Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 241 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Απόρριψη αναίρεσης ως ανυποστήρικτης εκ της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.





Αριθμός 241/2008



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αθηναίο, περί αναιρέσεως της 234-239/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 ατομικά και ως ασκούντα τη γονική μέριμνα της Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αυγερινό Παρασκευόπουλο και 2) Ψ2, ως ασκούσα την γονική μέριμνα της Ψ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.1.2006 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 20.4.2007 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 259/2006.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί ωστόσο να συνάγεται από την απόφαση, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης (ΟλΑΠ 1/2005 Ποινική), καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, εκτός άλλων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα : Κατά μήνα Νοέμβριο του 2001 ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος και οι συγκατηγορούμενοί του Χ2 και Χ3 συμφώνησαν να διαπράξουν το κακούργημα της αρπαγής με σκοπό την είσπραξη λύτρων και ενώθηκαν προς το σκοπό αυτό σε σταθερή και οργανωμένη σύμπραξη με σταθερές και έχουσες προοπτική διάρκειας βάσεις για την τέλεση του σχεδιαζόμενου εγκλήματος της απαγωγής της Ψ, ηλικίας τότε έξι (6) ετών. Αμέσως έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο απαγωγής της ανήλικης αυτής και για την εξυπηρέτηση του σκοπού τους αυτού, ενεργώντας από κοινού, διέπραξαν, εκτός άλλων, και τις εξής αξιόποινες πράξεις : 1) Στις 26.3.2002 μεταχειρίστηκαν σωματική βία και απειλή σωματικής βίας εναντίον προσώπου, το οποίο εξανάγκασαν να τους παραδώσει κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα, μετέβησαν στην πολυώροφη οικοδομή επί της οδού .... στις ......., μεταμφιεσμένοι σε μέλη συνεργείου καθαρισμού και ανέμεναν στον ανελκυστήρα αυτής την κάθοδο της Γ1, την οποία παρακολουθούσαν για αρκετό χρονικό διάστημα και είχαν μελετήσει τις κινήσεις της, γνώριζαν δε τον πιθανό χρόνο αναχώρησής της για την εργασία της. Όταν η παθούσα εξήλθε από τον ανελκυστήρα, της επιτέθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, απειλώντας την με ένα πιστόλι τύπου Τ/Τ, ο δε συγκατηγορούμενός του Χ2 κρατούσε ένα κομμάτι υφάσματος εμποτισμένο με αμμωνία, το οποίο τοποθέτησε στο πρόσωπο της πιέζοντας με αυτό τις ρινικές κοιλότητες ώστε να το εισπνεύσει, ενώ την ίδια στιγμή ο τρίτος συγκατηγορούμενος Χ3, επέβλεπε την κίνηση (φύλαγε "τσίλιες") επί της οδού ....., ώστε να μην πλησιάσουν τρίτα άτομα, τα οποία θα αντιλαμβάνονταν ενδεχομένως τις ενέργειές τους. Με τον τρόπο αυτό την εξανάγκασαν να τους παραδώσει το χρηματοφύλακά της, που περιείχε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, τύπου Τζιπ και μάρκας ......., με αριθ. κυκλοφορίας ....., τα κλειδιά του διαμερίσματός της, το κινητό τηλέφωνό της, πεντακόσια περίπου ΕΥΡΩ, το δελτίο της Αστυνομικής της Ταυτότητας και την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, που βρισκόταν μέσα σε αυτό. Στη συνέχεια, επιβιβάστηκαν στο εν λόγω αυτοκίνητο, που οδήγησε ο συγκατηγορούμενος Χ2, και το απομάκρυναν από τον τόπο της ληστείας. Έπειτα, απέκρυψαν το αυτοκίνητο σε ιδιωτικό σταθμό αυτοκινήτων, όπου μίσθωσαν χώρο στάθμευσης, χρησιμοποιώντας ψευδή στοιχεία ταυτότητας, μέχρι την ημέρα, που το χρησιμοποίησαν για τη διάπραξη της απαγωγής. 2) Στους χρόνους, που μνημονεύονται πιο κάτω, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος από κοινού, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, και ειδικότερα α) στις 13.3.2002 αφαίρεσαν από το ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο ....., τύπου ...., ιδιοκτησίας Ζ1 κ'Ζ2, που ήταν σταθμευμένο στην οδό ......., τις πινακίδες κυκλοφορίας αυτού, το ραδιοκασετόφωνο και τους προβολείς ομίχλης, β) τις αρχές του Απριλίου 2002 και πάντως πριν από τις 11.4.2002, αφαίρεσαν από το ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Ζ3, που ήταν σταθμευμένο επί της οδού ........, τις πινακίδες κυκλοφορίας του. 3) Κατά το χρονικό διάστημα από 11.4.2002 έως 6.5.2002, από κοινού, με πρόθεση άφησαν αβοήθητο, πρόσωπο που ο συγκατηγορούμενος Χ2 τραυμάτισε υπαίτια, με κοινή δε ενέργεια είχαν θέσει υπό την αποκλειστική επιτήρησή τους. Συγκεκριμένα, ενώ η ανήλικη Ψ τραυματίστηκε την ώρα της απαγωγής της και είχε άμεση ανάγκη ιατρικής βοήθειας, αυτοί την άφησαν αβοήθητη με συνέπεια την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της, καθώς υπέστη διάσειση, τραύμα στην υπογωνική περιοχή, πάρεση του αριστερού απαγωγού μυός και στραβισμό του αριστερού οφθαλμού. και 4) Στις 11.4.2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν πλείονα εγκλήματα, ενεργώντας από κοινού, προέβησαν σε αντικατάσταση πινακίδων, που είχαν χορηγηθεί νόμιμα, με άλλες, που ήταν προϊόν κλοπής, όπως περιγράφεται στις υπ' αριθ. 2 πράξεις. Συγκεκριμένα : α) τοποθέτησαν με ειδικά διαμορφωμένα κλιπς και κολλητικές ταινίες στο αυτοκίνητο τύπου Τζιπ, μάρκας ...., τις πινακίδες υπ' αριθ. κυκλοφορίας ......, που είχαν χορηγηθεί νόμιμα για την κυκλοφορία του αυτοκινήτου μάρκας ... τύπου ..., ιδιοκτησίας των αδελφών Ζ1 και Ζ2, αποκρύπτοντας τις πραγματικές πινακίδες κυκλοφορίας αυτού, που έφεραν αριθμό ......, και β) με όμοιο τρόπο τοποθέτησαν επί των πινακίδων με αριθμό ......., που είχαν χορηγηθεί για την κυκλοφορία του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου, τις πινακίδες με αριθμό ......., που είχαν χορηγηθεί νόμιμα για την κυκλοφορία του ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας ..... τύπου ....., ιδιοκτησίας της Ζ3. Τέλος, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1, στις 6.5.2002 μεταχειρίστηκε βία για να εξαναγκάσει υπάλληλο να παραλείψει νόμιμη πράξη, και συγκεκριμένα κατά την ώρα της νομίμως επιχειρούμενης σύλληψής του στο διαμέρισμα της οδού ..... αριθ. ....., όπου κατελήφθη επ' αυτοφώρω να κατακρατεί παράνομα την ανήλικη Ψ, άσκησε σωματική βία στον Υπαστυνόμο Α' .......... κτυπώντας τον με τα χέρια του στο πρόσωπο, προκειμένου να αποτρέψει τη σύλληψή του από αυτόν. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο, εκτός άλλων, ληστείας από κοινού, κλοπής κατ' εξακολούθηση από κοινού, έκθεσης από κοινού, παράβασης του άρθρου 90 §§ 1 και 3 του ν. 2696/1999 και αντίστασης κατά της αρχής και επέβαλε σε τούτον γι' αυτές ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, φυλακίσεως έξι (6) μηνών, φυλακίσεως δύο (2) ετών, τριών (3) μηνών και δώδεκα (12) μηνών, αντιστοίχως, και, κατά συγχώνευση των ποινών τούτων στις επιβληθείσες για άλλες αξιόποινες πράξεις (αρπαγή ανηλίκου κλπ.) ποινές, συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι ετών (20) και οκτώ (8) μηνών.
3. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 380 § 1, 45, 94, 372 § 1, 98, 306 § 1, 167 § 1 του ΠΚ και 90 §§ 1 και 3 του ν. 2.696/1999, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν δε αναγκαία η απόρριψη με ειδική αιτιολογία των σχετικών με αυτές τις αξιόποινες πράξεις ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου α) περί μετατροπής της κατηγορίας της ληστείας στις πράξεις της παράνομης βίας και της κλοπής χρήσεως μεταφορικού μέσου, β) περί ελλείψεως προθέσεως παράνομης ιδιοποιήσεως των αφαιρεθέντων αυτοκινήτων και των πινακίδων τους, διότι αυτές έγιναν για να διευκολυνθεί η πράξη της αρπαγής της ανήλικης, γ) ότι ο τραυματισμός της ανήλικης οφειλόταν σε αμελή συμπεριφορά του συγκατηγορούμενου Χ2, ενώ στη συνέχεια δεν αφέθηκε αυτή αβοήθητη, και δ) ότι, κατά τη στιγμή της συλλήψεώς του, μπορεί μεν ο φέρων πολιτική περιβολή Υπαστυνόμος να του κατέστησε γνωστή την ιδιότητά του αυτή, δεν τον κάλεσε όμως να παραδοθεί, με αποτέλεσμα αυτός να αντιδράσει, όπως αντέδρασε, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν αρνητικοί της κατηγορίας και αντικρούονται με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης επί των αποδιδόμενων σε αυτόν παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος. Επομένως, οι προβαλλόμενοι, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και με τη μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
4. Επειδή, μεταβολή κατηγορίας, που συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασης για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την ποινική δίωξη, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1 εδαφ. β του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε, είναι διάφορη κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη για την οποία εγέρθηκε η ποινική δίωξη ή για την οποία έχει εισαχθεί σε δίκη, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διάφορο έγκλημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 371 § 3 του ΚΠΔ, προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα στοιχεία που συγκροτούν το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή όταν διορθώνεται και βελτιώνεται κάποιο ιστορικό στοιχείο, που δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τούτο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην απόλυτη ακυρότητα του άρθρου 510 § 1 στοιχ Α' του ΚΠΔ, διότι τον καταδίκασε και για τον εξαναγκασμό της Γ1 να παραδώσει σε αυτόν και του άλλους δύο συγκατηγορούμενούς του, εκτός των άλλων, και τον χρηματοφύλακα που περιείχε χρηματικό ποσό 500 ευρώ, ενώ στην πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση δεν περιλαμβάνονταν στα αντικείμενα της ληστείας, ο εν λόγω χρηματοφύλακας και το ποσό των 500 ευρώ. Όμως, με τη σημειούμενη προσθήκη ως προς το αντικείμενο της ληστείας δεν επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, αλλά απλώς συμπληρώθηκαν και προσδιορίστηκαν σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ληστείας, σε βάρος της Γ1, για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και κηρύχθηκε ένοχος, δίχως να παραβιαστούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
5. Επειδή, κατά την αρχή, που καθιερώνεται με ρητή διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 462 του ΚΠΔ) μπορεί να το ασκήσει μόνο εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για να το ασκήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια δε αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως (ΟλΑΠ 1244/1986). Τέλος, ειδικότερα, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως μπορεί να το ασκήσει, σύμφωνα με το άρθρο 505 § 1 εδαφ. α του αυτού Κώδικα, ο κατηγορούμενος που καταδικάστηκε με την πληττόμενη απόφαση. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατά καταδικαστικής για συγκατηγορούμενό του διατάξεως της αποφάσεως, για πράξη για την οποία δεν ασκήθηκε καν σε αυτόν ποινική δίωξη, γιατί δεν έχει υποστεί από αυτή κάποια βλάβη στα έννομα συμφέροντά του και δεν προσδοκά όφελος από την παραδοχή τέτοιου λόγου αναιρέσεως. Εφόσον ο λόγος αναιρέσεως δεν έχει τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 476 § 1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος των παθόντων Ψ1 και Ψ, γιατί δεν προσδιορίζεται σε αυτή ποια μορφή διακινδυνεύσεως συνέτρεξε, η δε διευκρίνιση αυτή επάγεται τη διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, κατ' άρθρο 79 του ΠΚ. Όμως, ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως δεν αφορά τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν διώχθηκε και ακολούθως δεν καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη αυτή, αλλά αποκλειστικά το πρόσωπο του συγκατηγορουμένου του Χ2, που καταδικάστηκε για επικίνδυνη σωματική βλάβη των αναφερόμενων παθόντων. Επομένως, ο αναιρεσείων, που δεν υφίσταται βλάβη από την καταδικαστική διάταξη αυτή της πληττόμενης απόφασης, δεν έχει έννομο (ατομικό) συμφέρον για την προβολή του λόγου τούτου αναιρέσεως, γι' αυτό και πρέπει αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
6. Επειδή, μετά από αυτά, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του Χ1, καθώς και τους από 20 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 234 - 239/2005 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου 2008.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή