Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2042 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Εκβίαση.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για συκοφαντική δυσφήμηση και απόπειρα εκβίασης και απόρριψη των λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στοιχεία των εγκλημάτων. Όταν ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου, είναι αυτονόητη η γνώση και δεν απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με αυτήν, περιστατικών. Αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμη, αφού στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν. Αιτίαση ότι δεν αξιολογήθηκαν οι ενδείξεις είναι απαράδεκτη γιατί ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2042/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Καμπέρη, περί αναιρέσεως της 3146/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1109/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στα άρθρα 362 και 363 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 385 παρ. 1 στοιχ. γ του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος απαιτούνται α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζομένου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθεαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζομένου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής επενέργησε. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή όπως προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθείαν στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβίασης, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για συκοφαντική δυσφήμηση ή εκβίαση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, αλλά περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 3146/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες συκοφαντικής δυσφημήσεως και απόπειρας εκβιάσεως σε βάρος του Ψ, πράξεις που τέλεσαν με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι 1) για συκοφαντική δυσφήμηση του Ψ, την οποία τέλεσαν με όσα, εν γνώσει τους, ψευδή ισχυρίσθηκαν γι' αυτόν στην από 8.8.2002 αίτηση πτωχεύσεως που κατέθεσαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και 2) για απόπειρα εκβίασης του ιδίου, που συνίσταται στο ότι επιχείρησαν να τον εξαναγκάσουν να τους καταβάλει ποσό 7.000 €, που γνώριζαν ότι δεν τους όφειλε, χρησιμοποιώντας ως απειλή την επίδοση προς αυτόν αιτήσεως πτωχεύσεώς του. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, κατά λέξη, ήτοι: "Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτουν τα εξής: Ο εγκαλών Ψ και ο Φ, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν έμποροι, με αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ειδών πληροφορικής, διατηρώντας καταστήματα ο πρώτος επί της οδού ... και ο δεύτερος επί της οδού ... (γειτονικά), είχαν δε μεταξύ τους εμπορική συνεργασία. Η εταιρία των κατηγορουμένων (νομίμων εκπροσώπων αυτής) με την επωνυμία "Τ. ΜΡ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΑΕ" ήταν επίσης έμπορος, ασχολουμένη με την εμπορία ειδών πληροφορικής και συνεργαζόταν με τον Φ, στον οποίο με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως πώλησε και παρέδωσε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα εμπορεύματα σχετικά με την εμπορία του. Λόγω υπολοίπου οφειλής του Φ, ύψους 7.000 ευρώ περίπου, προς την ως άνω εταιρία των κατηγορουμένων, οι τελευταίοι άσκησαν εναντίον του Φ, αλλά και εναντίον του εγκαλούντος Ψ, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την υπ` αριθ. καταθέσεως 1854/8.8.2002 αίτηση πτωχεύσεως, με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι ο Φ (οφειλέτης - πελάτης τους) μεταβίβασε ολόκληρο το ενεργητικό της προσωπικής του εταιρίας στον εγκαλούντα Ψ, ο οποίος συνέστησε την ατομική επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "..." προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά των εμπορικών δραστηριοτήτων του Φ και με μοναδικό σκοπό τη ματαίωση της πληρωμής όλων των οφειλών αυτού (Φ) προς τους δανειστές του και την εταιρία τους και ότι αυτοί έπαυσαν να πληρώνουν τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά τους χρέη, ζήτησαν να κηρυχθούν αυτοί σε κατάσταση πτωχεύσεως. Όμως, τα παραπάνω περιστατικά που διαλαμβάνονται στην ως άνω αίτηση πτωχεύσεως της εταιρίας των κατηγορουμένων, σε βάρος του εγκαλούντος Ψ, ήταν ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτού, αλλά και την πίστη και την επαγγελματική - επιχειρησιακή φήμη αυτού, τελούσαν δε εν γνώσει της αναληθείας αυτών οι κατηγορούμενοι, αφού γνώριζαν οι τελευταίοι ότι από καμιά αιτία δεν τους όφειλε ο εγκαλών οποιοδήποτε ποσό, δεν είχε παύσει τις πληρωμές του και σε ουδεμία ενέργεια είχε προβεί (αγορά του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του Φ) προς συγκάλυψη του Φ, προς ματαίωση της ικανοποίησης της αξιώσεως της εταιρίας τους κατά του Φ. Τα παραπάνω δε ψευδή περιστατικά, τα οποία περιήλθαν σε γνώση του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, του Γραμματέα που παρέλαβε την αίτηση πτωχεύσεως και των δικηγόρων που επελήφθησαν της όλης υπόθεσης, έβλαψαν τον εγκαλούντα και την περιουσία αυτού (καταχωρήθηκε αυτός στο βιβλίο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ως οφειλέτης, κ.λπ.). Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι, κατά τον ίδιο παραπάνω τόπο και χρόνο, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος και συγκεκριμένα ύψους 7.000 ευρώ, επιχείρησαν να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα Ψ να τους καταβάλει το παραπάνω χρηματικό ποσό, χρησιμοποιώντας ως αποτελεσματική απειλή την επίδοση προς αυτόν της ως άνω αιτήσεως πτωχεύσεως, η οποία (ενέργειά τους αυτή) ενέχει συναγόμενη απειλή εμμονής στη δικαστική διαδικασία της πτώχευσης, προς εξαναγκασμό του εγκαλούντος στην καταβολή του ως άνω μη οφειλομένου απ` αυτόν ποσού των 7.000 ευρώ, πλην όμως η πράξη τους αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους και συγκεκριμένα γιατί ο εγκαλών δεν ενέδωσε στην απειλή τους και άφησε να εκδικασθεί η αίτησή τους, η οποία τελικά απορρίφθηκε με την υπ` αριθ. 1126/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και δεν τους κατέβαλε το ως άνω ποσό". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκαν. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της απόπειρας εκβιάσεως, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας - χωρίς όρκο του πολιτικώς ενάγοντος και ένορκη του ετέρου -, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία του κατηγορουμένου - 2ου αναιρεσείοντος που είχε παραστεί, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που είχαν εξεταστεί), από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: α) Ως προς τη συκοφαντική δυσφήμηση, παρατίθεται στην απόφαση το δυσφημιστικό για τον εγκαλούντα γεγονός που περιλαμβάνεται στην υπ` αριθ. καταθ. 1854/8.8.2002 αίτηση πτωχεύσεως, που άσκησαν οι κατηγορούμενοι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ότι δηλαδή το περιεχόμενο της ως άνω αιτήσεως πτωχεύσεως ήταν, ως προς τον εγκαλούντα, ψευδές. Περαιτέρω, η γνώση των αναιρεσειόντων ως προς το ψευδές του ισχυρισμού τους ότι ο οφειλέτης τους Φ μεταβίβασε ολόκληρο το ενεργητικό της προσωπικής του εταιρίας στον εγκαλούντα, ο οποίος συνέστησε ατομική επιχείρηση προς εξυπηρέτηση αποκλειστικά των εμπορικών δραστηριοτήτων του Φ και μοναδικό σκοπό τη ματαίωση της πληρωμής όλων των χρεών του τελευταίου προς τους δανειστές του και την εταιρία τους και ότι ο εγκαλών έπαυσε να πληρώνει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά του χρέη αιτιολογείται πλήρως από την παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προσωπική αντίληψη ότι από καμιά αιτία δεν τους όφειλε ο εγκαλών οποιοδήποτε ποσό, ότι δεν είχε παύσει τις πληρωμές του και ότι σε καμιά ενέργεια δεν είχε προβεί προς συγκάλυψη του Φ, προς ματαίωση της ικανοποίησης της αξιώσεως της εταιρίας τους κατά του τελευταίου, οπότε γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Σε σχέση δε με τη μερικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως αιτιολογίας, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναγράφεται στην απόφαση αν όσα περιέχονται στην αίτηση πτωχεύσεως ανεγράφησαν κατόπιν εντολής των αναιρεσειόντων προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ή αν οι τελευταίοι αποδέχθηκαν τις συμβουλές και τις υποδείξεις αυτού όσον αφορά τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες η εταιρία τους θα έπρεπε να προβεί για την ικανοποίηση της αξιώσεώς τους, τοσούτω μάλλον καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ισχυρισμός ότι τα προαναφερόμενα ανεγράφησαν στην αίτηση πτωχεύσεως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους χωρίς αυτοί να έχουν δώσει τέτοια εντολή δε είχε προταθεί στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Τέλος, η μερικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και δεν συναξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα η συμπεριλαμβανομένη στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρα ... και η απολογία του δευτέρου από αυτούς είναι αβάσιμη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω, από τα οποία κρίθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά που έγιναν δεκτά και οδήγησαν το Δικαστήριο στην καταδικαστική του για τους αναιρεσείοντες απόφαση. Η αιτίαση δε ότι δεν αξιολογήθηκαν οι ενδείξεις για τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως του Φ ως σύνολο στο μηνυτή Ψ που καταφανώς προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία είναι απαράδεκτη γιατί ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας. Και β) ως προς την απόπειρα της εκβίασης, παρατίθεται στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι αποπειράθηκαν να εξαναγκάσουν τον εγκαλούντα σε πράξη από την οποία θα επερχόταν ζημία του (να τους καταβάλει το μη οφειλόμενο ποσό των 7.000 ευρώ), ότι ο εξαναγκασμός έγινε με απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του τελευταίου (επίδοση της αιτήσεως πτωχεύσεως, με όλες τις συνέπειες - δικαστικούς αγώνες κ.λ.π. - που αυτή θα συνεπαγόταν) και ο σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο παραπάνω ποσό που δεν αποτελούσε νόμιμη απαίτησή τους, τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά, που έγινε δεκτό ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, υπάγονται στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 385 παρ. 1 στοιχ. γ και 42 παρ. 1 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Μαΐου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 4821/2008) αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ` αριθ. 3146/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Οκτωβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή