Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1500 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Καθυστέρηση καταβολής αποδοχών εργαζομένου, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.




Περίληψη:
ΑΝ 690/1945. Αποδοχές. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί αυτοτελών ισχυρισμών. Προ-βολή αυτών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και αποκλείσει την αναστολή υπερβαίνει την εξουσία του, όταν έχει καταδικασθεί ο κατηγορούμενος σερ φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.




Αριθμός 1500/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη, περί αναιρέσεως της 58288/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .... που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.12.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 41/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 22-12-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ...., στρέφεται κατά της 58288\ 2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών και χρηματική ποινή 4.500 ευρώ για παράβαση του άρθρου μόνου του α.ν. 690/1945, όπως η παράγραφος 1 τούτου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 ν. 2336/1995.
Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο μόνο του α.ν. 690/1945 παρ.1 εδ. α', όπως ισχύει μετά την άνω αντικατάστασή του, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται... Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, από τα αποδεικτικά μέσα που, κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι οφειλόμενες από τον αναιρεσείοντα εργοδότη στον εκκαλούντα μισθωτό αποδοχές, που δεν του καταβλήθηκαν εμπρόθεσμα (δεδουλευμένα ημερομίσθια, υπερεργασία, υπερωρίες, ιδιόρρυθμες υπερωρίες κατά Σάββατα εργασία, διαφορές δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας και αποζημίωση αδείας) ανέρχονται, κατά μεν το σκεπτικό στο συνολικό ποσό των 17.558,94 ευρώ, κατά δε το διατακτικό στο συνολικό ποσό των 18.910,96 ευρώ. Η διαφορά αυτή μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού οφείλεται στο γεγονός ότι από προφανή παραδρομή παραλείφθηκε στο σκεπτικό η αναφορά του επί μέρους κονδυλίου των 1.352,02 ευρώ, το οποίο αφορά αμοιβή για ιδιόρρυθμες υπερωρίες και κατά το διατακτικό είναι ποσό οφειλόμενο, αθροιζόμενο δε με τα υπόλοιπα ποσά που αναφέρονται στο σκεπτικό δίδει συνολικό οφειλόμενο ποσό εκείνο του διατακτικού, ήτοι των 18.910,96 ευρώ. Επομένως η αναντιστοιχία αυτή μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού δεν δημιουργεί αντίφαση ούτε έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης διότι, όπως προεκτέθηκε, το σκεπτικό και το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνονται. Μετά από αυτά, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της αναίρεσης, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου (παράβαση εκ πλαγίου), είναι αβάσιμοι.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή σε εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ. ΑΠ 17167/1990). Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος περί χορηγήσεως ελαφρυντικού, για το ορισμένο του οποίου απαιτείται η επίκληση των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ζήτησε τη χορήγηση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων, άνευ ειδικότερου προσδιορισμού των πραγματικών περιστατικών που το θεμελιώνουν. Ο ισχυρισμός αυτός (αίτημα) όπως διατυπώθηκε δια αναφοράς στη διάταξη μόνο του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ και χωρίς αναφορά σε πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του υποβλήθηκε κατά τρόπο αόριστο και το δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 24797 1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι (6) μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικαστεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα (3-5 έτη), εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ο κατηγορούμενος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως, πριν από κάθε μετατροπή, για την αναστολή της ποινής, αφού διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως αν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου σε στερητική της ελευθερίας ποινή (ή ποινές) πάνω από έξι (6) μήνες και αποφανθεί για τη συνδρομή ή όχι της προϋποθέσεως αυτής. Διαφορετικά, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει την εξουσία του. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ενώ κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα για την άνω αξιόποινη πράξη σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, μετέτρεψε αυτή σε χρηματική, χωρίς προηγουμένως να αποφασίσει για την αναστολή αυτής με αυτεπάγγελτη έρευνα, αν αυτός βαρύνεται ή όχι με προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε ποινές άνω των έξι (6) μηνών. Έτσι, όμως, το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και, συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ τελευταίου λόγου της αιτήσεως αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς της διάταξή της για μετατροπή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό μόνο, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 58288/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τη διάταξη της για μετατροπή της ποινής των τεσσάρων (4) μηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή