Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1281 / 2013    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Υπέρβαση εξουσίας, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία εγκλημάτων. Ως προς την ηθική αυτουργία, προσδιορίζονται τα μέσα και ο τρόπος, με τον οποίο ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στην αυτουργό την απόφαση να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε. Λόγος αναιρέσεως ότι έπρεπε να αναβληθεί η δίκη κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ απορρίπτεται γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Όχι υπέρβαση εξουσίας. Αίτημα αναβολής για κρείσσονες και αυτοτελής ισχυρισμός για αναγνώριση ελαφρυντικών ήταν αόριστοι. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο, ως εκ περισσού, τους απέρριψε αιτιολογημένα. Ορθώς επιβλήθηκαν στην μια αναιρεσείουσα τρεις ποινές (μία για την ψευδορκία και ανά μία για τη συκοφαντική δυσφήμηση καθενός από τους δύο παθόντες) και όχι δύο. Απόρριψη αιτήσεων και προσθέτων λόγων.




Αριθμός 1281/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Ε. Κ. συζ. Σ. Π. και 2. Σ. Π. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπόλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1668/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την E. P. R. του R., κατοίκου ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Μαρτίου 2013 δύο χωριστές αιτήσεις αναίρεσης όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τα από 2 Σεπτεμβρίου 2013 δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 442/13
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 27.3.2013 (με αριθ. πρωτ. 2320 και 2321/2013) αιτήσεις των Ε. Κ., συζ. Σ. Π., του Α. και Σ. Π. του Ν., αντιστοίχως, μετά των από 2.9.2013 προσθέτων αυτών λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 2.9.2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), για αναίρεση της 1668/2013 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, με την προβλεπόμενη σ' αυτή ποινή τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπόμενου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, με την έννοια της βεβαιότητας-επίγνωσης, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και της δυνατότητας του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως απ' αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαιτέρων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α) πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ., αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στα εγκλήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που προβλέπονται από τα άρθρα 229§1, 224§2 και 362 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των οποίων απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα καταμηνυθέντα, ενόρκως κατατεθέντα, ισχυριζόμενα ή διαδιδόμενα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1668/2013 απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες τον μεν Σ. Π. ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα, συκοφαντικής δυσφημήσεως και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και σε συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος των εγκαλούντων Δ. Μ. και E. P. R., την δε Ε. Κ. ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος των ιδίων, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών τον πρώτο και δεκαοκτώ (18) μηνών τη δεύτερη, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο πρώτος από τους εγκαλούντες Δ. Μ. ήταν παιδικός φίλος με τον πρώτο κατηγορούμενο Σ. Π., μοναδικό εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΕΖ ΜΟΝ ΕΠΕ" και το πατρικό εξοχικό σπίτι του πρώτου κατηγορουμένου είναι το διπλανό διαμέρισμα από την κατοικία των εγκαλούντων, στο ... . Κατά τον Φεβρουάριο του 2004, ο πρώτος κατηγορούμενος εξέθεσε στους εγκαλούντες ότι η ως άνω εταιρεία του και ο ίδιος προσωπικά είχαν προβλήματα ρευστότητας και ζήτησε να του δανείσουν χρήματα, με την υπόσχεση ότι θα τα επέστρεφε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Με τις διαβεβαιώσεις αυτές οι εγκαλούντες έδωσαν στον πρώτο κατηγορούμενο, σε τρεις δόσεις, το συνολικό ποσό των 18.000 ευρώ. Στις 26.2.2005, επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος καθυστερούσε την επιστροφή των ως άνω χρημάτων, που του είχαν δοθεί υπό μορφή ατόκου δανείου, κάλεσαν αυτόν να επιστρέψει το ποσό αυτό, όμως, μετά από συζητήσεις οι εκκαλούντες αποδέχθηκαν να τους επιστρέψει ο πρώτος κατηγορούμενος το δανεισθέν ως άνω ποσό μέχρι το Πάσχα του 2005 και εκείνος τους παρέδωσε την ... τραπεζική επιταγή, ποσού 18.500 ευρώ, με τόπο έκδοσης την Αθήνα, και χρόνο 18.4.2005, από τον λογαριασμό της ως άνω εταιρείας στην ALPHA BANK, την οποία υπέγραψε ο ίδιος, ως διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας, σε διαταγή της δεύτερης εγκαλούσης, παράλληλα υπέγραψε και σχετική απόδειξη είσπραξης του ποσού αυτού, με πλήρη τα στοιχεία της ως άνω επιταγής. Το ποσό της επιταγής αντιπροσώπευε το ποσό του δανείου και επί πλέον 500 ευρώ, που από μόνος του ο πρώτος κατηγορούμενος συμπλήρωσε λόγω της καθυστέρησης επιστροφής των ως άνω χρημάτων. Την 18.4.2005, εμφανίστηκε η επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δεν υπήρχαν αντίστοιχα, προς το ποσό αυτής, διαθέσιμα κεφάλαια και την επομένη 19.4.2005 βεβαιώθηκε, από την πληρώτρια τράπεζα, επί του σώματος της επιταγής η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Έκτοτε ο πρώτος κατηγορούμενος εξαφανίσθηκε. Ενόψει αυτών, η δεύτερη εγκαλούσα προέβη στην έκδοση της 6175/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε, δυνάμει της 741/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και απορρίφθηκε η κατά της διαταγής πληρωμής ασκηθείσα ανακοπή της ως άνω εταιρείας. Παρόλα αυτά ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας ως διαχειριστής και εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, στις 13.7.2005, κατέθεσε την από 11.7.2005 μήνυση του, με την οποία ισχυρίστηκε ότι το 2004 είχε δανειστεί από τους εγκαλούντες ποσό κεφαλαίου μόνο 13.000 ευρώ και ότι το υπόλοιπο ποσό μέχρι το ποσό των 18.500 ευρώ, που αναγραφόταν στην επιταγή ..., αφορούσε παράνομους τόκους και ότι, κατά τη σύναψη του δανείου, συμφωνήθηκε μεταξύ τους παρανόμως επιτόκιο από 42% ετησίως. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι η επιταγή αυτή παραδόθηκε από αυτόν προς τους εγκαλούντες λευκή και ότι οι εγκαλούντες συμπλήρωσαν αυτήν αυθαιρέτως με τα στοιχεία του τόπου, του χρόνου και του ποσού, παρά την συμφωνία τους και πέτυχαν παράνομα την έκδοση διαταγής πληρωμής. Το περιεχόμενο της ως άνω μηνύσεως είναι ψευδές, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, εφόσον η ως άνω επιταγή παραδόθηκε στους εγκαλούντες συμπληρωμένη, το ποσό αυτής δεν ενσωμάτωνε παράνομους τοκογλυφικούς τόκους, αλλά αφορούσε το ποσό του δανείου, προέβη δε στην ενέργεια του αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε ότι το περιεχόμενο της μηνύσεως του ήταν ψευδές, αφού ο ίδιος είχε συνάψει την ως άνω σύμβαση δανείου και είχε εκδώσει την προαναφερθείσα τραπεζική επιταγή, ο ίδιος, επίσης είχε υπογράψει και την από 26.2.2005 απόδειξη είσπραξης ποσού 18.500 ευρώ, που αναγνώστηκε και αναφέρεται στα πρακτικά, προέβη δε στην υποβολή της εγκλήσεως αυτής, προκειμένου να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων για τις αξιόποινες πράξεις της τοκογλυφίας και πλαστογραφίας με χρήση από κοινού, που, ωστόσο, απορρίφθηκε με την ΕΓ 124-08/89/4Δ/16.6.2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Παράλληλα, με την υποβολή της ψευδούς αυτής μηνύσεως του ο πρώτος κατηγορούμενος, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της, ισχυρίστηκε και διέδωσε για τους εγκαλούντες Έ. Ρ. και Δ. Μ. ότι τέλεσαν τις πράξεις της τοκογλυφίας από κοινού και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού. Οι ισχυρισμοί αυτοί ήσαν ικανοί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, τους οποίους παρουσίαζε ως τοκογλύφους και πλαστογράφους ήτοι ανθρώπους με παραβατική συμπεριφορά. Επί πλέον ο ίδιος κατηγορούμενος, στις 18.1.2006, εξεταζόμενος, ενόρκως, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών Ζωής Καραθανάση και του Γραμματέως Αλεξάνδρου Κοντού ως μάρτυρας, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ως άνω εγκλήσεως του, παρόλο που γνώριζε ότι το περιεχόμενο αυτής ήταν ψευδές. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η δεύτερη κατηγορούμενη, στις 18.1.2006, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυς ενώπιον της Πταισματοδίκου Ζωής Καραθανάση και του Γραμματέα Αλέξανδρου Κοντού, όταν διενεργείτο προκαταρκτική εξέταση, κατέθεσε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "...
Επειδή στην ως άνω εταιρεία υπήρχαν οικονομικές δυσκολίες ο σύζυγος μου την 27.2.2004 ζήτησε από τον Δ. Μ. να τον δανείσει 10.000 ευρώ τα οποία θα επέστρεφε στις 27.6.2004 εντόκως με επιτόκιο 3,5% μηνιαίως για τα οποία ο σύζυγος μου του έδωσε αντίστοιχη επιταγή. Την ημερομηνία αυτή δεν υπήρχε δυνατότητα να επιστραφούν, οπότε κατόπιν συνεννοήσεως με τους μηνυόμενους ο σύζυγος μου πήρε πάλι απ' αυτούς δάνειο 3.000 ευρώ με το ίδιο επιτόκιο και ανανέωσε την επιταγή, που περιλαμβάνει όλα τα ανωτέρω ποσά με τους τόκους για την 27.11.04, με την βεβαιότητα ότι ο σύζυγος θα έπαιρνε κάποιο δάνειο και θα τους εξοφλούσε. Πλην όμως το δάνειο αυτό δεν εκδόθηκε και την ημερομηνία αυτή ο σύζυγος μου τους παρέδωσε μία λευκή επιταγή, μόνο με την υπογραφή του και κανένα άλλο στοιχείο, με την συμφωνία ότι το ποσό θα αναγραφόταν κατόπιν κοινής συμφωνίας τους όταν ο σύζυγος μου θα είχε τα χρήματα να τους τα δώσει με επιτόκιο 3,5% μηνιαίως. Στις 18.4.2005 οι μηνυόμενοι παρά τη συμφωνία και εν αγνοία του συζύγου μου συμπλήρωσαν ημερομηνία εκδόσεως ποσό 18.500 ευρώ και το όνομα του προσώπου σε διαταγή του οποίου εξεδόθη η επιταγή. Τα συμπληρωμένα στοιχεία στην επίδικη επιταγή δεν έχουν τον γραφικό χαρακτήρα του συζύγου μου ... Το ως άνω περιεχόμενο της κατάθεσης της δεύτερης κατηγορούμενης ήταν ψευδές και η εν λόγω κατηγορούμενη τελούσε εν γνώσει της αναληθείας αυτών ως σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου και έχουσα ζήσει από κοντά τα ως άνω πραγματικά περιστατικά. Παράλληλα, με την κατάθεση της αυτή ισχυρίστηκε ψευδώς για τους εγκαλούντες ότι είναι τοκογλύφοι και πλαστογράφοι, όλα δε τα ανωτέρω ήσαν ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψη των εγκαλούντων, τους οποίους εμφάνισε ως άτομα με την ως άνω παραβατική συμπεριφορά. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, στις 18.1.2006 με πειθώ και φορτικότητα και συνεχείς παραινέσεις προκάλεσε στην δεύτερη κατηγορούμενη - σύζυγο του, την απόφαση να προβεί στην ως άνω ψευδή κατάθεση και την διάδοση των ως άνω ψευδών γεγονότων, προκειμένου να ευδοκιμήσει η από 13.7.2005 έγκληση του σε βάρος των εγκαλούντων. Στοιχειοθετούνται, ως εκ τούτου, οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορούμενους κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση, πρέπει δε να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και σε συκοφαντική δυσφήμηση, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Σ. Π., και της ψευδορκίας μάρτυρα και των δύο συκοφαντικών δυσφημήσεων, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα Ε. Κ., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 224 παρ.2, 363-362 και 46 παρ. 1 α του ΠΚ. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α) Σαφώς αναφέρεται τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως ότι η συκοφαντική δυσφήμηση συνίσταται στο ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Ε. Κ. ισχυρίστηκε, με την από 18.1.2006 ένορκη κατάθεση της, ψευδώς, για τους εγκαλούντες ότι είναι τοκογλύφοι και πλαστογράφοι, η δε μη διαγραφή από το διατακτικό των λέξεων "και διέδωσε" οφείλεται σε φανερή παραδρομή και δεν δημιουργεί καμιά ασάφεια, β) Αιτιολογείται επαρκώς ότι η ως άνω κατηγορουμένη γνώριζε ότι όσα κατέθεσε ήταν ψευδή με την παραδοχή ότι ήταν σύζυγος του συγκατηγορουμένου της Σ. Π. και είχε ζήσει από κοντά τα γεγονότα, γ) Ακόμη, στο σκεπτικό, εκτίθεται ότι όσα ισχυρίστηκε, ψευδώς, η ανωτέρω ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, τους οποίους εμφάνιζε αυτή ως άτομα με παραβατική συμπεριφορά, δ) Προσδιορίζονται τα μέσα και ο τρόπος, με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Σ. Π. προκάλεσε στη συγκατηγορουμένη του την απόφαση να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας και των συκοφαντικών δυσφημήσεων (πειθώ, φορτικότητα, συνεχείς παραινέσεις), δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η παράθεση περαιτέρω περιστατικών. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Ε. Κ. και πρώτος, δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων και των δύο αναιρεσειόντων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Η εμπεριεχόμενη στον πρώτο πρόσθετο λόγο αιτίαση, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων (καταθέσεως πολιτικώς ενάγουσας, από 26.2.2005 αποδείξεως εισπράξεως), είναι απαράδεκτοι, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, όπως, π.χ., όταν απορρίψει αναιτιολόγητα το αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, που υπέβαλε ο κατηγορούμενος, και προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι, υπέβαλαν, δια του συνηγόρου τους, πριν ολοκληρωθεί η κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, αίτημα αναβολής της δίκης, κατ' άρθρο 352 ΚΠοινΔ, προκειμένου "να ζητηθεί από την Τράπεζα αν έχει εκδοθεί ξανά επιταγή ποσού 16.675 Ευρώ στην ίδια Τράπεζα". Το αίτημα αυτό, όπως υποβλήθηκε, ήταν παντελώς αόριστο, καθόσον δεν αναφερόταν σε τι θα χρησίμευε η προσκόμιση της επιταγής αυτής και ποια ήταν η σχέση της με τις ένδικες πράξεις, που αφορούν ψευδή καταμήνυση, κ.λπ. για τις αξιόποινες πράξεις της τοκογλυφίας και της πλαστογραφίας, οι οποίες δεν αναφέρονται στην εν λόγω επιταγή. Το Δικαστήριο, λοιπόν, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, μάλιστα, αιτιολογημένα, χωρίς να υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε το αίτημα αυτό με την ειδική αιτιολογία ότι "απορριπτέο κρίνεται και το αίτημα της υπεράσπισης των κατ/νων για αναβολή της δίκης, διότι δεν κρίνεται αναγκαία η προσκόμιση του αιτουμένου εγγράφου, για την ανεύρεση της αληθείας". Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Η του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Σ. Π. και πρώτος λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας Ε. Κ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Η ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρηση της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία α' και β', ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και β) στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Πρέπει δε, για να είναι ορισμένος ο αυτοτελής ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικού, να γίνεται επίκληση περιστατικών που να το δικαιολογούν και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Για να στοιχειοθετηθεί, ειδικώς, η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες της μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, δια του συνηγόρου τους, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, επικουρικά, να τους αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις "του άρθρου 84 παρ. 2 α και β ΠΚ". Σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε εντελώς αορίστως, αφού αναφέρονται μόνο οι νομικές διατάξεις που προβλέπουν τα ελαφρυντικά αυτά, χωρίς να γίνεται επίκληση και άλλων περιστατικών. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Ο ισχυρισμός της υπεράσπισης των κατηγορουμένων περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α και β του ΠΚ πρέπει να απορριφθεί, διότι, ενόψει της μεγάλης κοινωνικής απαξίας των αποδιδόμενων σε καθέναν από τους κατηγορούμενους αξιοποίνων πράξεων, οι κατηγορούμενοι δεν έζησαν έντιμη ζωή κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ, καθότι δεν αποδείχθηκε θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην παραπάνω περίπτωση, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ότι άνθρωποι καθ' όλα έντιμοι, όπως ισχυρίζονται ότι ήταν οι ως άνω κατηγορούμενοι, θα μπορούσαν εντελώς ξαφνικά να εμπλακούν σε τόσο βαριές αξιόποινες πράξεις, παράλληλα οι κατηγορούμενοι ωθήθηκαν στις ως άνω πράξεις τους από ταπεινά αίτια και προκειμένου να αποφύγουν την επιστροφή των δανεισθέντων ως άνω χρημάτων". Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 59 του ΚΠοινΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη ποινική δίκη και δεν είναι δυνατή ούτε σκόπιμη η ένωση των δύο, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από αυτήν ως άνω αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο δε νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφαση του. Όταν, λοιπόν, κάποιος έχει καταμηνυθεί ψευδώς για τοκογλυφία και πλαστογραφία και εκκρεμεί η ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές, πρέπει η ποινική δίκη για την ψευδή καταμήνυση και την, συνυφασμένη με αυτήν, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση να αναβάλλεται μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη για τις πράξεις της τοκογλυφίας και πλαστογραφίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η έγκληση, την οποία υπέβαλε κατά των εγκαλούντων ο αναιρεσείων Σ. Π. για τοκογλυφία και πλαστογραφία, απορρίφθηκε με την ΕΓ 124-0/89/4Δ/16.6.2008 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Επομένως, ορθώς το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη των αναιρεσειόντων για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, κ.λπ., κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται παραπάνω. Οι αναιρεσείοντες, με το πρώτο σκέλος του δευτέρου προσθέτου λόγου αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι το Τριμελές Εφετείο υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, γιατί, ενώ είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση όσον αφορά την κατηγορία της ακάλυπτης επιταγής (η 741/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η 6175/2005 διαταγή πληρωμής που αφορά την επιταγή των 18.500 ευρώ), δεν ανέβαλε, κατ' άρθρο 59 ΚΠοινΔ, τη δίκη μέχρι να κριθεί αμετακλήτως η ύπαρξη ή όχι ακάλυπτης επιταγής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον και ανεξαρτήτως του ότι η ως άνω δίκη επί της επιταγής είναι πολιτική και όχι ποινική και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 59 ΚΠοινΔ, η παρούσα δίκη εξαρτάται όχι από το αν η επιταγή αυτή ήταν ακάλυπτη, αλλά από το εάν έχουν κριθεί αμετακλήτως οι πράξεις της τοκογλυφίας και της πλαστογραφίας, για τις οποίες καταμηνύθηκαν οι εγκαλούντες, πράγμα που έγινε, αφού η ψευδής έγκληση απορρίφθηκε με εισαγγελική διάταξη.
Όπως ήδη έχει εκτεθεί, η αναιρεσείουσα Ε. Κ. κηρύχθηκε ένοχη ψευδορκίας μάρτυρα και δύο συκοφαντικών δυσφημήσεων (σε βάρος των εγκαλούντων Δ. Μ. και E. P. R.). Ορθώς, επομένως, της επιβλήθηκαν τρεις ποινές (φυλάκιση 12 μηνών για κάθε πράξη και συνολική 18 μηνών, αποτελούμενη από την πρώτη των ίσης διαρκείας ποινών επαυξημένη κατά 3 μήνες από καθεμιά από τις συντρέχουσες ποινές). Ο δεύτερος, λοιπόν, λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως της, με την οποία διατείνεται αυτή ότι το Τριμελές Εφετείο υπερέβη θετικά την εξουσία του, γιατί έπρεπε να της επιβάλει μόνο δύο ποινές (μια για την ψευδορκία και μία για τη συκοφαντική δυσφήμηση), ενώ της επέβαλε μια ακόμη ποινή για πράξη, για την οποία δεν καταδικάστηκε, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους οι κρινόμενες αιτήσεις και οι πρόσθετοι αυτών λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 27.3.2013 (με αριθ. πρωτ. 2320 και 232172013) αιτήσεις των Ε. Κ., συζ. Σ. Π., του Α. και Σ. Π. του Ν., αντιστοίχως, μετά των από 2.9.2013 προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της 1668/2013 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ