Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 83 / 2015    (Γ, Civil Cases)

Θέμα
Ένδικο μέσο, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Προτάσεις.




Περίληψη:
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Έννοια άρθρου 281 Α.Κ. Επανυποβολή ισχυρισμών προηγούμενης συζήτησης. Δεν θεωρείται προηγούμενη συζήτηση εκείνη κατά την οποία το δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Μη εφαρμογή άρθρου 240 ΚΠολΔ στην περίπτωση αυτή. Αναίρεση. Λόγοι από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Κρίση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ στην εξεταζόμενη περίπτωση( Επικυρώνει Εφ. Θεσσ. 2391/2013).





Αριθμός 83/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Ε. Π. του Ξ. και 2)Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Ξ. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. χήρας Χ. Π., το γένος Λ. Κ., κατοίκου ..., 2)Δ. Δ. του Κ., 3)Ε. συζ. Γ. Ι., το γένος Κ. Δ., κατοίκων ..., και 3)Γ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., των τριών τελευταίων ως κληρονόμων του Ευαγγέλου Δεμελίδη του Κωνσταντίνου.
Η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τζόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, και οι 2ος, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης προς τους: 1)Β. χήρα Η. Ι., το γένος Θ. Φ., 2)Α. συζ. Δ. Κ., το γένος Η. Ι., 3)Β. Ι. του Β. και 4)Η. Ι. του Β., ..., ως κληρονόμους του Η. Ι..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2010 διεκδικητική αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25027/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, και 2391/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3/2/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 6/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύεται και προβαλλόμενος είναι αβάσιμος όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εξετάζει ουσιώδη ισχυρισμό που είχε προταθεί νομίμως, τέτοιον δε ουσιώδη ισχυρισμό ("πράγμα") αποτελεί και η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, εφόσον η ένσταση αυτή υποβλήθηκε νόμιμα και ήταν ορισμένη, με επίκληση των περιστατικών που τη συγκροτούν σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τα άρθρο 240 του ΚΠολΔ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν, ενώ προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης. Κατά δε το άρθρο 281 του ίδιου ΚΠολΔ συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ως συζήτηση της υποθέσεως θεωρείται εκείνη στο αρμόδιο δικαστήριο, έστω και αν η υπόθεση παραπέμφθηκε σ' αυτό κατά το άρθρο 46 του ΚΠολΔ από το αναρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο είχε αρχικώς εισαχθεί, ή κατά το άρθρο 535 παρ. 2 του ίδιου ΚΠολΔ από το Εφετείο, όταν εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση για αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου, με αποτέλεσμα η συζήτηση που έλαβε χώραν ενώπιον του αναρμοδίου δικαστηρίου να μη λογίζεται ως "προηγούμενη συζήτηση" κατά το ως άνω άρθρο 240 του ΚΠολΔ. Παρέπεται ότι ισχυρισμοί που είχαν προταθεί με τις προτάσεις στο αναρμόδιο δικαστήριο νομίμως προβάλλονται με τις προτάσεις στο αρμόδιο δικαστήριο και αν ακόμη στις τελευταίες αυτές προτάσεις έχουν ενσωματωθεί (συρραφθεί) οι πρώτες, που τους περιέχουν και οι οποίες θεωρούνται ως προτάσεις (μέρος των προτάσεων) στο αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς να απαιτούνται στην περίπτωση αυτή οι προϋποθέσεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην εν λόγω περίπτωση. Η αυτή όμως, λύση προσήκει και στην περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση με την οποία εσφαλμένα είχε κηρυχθεί αναρμόδιο το δικαστήριο και είχε παραπέμψει την υπόθεση στο κατ' αυτό αρμόδιο δικαστήριο και μετά ταύτα (το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά συνέπειαν δε ισχυρισμοί που περιείχοντο στις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου νομίμως προβάλλονται με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου στις οποίες έχουν ενσωματωθεί οι πρώτες, που θεωρούνται μέρος των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, κατά τα προεκτεθέντα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, οι αναιρεσείουσες άσκησαν την ένδικη διεκδικητική αγωγής τους κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι εναγόμενοι δε αυτοί προς απόκρουση της αγωγής πρότειναν κατά τη συζήτησή της στο ως άνω δικαστήριο μεταξύ των άλλων και την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών, αφ' ενός μεν με αναφορά των περιστατικών που τη συνιστούν στις προτάσεις που κατέθεσαν στο δικαστήριο και αφ' ετέρου με καταχώρηση της ενστάσεως στα οικεία πρακτικά και ρητή αναφορά στις προτάσεις. Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 25027/2012 απόφασή του έκρινε ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και την παρέπεμψε στο κατ' αυτό αρμόδικο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το Εφετείο όμως Θεσσαλονίκης με την αναιρεσιβαλλόμενη ήδη υπ' αριθμ. 2391/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε επί της εφέσεως των εναγουσών κατά της ειρημένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δέχθηκε ότι εσφαλμένα το τελευταίο αυτό δικαστήριο κηρύχθηκε αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και την παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, και μετά ταύτα (το Εφετείο), αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη παραπεμπτική απόφαση, κράτησε την αγωγή και τη δίκασε κατ' ουσίαν, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, και εν τέλει απέρριψε την αγωγή ως καταχρηστική, κατά παραδοχήν της σχετικής, εκ του άρθρου 281 του ΑΚ, ενστάσεως των εναγομένων. Την ένσταση αυτή είχαν προτείνει οι εναγόμενοι στο Εφετείο α) η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Π. με τις νομίμως κατατεθείσες από 10-4-2013 έγγραφες προτάσεις της, στις οποίες είχε ενσωματώσει αυτούσιες (συρράψει) τις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως άνω προτάσεις της, με την επ'αυτών προσθήκη-αντίκρουση, περιέχουσες και την ειρημένη ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ, και β) οι δε λοιποί αναιρεσίβλητοι Δ. Δ. κ.λ.π. με τις νομίμως υποβληθείσες στο Εφετείο από 16-5-2013 προτάσεις τους, στις οποίες αναφέρουν τα περιστατικά που είχαν επικαλεστεί και πρωτοδίκως για τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους. Η κατά τα αμέσως προεκτεθέντα προβολή τής εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων στο Εφετείο είναι σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη νόμιμη, και το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη και εξέτασε την ένσταση αυτή δεν υπέπεσε στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο, σκέλος πρώτο και δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς τους.
ΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 281 AK, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά τον μεσολαβήσαντα χρόνο, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς να εμποδίζουν κατά νόμον τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να κρίνεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του. Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με το υπ' αριθμ. …/1994 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και σύμβαση εργολαβίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά-Παπαϊωάννου, όπως τροποποιήθηκε με το υπ' αριθμ. …/1994 όμοιο, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ανέθεσαν στον μη διάδικο ήδη τότε πρώτο εναγόμενο εργολάβο Η. Ι. την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδό τους που βρίσκεται στην οδό ..., στη Θεσσαλονίκη, με τους αναφερομένους στο συμβόλαιο και στην απόφαση, ειδικότερους όρους και συμφωνίες, ότι εις εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο εργολάβος προχώρησε στην ανέγερση της οικοδομής και αποπεράτωσε τους χώρους που περιέρχονταν κατά τη συμφωνία τους στον ίδιο (συνολικά οκτώ διαμερίσματα), ενώ δεν αποπεράτωσε στη συμφωνηθείσα προθεσμία και δεν παρέδωσε στις οικοπεδούχους-ενάγουσες τους χώρους της αντιπαροχής τους και τους κοινόχρηστους χώρους και τις εγκαταστάσεις της οικοδομής, και ότι κατόπιν τούτων και κάνοντας χρήση του σχετικού 9ου όρου της εργολαβικής σύμβασης οι ενάγουσες με την επιδοθείσα στον εργολάβο από 5-10-1996 εξώδικη καταγγελία τους κήρυξαν έκπτωτο τον εργολάβο και υπαναχώρησαν εγκύρως από τη σύμβαση, όπως άλλωστε τούτο είχε ήδη κριθεί με την υπ' αριθμ. 1604/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με το υπ' αριθμ. …/22-6-1994 προσύμφωνο της ιδίας ως άνω συμβ/φου, ο εργολάβος υποσχέθηκε να πωλήσει και να μεταβιβάσει μέχρι 30-11-1995 στην δεύτερη εναγομένη Μ. χήρα Χ. Π. (πρώτη αναιρεσίβλητη) ένα διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου της μέλλουσας να αναγερθεί στο ανωτέρω οικόπεδο πολυορόφου οικοδομής, της οποίας οι εργασίες, κατά τον χρόνο καταρτίσεως του άνω προσυμφώνου, δεν είχαν αρχίσει ακόμη, εμβαδού μικτού 84,55 τ.μ. και καθαρού 66,47, τ.μ., με αντίστοιχο ποσοστό 90/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, αντί τιμήματος 10.000.000 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής: α) ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές εντός δύο ημερών από της καταρτίσεως του προσυμφώνου, που θα αποδεικνύεται με απλή απόδειξη, β) πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές στις 2-8-1994, γ) τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές στην τοιχοποϊία και υδραυλικά και δ) ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, κατά την πλήρη λειτουργία της οικοδομής, όλων των δόσεων αποδεικνυομένων με απλές αποδείξεις του εργολάβου. Με δε το υπ' αριθ. 913/1-6-1995 προσύμφωνο της ιδίας συμβ/φου, ο εργολάβος υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει μέχρι 30-8-1995 στον τρίτο εναγόμενο (δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Δ. Μ. κ.λπ.) ένα διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης δύο (2) της ιδίας οικοδομής, της οποίας οι εργασίες ευρίσκοντο κατά τον χρόνο καταρτίσεως του άνω προσυμφώνου "στο στάδιο της αποπερατώσεως", εμβαδού μικτού 32,54 τ.μ. και καθαρού 25,58, τ.μ., με αντίστοιχο ποσοστό 35/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, αντί τιμήματος 3.200.000 δραχμών, από το οποίο καταβλήθηκε κατά την υπογραφή του παραπάνω προσυμφώνου το ποσό των 300.000 δραχμών, το δε υπόλοιπο ποσό των 2.900.000 δραχμών συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την παράδοση του διαμερίσματος αποπερατωμένου και κατάλληλου για χρήση (...). Τα διαμερίσματα αυτά παραδόθηκαν από τον εργολάβο αποπερατωμένα, από κατασκευαστικής πλευράς, στον τρίτο εναγόμενο στις 30-8-1995, στην δε δεύτερη εναγομένη σε προγενέστερο χρόνο (...). Έκτοτε οι εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν ο καθένας στα παραπάνω διαμερίσματά τους, χωρίς όμως να έχει γίνει και σύνδεση των εν λόγω διαμερισμάτων με τα δίκτυα της Δ.Ε.Η. και της 'Υδρευσης (...), και για το λόγο αυτό χρησιμοποιούσαν αρχικά το εργοταξιακό νερό και ρεύμα, έγινε δε προσωρινή σύνδεση των διαμερισμάτων τους με τα άνω δίκτυα (...).Επίσης αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες μετά την υπαναχώρησή τους από την εργολαβική σύμβαση, με την από 4-12-1996 εξώδικο διαμαρτυρία - δήλωσή τους προς την δεύτερη και τρίτο των εναγομένων, στους οποίους επιδόθηκε στις 11-12-1996, καθώς και προς τους λοιπούς εκ προσυμφώνου αγοραστές, αναφερόμενες στην υπερημερία του εργολάβου, την υπαναχώρησή τους από την σύμβαση και στο γεγονός ότι αυτός εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως εργολάβος της οικοδομής και να τους υπόσχεται, όπως πρόσφατα πληροφορήθηκαν, την μεταβίβαση, με οριστικά συμβόλαια, των διαμερισμάτων που προσυμφώνησε να τους πωλήσει, τους επεσήμαναν, επικαλούμενες και τους όρους της εργολαβικής σύμβασης, κατά λέξει ότι: "Η ενδεχόμενη οριστικοποίηση των προσυμφώνων σας είναι πλέον υπόθεση δικιά μας και όχι του πρώην εργολάβου. Γιατί, όπως αναφέρουμε και παραπάνω, μετά την έκπτωση του εργολάβου τα τυχόν υπάρχοντα κτίσματα επί του οικοπέδου, παραμένουν επ' ωφελεία των οικοπεδούχων", καθώς και ότι, εφόσον ο εργολάβος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του, δεν υποχρεούνται οι ίδιες "να μεταβιβάσουν ποσοστά του οικοπέδου σε κανέναν". Επίσης, με την ίδια εξώδικο, διαμαρτυρήθηκαν προς τους παραπάνω αγοραστές (...). και επικαλούμενες περαιτέρω τις ελλείψεις των διαμερισμάτων της αντιπαροχής τους, το γεγονός ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη εκ μέρους του εργολάβου η διαδικασία παραλαβής της οικοδομής από την Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών που ο τελευταίος όφειλε προς το Ι.Κ.Α μέχρι την προτεραία της κηρύξεώς του εκπτώτου (30-10-1996), αλλά και ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν σε 262 επιπλέον ημερομίσθια, τους κάλεσαν να συνεργαστούν με αυτές και να φροντίσουν να αποπερατωθούν οι χώροι της αντιπαροχής τους καθώς και να εξοφληθούν οι υποχρεώσεις του εργολάβου προς το Ι. Κ. Α μέσα σε εύλογο χρόνο, δηλώνοντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ασκήσουν όλα τα νόμιμα δικαιώματά τους. Στην εξώδικο αυτή, δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε οι εναγόμενοι επικαλούνται, ότι απάντησε κάποιος από τους παραπάνω εκ προσυμφώνου αγοραστές, και ακολούθως ασκήθηκε από τις ενάγουσες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης η υπ' αριθ. κατ. 204/7-2-1997 αίτησή τους κατά του εργολάβου, με την οποία ζητούσαν να ληφθούν σε βάρος του ασφαλιστικά μέτρα, προκειμένου να αναγνωρισθούν προσωρινά συννομείς και συγκάτοχοι των μη μεταβιβασθέντων σ' αυτόν ποσοστών της οικοδομής και του οικοπέδου, να διαταχθεί η αποβολή του και η εγκατάσταση των ιδίων στα εν λόγω ποσοστά, να αναγνωρισθεί προσωρινά η κήρυξη του εργολάβου εκπτώτου από το δικαίωμα συνεχίσεως των οικοδομικών εργασιών και να απαγορευθεί σ' αυτόν να εμφανίζεται ενώπιον οιασδήποτε υπηρεσίας και να ενεργεί ως εργολάβος - κατασκευαστής της οικοδομής. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, κατόπιν αυτοψίας, που διενήργησε η Ειρηνοδίκης που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση, η υπ' αριθ. 423/1997 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση και την κύρια παρέμβαση, που, κατά την συζήτηση της αιτήσεως, άσκησαν οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων καθώς και οι προαναφερθέντες λοιποί εκ προσυμφώνου αγοραστές, διώκοντες την απόρριψη της εναντίον του εργολάβου αιτήσεως, απαγόρευσε προσωρινά στον τελευταίο την συνέχιση των οικοδομικών εργασιών και την εμφάνισή του ως εργολάβου ενώπιον οιασδήποτε υπηρεσίας, αποκρύπτοντας την έκπτωσή του, δεχόμενο ότι αυτός κατέστη υπερήμερος και ότι η υπαναχώρηση των εναγουσών, μετά την πάροδο της συμφωνημένης προθεσμίας των 22 μηνών (18+4), που είχε ήδη λήξει, όταν του επέδωσαν στις 31-10-1996 την προαναφερόμενη εξώδικό τους, επέφερε τη λύση της εργολαβικής συμβάσεως, ενώ περαιτέρω δέχθηκε ότι οι εκ προσυμφώνου αγοραστές, μεταξύ των οποίων και οι δεύτερη και τρίτος των εναγομένων, νομίμως κατέχουν τα διαμερίσματά τους, στα οποία εγκαταστάθηκαν με τη συναίνεση των εναγουσών και νομίμως τους παραδόθηκε από τον εργολάβο η νομή και κατοχή αυτών, εν γνώσει και με την έγκριση των εναγουσών οικοπεδούχων και ότι συνακόλουθα οι κυρίως παρεμβαίνοντες απέκτησαν πλέον δικαιώματα νομής και κατοχής σ' αυτά. Επίσης με την παραπάνω απόφαση τάχθηκε προθεσμία τριάντα ημερών, από την επίδοσή της, προς άσκηση τακτικής αγωγής, εντός δε της προθεσμίας αυτής οι ενάγουσες άσκησαν την υπ' αριθ. κατ. 21076/6-6-1997 αγωγή τους, που προαναφέρθηκε, κατά του εργολάβου και των εκ προσυμφώνου αγοραστών α) Α. Κ. και β) Σ. Μ. και Β. συζ. Σ. Μ., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 30735/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε το έγκυρο της εκ μέρους των εναγουσών άσκησης, στις 31-10-1996, του δικαιώματός τους της συμβατικής υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση καθώς και την κυριότητά τους επί των προσυμφωνηθέντων προς τους παραπάνω εναγομένους από τον εργολάβο διαμερισμάτων, την νομή των οποίων τους υποχρέωσε να αποδώσουν στις ενάγουσες. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης ασκήθηκαν από τον εργολάβο και τους προαναφερθέντες αγοραστές εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1604/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ' ουσίαν αυτές, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως οι ενάγουσες άσκησαν την ένδικη υπ' αριθ. κατ. 45620/2-11-2010 αγωγή τους κατά των ήδη εναγομένων, πλην όμως η άσκηση αυτής, με την οποία διώκουν, κατά τα προεκτεθέντα, την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί των επιδίκων δύο διαμερισμάτων των εναγομένων και την απόδοση της νομής τους, είναι αντίθετη προς τις υπαγορευόμενες από την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών καθώς και προς τον επιδιωκόμενο κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του ασκουμένου δι' αυτής δικαιώματος, ενόψει του ότι οι εδώ εναγόμενοι, κατά τον χρόνο της προς αυτούς επιδόσεως (11-12-1996) της εξωδίκου δηλώσεως των οικοπεδούχων, με την οποία τους γνωστοποιούσαν την κήρυξη εκπτώτου του εργολάβου, είχαν ήδη αμφότεροι εξοφλήσει ολοσχερώς το συμφωνηθέν τίμημα των διαμερισμάτων τους, ο μεν τρίτος εναγόμενος από 30-8-1995, η δε δεύτερη από 25-1-1996 (... ), εξόφληση που έγινε σε χρόνο ενόσω ο εργολάβος δεν είχε ακόμη καταστεί υπερήμερος (...). Όλο δε το χρονικό διάστημα από της εγκαταστάσεως των εναγομένων στα διαμερίσματά τους μέχρι της προς αυτούς επιδόσεως (11-12-1996) της άνω εξωδίκου των εναγουσών, οι τελευταίες δεν διετύπωσαν κάποια αντίρρηση για την ανωτέρω εγκατάστασή τους και επίσης δεν αντέδρασαν όταν οι εναγόμενοι μαζί με τους λοιπούς εκ προσυμφώνου και με οριστικά συμβόλαια αγοραστές τον Νοέμβριο του 1996 κατέβαλαν από κοινού χρήματα στο μηχανικό της οικοδομής, προκειμένου να διενεργηθεί αυτοψία για την προσωρινή σύνδεση των διαμερισμάτων τους με τα δίκτυα της Δ.Ε.Η και της ύδρευσης, όπως προκύπτει από την από 12-11-1996 απόδειξη που προσκομίζει ο τρίτος εναγόμενος, για το ποσό των 120.000 δραχμών που κατέβαλε στη δεύτερη εναγομένη για τον παραπάνω λόγο (...). Αλλά και μετά την επίδοση της άνω εξωδίκου, ενόψει του ότι ο εργολάβος είχε ουσιαστικά από τον Δεκέμβριο του 1995 εγκαταλείψει το έργο, οι εναγόμενοι και οι λοιποί με προσύμφωνα αγοραστές συνέβαλαν οικονομικά από κοινού και σε συνεργασία με τις ενάγουσες για την αποπεράτωση των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής καθώς και για την λειτουργία του ασανσέρ και της κεντρικής θέρμανσης, όπως κατηγορηματικά κατατέθηκε από τον έχοντα ιδίαν αντίληψη ως άνω μάρτυρα ανταπόδειξης, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του τρίτου εναγομένου, ο οποίος, λόγω της χρόνιας ψυχικής του πάθησης, είχε, για κάποια χρονικά διαστήματα, ανάγκη από τη συνδρομή τρίτου προσώπου προς διεκπεραίωση των υποθέσεών του, τις οποίες και επιμελούνταν ο εν λόγω μάρτυρας, ενώ κατέβαλαν προς την Δ.Ε.Η και ανεξόφλητους από τον εργολάβο λογαριασμούς ποσού 200.000 δραχμών. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της παραπάνω εξωδίκου, στην οποία οι ενάγουσες καλούν τους εναγομένους και τους προαναφερθέντες εκ προσυμφώνου αγοραστές να συνεισφέρουν μόνον στην αποπεράτωση των διαμερισμάτων της αντιπαροχής τους και την εξόφληση προς το Ι.Κ.Α των οφειλομένων, κατά την εργολαβική σύμβαση, από τον εργολάβο ασφαλιστικών εισφορών, όχι δε και στην αποπεράτωση των άνω ελλείψεων, τις οποίες ουδόλως μνημονεύουν, ακριβώς διότι από κοινού σε προγενέστερο χρόνο τις αποκατέστησαν (...). Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι, ανταποκρινόμενοι στο διατυπωθέν με την παραπάνω εξώδικο αίτημα των εναγουσών για την προς το Ι.Κ.Α εξόφληση των οφειλομένων από τον εργολάβο ασφαλιστικών εισφορών, συνεισέφεραν τα ποσά των 223.671 και 203.337 δραχμών. Με τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι οι ενάγουσες από της εγκαταστάσεως των εναγομένων στα διαμερίσματά τους μέχρι την επίδοση προς αυτούς της άνω εξωδίκου (11-12-1996), τους διαβεβαίωσαν, παρά τα προβλήματα, που από 1-3-1996 ανέκυψαν στις σχέσεις τους με τον εργολάβο, ότι θα συμπράξουν στην κατάρτιση των οριστικών τους συμβολαίων, συνεργαζόμενοι μέχρι τότε ομαλά με τους δεύτερη και τρίτο των εναγομένων και αποδεχόμενοι την οικονομική συνεισφορά των τελευταίων για την αποπεράτωση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής και την εξόφληση των οφειλομένων από τον εργολάβο ασφαλιστικών εισφορών, χωρίς, πέραν της αιτηθείσης συνεισφοράς τους για τις παραπάνω αιτίες, να ζητήσουν και κάποιο πρόσθετο τίμημα, προς αντιμετώπιση της νέας οικονομικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε γι' αυτούς από την υπερημερία του εργολάβου, καθώς και ότι παρήλθαν 13 και πλέον έτη από της ασκήσεως της υπ' αριθ. κατ. 21076/6-6-1997 αγωγής των εναγουσών κατά των προαναφερομένων λοιπών εκ προσυμφώνου αγοραστών, με το αυτό αίτημα, χωρίς στο διαρρεύσαν παραπάνω χρονικό διάστημα των 13 ετών να υπάρξει εκ μέρους τους κάποια όχληση προς τους εναγομένους ή άλλου είδους αντίδραση απέναντί τους, ευλόγως δημιουργήθηκε στους τελευταίους η πεποίθηση ότι οι ενάγουσες τους αναγνώριζαν ως κυρίους των επιδίκων διαμερισμάτων και ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν και εναντίον τους την ένδικη αξίωσή τους, παρά την διατυπωθείσα στην προγενέστερη ως άνω αγωγή τους επιφύλαξη, παρίσταται καταχρηστική, εκτός των ανωτέρω και διότι η ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε και έχει διαρκέσει άνω της 15ετίας από της εγκαταστάσεως των εναγομένων στα παραπάνω διαμερίσματά τους, το έτος 1995, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (2010), θα έχει δυσμενείς γι' αυτούς συνέπειες, αφού θα απωλέσουν ένα ικανό περιουσιακό στοιχείο για την αγορά του οποίου η μεν δεύτερη εναγομένη διέθεσε όλες τις οικονομίες της, ενώ το διαμέρισμα του τρίτου εναγομένου αγοράσθηκε, λόγω της χρόνιας ψυχικής του πάθησης και της εξ αυτής οικονομικής του αδυναμίας αποκλειστικά με δικά τους χρήματα, πλέον των χρηματικών ποσών που λόγω της υπερημερίας του εργολάβου επιπλέον διέθεσαν και τα οποία σε αντίθετη περίπτωση δεν θα κατέβαλαν". Υπό τις παραδοχές του αυτές, βάσει των οποίων το Εφετείο δέχθηκε την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειουσών, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες εκθέτοντας στην ελάσσονα πρότασή του χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του ΑΚ για την επέλευση της έννομης συνέπειας την οποία απήγγειλε το Εφετείο. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-2-2014 αίτηση των Ε. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2391/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ