την μη προσέλευση του στο στράτευμα κατά τον ορισθέντα χρόνο και ήθελε προφανώς και άνευ ουδεμίας αμφιβολίας να μην εμφανισθεί προς κατάταξη. Αποδεικνύεται συνεπώς αναμφίβολα ο δόλος του, καθόσον επί μακρά σειρά ετών (5-3-2001 έως 10-10-2005) παρέμεινε ηθελημένα εκτός των τάξεων της Πολεμικής Αεροπορίας.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί νομικής πλάνης συνιστάμενο στο ότι είχε την πεποίθηση ότι με την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων έστω και αν αυτό γινόταν καθυστερημένα, θα έπαυαν όλες οι δυσμενείς σε βάρος του συνέπειες εκ της ανυποταξίας παρατηρούνται τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τελεί άδικη πράξη, ότι δηλαδή με τη λήξη της μακρόχρονης αναβολής που του χορηγήθηκε λόγω σπουδών έπρεπε να καταταγεί στο στράτευμα, κάτι που παρέλειψε να πράξει και συνειδητά και ηθελημένα παρέμεινε εκτός των τάξεων της Πολεμικής Αεροπορίας επί μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τα προαναφερθέντα. Η πεποίθηση του τέλος ότι θα έπαυαν οι συνέπειες της ανυποταξίας του (και οι ποινικές) με την κατάταξη του, όπως συνέβη με παλαιότερους νόμους (π.χ. Ν.2109/92, Ν.2510/97), δεν μπορεί να θεμελιώσει νομική πλάνη όπως η έννοια αυτής έχει αναλυθεί. Η πεποίθηση του δηλαδή αυτή αφορούσε την ενδόμυχη ελπίδα και ευχή του κατηγορουμένου ότι η Ελληνική Πολιτεία θα εψήφιζε και πάλι νόμο για την ποινική τακτοποίηση ορισμένων κατηγοριών ανυπότακτων και έτσι θα ετακτοποιείτο και ο ίδιος ποινικά. Έχοντας όμως τέτοια πεποίθηση ο κατηγορούμενος ουδόλως μπορεί να ισχυρισθεί ότι πίστευε πεπλανημένα πως εδικαιούτο να προβεί στην πράξη του. Κατά συνέπεια ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όσον αφορά επίσης τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί άρσεως του καταλογισμού λόγω καταστάσεως ανάγκης, συνισταμένης στο ότι εάν επέστρεφε στην Ελλάδα από την Ιταλία όπου εσπούδαζε κατά τα προεκτεθέντα και κατατασσόταν μετά τη λήξη της αναβολής του κανονικά την 5-3-2001, υπήρχε κίνδυνος να διακοπούν οι σπουδές του οριστικά και να μη λάβει το πτυχίο του σημειώνονται τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, έλαβε δύο αναβολές κατάταξης λόγω σπουδών, την πρώτη μέχρι 31-12-98 και ακολούθως μία δεύτερη μέχρι 31-12-2000. Του χορηγήθηκε δηλαδή η μέγιστη προβλεπόμενη για την κατηγορία σπουδών του αναβολή και χρόνος ικανός για να τις περαιώσει. Εάν θεωρηθεί ότι υπήρχε κίνδυνος οριστικής διακοπής των σπουδών του, αυτός προκλήθηκε από δική του καθαρά υπαιτιότητα, καθόσον η μη περάτωση των σπουδών του μέσα στον προβλεπόμενο νόμιμο χρόνο οφείλετο σε προσωπικούς του αποκλειστικά λόγους σχετιζόμενους με την μη καταβολή από μέρους του ανάλογης προσπάθειας και επιπόνου πνευματικής εργασίας προς λήψη του πτυχίο του, καθόσον επί έξι (6) συνεχόμενα ακαδημαϊκά έτη ενεγράφετο ως φοιτητής εκτός φοιτήσεως προς συμπλήρωση οφειλομένων εξετάσεων για την απόκτηση πτυχίου, (βλ. σχετικό πιστοποιητικό Πανεπιστημίου Ρώμης "ΛΑ ΣΑΠΙΕΝΤΖΑ". Πλέον των ανωτέρω όμως, ο κατηγορούμενος μπορούσε να επανέλθει στη Ελλάδα, να καταταγεί κανονικά και μετά τη λήξη της θητείας του να συνεχίσει τις σπουδές του, αφού από κανένα σχετικό έγγραφο δεν προκύπτει ότι η επί ένα έτος διακοπή των σπουδών του (όσο δηλαδή θα διαρκούσε η θητεία του στην Πολεμική Αεροπορία) θα είχε ως συνέπεια την οριστική διαγραφή του από το εν λόγω πανεπιστήμιο. Κατόπιν των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός του περί καταστάσεως ανάγκης κατ1 άρθρο 32 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των προαναφερθέντων, κατά την κρατήσασα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου που πλειοψήφησαν, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης πράξεως". Με αυτά που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άδικης πράξης της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 51 παρ. 1, 2 και 3 του Ν.3421/2005 και 1 παρ. 1 και 17 του Ν.1763/1988, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επί πλέον, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης, απορρίφθηκαν και οι δύο αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ήτοι αυτός της συγγνωστής νομικής πλάνης (άρ. 31 παρ. 2 Π.Κ.) και αυτός της καταστάσεως ανάγκης (αρ. 32 παρ.1 Π.Κ.). Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι αναγνώσθηκαν μεν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και ένα έγγραφο επικαλούμενο ως "δελτίο ατομικών στοιχείων οπλίτη", πλην, όμως, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη, καθόσον, από τη ρητή αναφορά των πρακτικών της προσβαλλομένης, τόσο στο σημείο της αναγνώσεως των εγγράφων, όπου τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και το αναφερόμενο έγγραφο φέρονται ότι αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, όσο και από το προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης, όπου αναφέρονται κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Αναθεωρητικό Δικαστήριο για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσης, όπου υπάρχει ρητή αναφορά ότι στα αποδεικτικά αυτά μέσα περιλαμβάνονται και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους. Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΆΡ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.12.2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 198/2007 απόφασης του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ