Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 174 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναβολής αίτημα.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία εργαζόμενου από αμέλεια του κυρίου του έργου, ο οποίος τον είχε προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για τον ελαιοχρωματισμό καταστήματος και δεν είχε μεριμνήσει να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να καταπέσει από το μεταλλικό κινητό ικρίωμα και να τραυματισθεί θανάσιμα. Υπεύθυνος ο κατηγορούμενος ως κύριος του έργου, γιατί δεν είχε μεσολαβήσει οποιοσδήποτε εργολάβος, αλλά το εκτελούσε ο ίδιος με δική του επιστασία. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες. Το Δικαστήριο, κατά το σχηματισμό της κρίσης του, εξετάζει και τα αστικής φύσεως ζητήματα που ανακύπτουν (άρθρ. 60 παρ. 1 ΚΠΔ). Δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας η κρίση ότι η σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ κατηγορουμένου και θανόντος ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας. Απόρριψη αιτήσεως.




Αριθμός 174/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπουλούκο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 4513/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες: 1) D. S., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και 2) H. S., κατοίκου ..., που παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Οκτωβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1070/2014.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε κατ` αντικειμενική κρίση την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου ότι αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος. Ακόμη απαιτείται αντικειμενικώς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμελείας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ευσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει. Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από εκούσια ανάληψη της υποχρέωσης παροχής προστασίας (από σύμβαση ή και σιωπηρώς) ή από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου, που δημιούργησε άμεσα τον κίνδυνο επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 6 του π.δ. 778/1980 "μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", "τα ικριώματα πρέπει να φέρουν μεταλλικόν χειρολισθήρα εις ύψος ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου εργασίας και ράβδο μεσοδιαστήματος". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ίδιου π.δ., τα κινητά μεταλλικά ικριώματα "πρέπει να φέρουν κλίμακα στερεώς προσδεδεμένην επ` αυτών διά την άνοδον μέχρι τού δαπέδου εργασίας, το οποίον πρέπει να καλύπτη όλην την επιφάνειαν κατόψεώς των". Υπόχρεος δε για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων είναι (και) ο κύριος, ο νομέας ή κάτοχος του ακίνητου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο (άρθρο 2 περ. 3 ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα"). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 περ. α του π.δ. 17/1996 "μέτρα ασφάλειας - υγείας εργαζομένων", όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 2 του π.δ. 159/1999, "2. Επιπλέον ο εργοδότης οφείλει: α) Να αναγγέλλει στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος εντός 24 ωρών όλα τα εργατικά ατυχήματα ...".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 4513/2013 απόφασή του, όπως τα πρακτικά αυτής διορθώθηκαν με την υπ` αριθ. 7292/30.10.2014 διάταξη της Προεδρεύουσας, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ανθρωποκτονίας του S. A. από αμέλεια και για παράλειψη αναγγελίας εργατικού ατυχήματος και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και ενός (1) μηνός, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Δυνάμει του από 12.6.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος, που είναι έμπορος ετοίμων ενδυμάτων και υποδημάτων, μίσθωσε από τους Γ. και Α. Ν., για διάστημα 12 ετών, ένα ισόγειο κατάστημα που βρίσκεται στην περιοχή Πόρτο Ράφτη Αττικής, ..., για τις ανάγκες της εμπορίας του και με δικές του δαπάνες ανέλαβε να το αποπερατώσει. Προς τούτο, και αφού το κατάστημα ήταν ήδη αποπερατωμένο ως προς το σκελετό μόνο (...), προσέλαβε, με προφορική συμφωνία τους A. S. και E. S., με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εκτελέσουν τις εργασίες ελαιοχρωματισμού του καταστήματος, έναντι συμφωνηθέντος ημερομισθίου και οι τελευταίοι άρχισαν τις εργασίες, υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του κατηγορουμένου (μισθωτή). Την 26.1.2008 και ώρα 15.00 - 15.30' περίπου, ο πρώτος εκ των ως άνω εργαζομένων, γονατιστός πάνω στο μεταλλικό κινητό ικρίωμα, ασχολείτο με το ξεσκόνισμα του τοίχου, τον οποίο προηγουμένως είχε τρίψει. Το δάπεδο εργασίας ήταν τοποθετημένο στο ανώτατο ύψος του ικριώματος, περίπου 2,20 μέτρων, το πλάτος του ήταν 1 - 1,20 μ. περίπου, ενώ το δάπεδο εργασίας είχε μικρότερο πλάτος 0,50 - 0,60 μ. περίπου, δηλαδή κάλυπτε τμήμα μόνο της κάτοψης του ικριώματος, αφήνοντας κενό εκατέρωθεν. Εξάλλου, δεν υπήρχε περιμετρικά καμία απολύτως προστατευτική διάταξη. Και ενώ ο εργαζόμενος βρισκόταν στην ως άνω θέση και στάση, απώλεσε την ισορροπία του και κατέπεσε με το κεφάλι, μεταξύ ικριώματος και τοίχου, στο δάπεδο, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (...), συνεπεία των οποίων, λίγες μέρες αργότερα, την 5.2.2008, απεβίωσε. Ο θάνατός του οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, όντας κύριος του έργου και έχοντας αναλάβει την αποπεράτωση των ελαιοχρωματισμών με αυτεπιστασία, δεν κατέβαλε την επιμέλεια που ενόψει των ως άνω περιστάσεων όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και δεν έλαβε τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, δεν φρόντισε να προβεί στην κατασκευή και διάθεση προς τους εργαζομένους του κατάλληλου δαπέδου εργασίας, μολονότι οι εργασίες εκτελούντο σε απόσταση από το έδαφος, ώστε να εξασφαλίζεται η σωματική ακεραιότητα του εργαζομένου από τον κίνδυνο πτώσεως και ειδικότερα: α) τούτο δεν έφερε πλευρική προστασία για την τοποθέτηση μεταλλικού χειρολισθήρα σε απόσταση ενός μέτρου από το δάπεδο εργασίας και ράβδο μεσοδιαστήματος, όπως έπρεπε κατ` άρθρο 13 Π.Δ. 778/1980 και β) δεν διέθετε (το δάπεδο εργασίας) το αναγκαίο πλάτος, ώστε να καλύπτει την επιφάνεια κάτοψης του ικριώματος σε όλη την έκταση, χωρίς να καταλείπει κενά όπως όφειλε κατ` άρθρο 14 του ίδιου Π. Δ/τος με αποτέλεσμα οι παραλείψεις αυτές να προκαλέσουν, κατ` αιτιώδη συνάφεια, την πτώση του πιο πάνω εργαζόμενου και τον θάνατο τούτου. Στη λήψη και τήρηση των ως άνω μέτρων ασφαλείας, αναφορικά με το ικρίωμα, ήταν υπόχρεος ο κατηγορούμενος, έχοντας ιδιαίτερη προς τούτο νομική υποχρέωση, εφόσον ήταν κύριος του έργου, ήτοι κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελούντο οι ελαιοχρωματισμοί, δυνάμει εννόμου μισθωτικής σχέσεως και το έργο εκτελείτο κατ` εντολήν και για λογαριασμό του ιδίου (άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 1396/1983) και επιπροσθέτως δεν είχε αναθέσει αυτό σε τρίτον εργολάβο, αλλ` εκτελούσε τούτο με δική του επιστασία (άρθρο 4 Ν. 1396/1983). Η παράλειψη του κατηγορουμένου να λάβει τα αναγκαία μέτρα προστασίας των εργαζομένων περιγράφεται σαφώς στην αναγνωσθείσα στο ακροατήριο έκθεση έρευνας των επιθεωρητριών του Υπουργείου Απασχόλησης, σύμφωνα με την οποία το ικρίωμα που χρησιμοποιήθηκε δεν πληρούσε τα νόμιμα μέτρα ασφαλείας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι ως άνω εργαζόμενοι εργάζοντο για λογαριασμό τρίτου προσώπου και δη του κατονομαζομένου Ρ. Ρ., ο οποίος είχε ορισθεί εργολάβος του έργου, είχε προσλάβει τους εργαζομένους που προαναφέρθηκαν και επομένως αυτός ήταν εκ του νόμου υπόχρεος για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας και όχι ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ελέγχεται ως κατ` ουσία αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο, γιατί από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, αποδεικνύεται ότι ο ρόλος του Ρ. Ρ. στην προκειμένη υπόθεση περιορίσθηκε στην υπόδειξη απλώς προς τον κατηγορούμενο να προσλάβει τους πιο πάνω εργαζομένους, χωρίς όμως καθ` οιονδήποτε τρόπο να αναμιχθεί στο έργο και πολύ περισσότερο να αναλάβει την εργολαβία τούτου με ειδική συμφωνία. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος εκτελούσε τους ελαιοχρωματισμούς για λογαριασμό του και ήταν αυτός που προσέλαβε τους εργαζομένους, κατέβαλε το ημερομίσθιό τους και γενικώς επέβλεπε και επιστατούσε το όλο έργο, χωρίς να μεσολαβεί οποιοσδήποτε άλλος εργολάβος. Επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε όψιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ κατά το στάδιο της προανακρίσεως ουδέποτε έγινε μνεία εργολάβου που είχε αναλάβει το έργο, ούτε ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την ιδιότητά του, ως κυρίου του έργου, που είχε επιφυλάξει στον εαυτό του την καθοδήγηση και εποπτεία των ως άνω εργαζομένων. Για το λόγο αυτό, ... Επίσης, αποδείχθηκε, ότι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος, μολονότι ήταν κύριος του έργου και υπεύθυνος τούτου, παρέλειψε εκ προθέσεως να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο διατακτικό (επιθεωρήσεις εργασίας, κ.λπ.), εντός 24 ωρών από το ατύχημα, όπως είχε υποχρέωση, για το προπεριγραφόμενο ατύχημα.
Συνεπώς με βάση τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις που εγκαθιδρύουν το πλαίσιο ευθύνης του κατηγορουμένου - κυρίου του έργου, στοιχειοθετούνται πλήρως, τόσο από αντικειμενική όσο και από υποκειμενική άποψη οι αποδιδόμενες σ` αυτόν πράξεις και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος τούτων, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της παραλείψεως αναγγελίας εργατικού ατυχήματος, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1, 15 και 28 του ΠΚ και 8 παρ. 2 του π.δ. 17/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι η σύμβαση που είχε συναφθεί μεταξύ του κατηγορουμένου και των εργαζομένων ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές του, δεν είχε αναμιχθεί εργολάβος (ώστε να έχει καταρτισθεί μεταξύ κατηγορουμένου και εργολάβου σύμβαση έργου και να ευθύνεται ο τελευταίος για τη λήψη των αναγκαίων προστατευτικών μέτρων), αλλά ο ίδιος ο κατηγορούμενος προσέλαβε τους εργαζομένους, επέβλεπε την εκτέλεση των ελαιοχρωματισμών και κατέβαλε τα ημερομίσθια. β) Ορθώς, λοιπόν, ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, καθώς και οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ (άρθρα 681 επ., 648 επ.). γ) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται το μέγεθος του κενού στο δάπεδο εργασίας, ενόψει, μάλιστα, του ότι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ο θανών κατέπεσε από το κενό μεταξύ τοίχου και ικριώματος, ούτε πόσα κενά υπήρχαν, ούτε η απόσταση τοποθετήσεως του ικριώματος από τον τοίχο της οικοδομής. δ) Το Δικαστήριο σαφώς δέχθηκε ότι η κατάπτωση του θανόντος οφείλεται τόσο στην ύπαρξη των κενών όσο και στην μη ύπαρξη του χειρολισθήρα σε απόσταση ενός μέτρου από το δάπεδο εργασίας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 302, 28, 15 του ΠΚ και του π.δ. 778/1980, είναι αβάσιμοι. Οι, εμπεριεχόμενες στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη κρίση ως προς τις αποδείξεις και για αντίθεση στα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτες, γιατί, πέραν του ότι η, ενδεχόμενη, αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Σύμφωνα δε με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, μετά την εξέταση του πρώτου μάρτυρα υπερασπίσεως, υπέβαλε, δια του συνηγόρου του, αίτημα διακοπής της δίκης για να κληθεί ο μάρτυρας R., ενόψει του (αρνητικού της κατηγορίας) ισχυρισμού του ότι αυτός είχε ορισθεί εργολάβος του έργου, είχε προσλάβει τους εργαζόμενους και, επομένως, αυτός (και όχι ο κατηγορούμενος) ήταν υπόχρεος να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας. Το Δικαστήριο, αφού απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως αβάσιμο με την αιτιολογία που προπαρατέθηκε, στη συνέχεια απέρριψε και το αίτημα διακοπής με την αιτιολογία ότι "Για το λόγο αυτό και εφόσον το Δικαστήριο σχημάτισε εδραία περί τούτου (περί του ότι, δηλαδή, ο ως άνω δεν αναμίχθηκε καθόλου στο έργο, αλλά απλώς υπέδειξε στον κατηγορούμενο να προσλάβει τους εργαζόμενους) πεποίθηση, δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της δίκης, ώστε να κληθεί το ως άνω πρόσωπο, όπως ζήτησε ο συνήγορος του κατηγορουμένου και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του". Η αιτιολογία αυτή, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής (διακοπής) ως αβάσιμο, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους έκρινε αυτό ότι δεν συνέτρεχε λόγος να δοθεί τέτοια αναβολή (επάρκεια αποδείξεων), ενώ η παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε την ιδιότητά του ως κυρίου του έργου, η οποία, οπωσδήποτε, αφορά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση, δεν αντιφάσκει με τον ως άνω ισχυρισμό του τελευταίου. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, είναι αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 60 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, το ποινικό δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, εξετάζει και τα αστικής φύσης ζητήματα που ανακύπτουν. Ορθώς, λοιπόν, το Τριμελές Εφετείο εξέτασε τη σχέση που υπήρχε μεταξύ κατηγορουμένου και εργαζομένων και αποφάνθηκε ότι αυτή ήταν της εξαρτημένης εργασίας, με το να πράξει δε έτσι δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι, με το να χαρακτηρίσει το Δικαστήριο την ως άνω σχέση ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι έργου, αποφάνθηκε επί ζητήματος που ανήκε στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13 Οκτωβρίου 2014 (με αριθ. πρωτ. 6671/2014) αίτηση (δήλωση) του Ν. Τ. του Δ., για αναίρεση της 4513/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ` αριθ. 7292/30.10.2014 διάταξη της Προεδρεύουσας). Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων D. S. και H. S. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή