Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2346 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2346/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κατσέλη, 2) Χ2, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σοφό, 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεράγγελο, 4) Χ4, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο και 5) Χ5, κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 3690/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με συγκατηγορου-μένους τους: 1) Ψ1 2) Ψ2, 3) Ψ3, 4) Ψ4 και 5) Ψ5. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19.6.2009, 22.6.2009, 16.6.2009 και 22.6.2009, τέσσερις αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, και στο από 21.10.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων του τετάρτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 978/2009.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 16.6.2009 αίτηση αναιρέσεως του πέμπτου αναιρεσείοντος, β) να γίνει δεκτός ο προτεινόμενος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του τετάρτου αναιρεσείοντος και να παύσει οριστικώς η κατά αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη και γ) να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως των λοιπών κατηγορουμένων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι από 19-06-2009, 22-06-2009, 16-06-2009, 22-06-2009 και 16-06-2009 αιτήσεις των Χ1, Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 αντίστοιχα ως και οι από 21-10-2009 πρόσθετοι λόγοι του Χ4 για αναίρεση της 3690/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την οποία καταδικάστηκαν για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως όλοι και χρήση πλαστού εγγράφου ο πρώτος και επιβλήθηκε στον καθένα φυλάκιση επτά μηνών, στον δε Χ1 φυλάκιση δέκα μηνών. Οι αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. Η αίτηση του Χ5 πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη καθόσον αυτός, καίτοι κλήθηκε στην παρούσα δικάσιμο (βλ. το από 21.9.2009 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελητρίας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτ. Κεφαλληνίας ...) δεν παρέστη (άρθρο 514 ΚΠΔ) και καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1 και 2 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η χρησιμοποίηση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του δράστη και τη γνώση του ότι το έγγραφο που χρησιμοποίησε είναι πλαστό ή νοθευμένο (ο ενδεχόμενος δόλος ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή παρασιώπησης δεν αρκεί), περαιτέρω δε σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση αυτού άλλον για γεγονός που μπορεί αν είχε έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 220 παρ. 1 ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται..... Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται: α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 ΚΠολΔ έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο από μόνο του ή σε συσχετισμό προς άλλο να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημοσίας ή ιδιωτικής. Έγγραφο υπό την ανωτέρω έννοια αποτελούν και τα Αντίγραφα Φύλλου Μητρώου των στρατολογικών γραφείων, στα οποία καταχωρούνται ο βαθμός ικανότητας ή ανικανότητας των υπηρετούντων ή υπόχρεων να υπηρετήσουν στο στρατό, αφού παρέχουν πίστη έναντι πάντων περί της ικανότητος ή ανικανότητος των πολιτών προς στράτευση, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, εξαιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη θέλησή του να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Τα ανωτέρω δε εγκλήματα της χρήσης πλαστού εγγράφου και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως συρρέουν αληθώς, δεδομένου ότι καθένα από αυτά είναι αυτοτελές και η αντικειμενική του υπόσταση συγκροτείται από διαφορετικά στοιχεία, καθένα δε απ' αυτά δεν αποτελεί στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση του άλλου, ούτε αποτελεί αναγκαίο μέσο δια την διάπραξη αυτού, εκτός δε τούτου τα ως άνω εγκλήματα στρέφονται κατά διαφορετικών έννομων αγαθών και ειδικότερα η χρήση πλαστού εγγράφου κατά της ασφαλείας των εγγράφων συναλλαγών και η υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, όχι μόνον κατά της ασφαλείας των εγγράφων συναλλαγών, αλλά και του κύρους της δημόσιας υπηρεσίας η οποία εξαπατήθηκε και την εξέδωσε. Η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή το πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι 1) ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, όταν κλήθηκε να παρουσιαστεί στις τάξεις του Στρατού, προσκόμισε και κατέθεσε στις 25-2-2003 στο Α Στρατολογικό Γραφείο ... την ...Γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ..., με την οποία αυτή αποφαινόταν ότι κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση [Ι5], γιατί έπασχε από "μόνιμη οστεοαρθρική βλάβη του δεξιού γόνατος με δυσκαμψία και έντονες λειτουργικές διαταραχές". Έτσι πέτυχε να εκδοθεί από το παραπάνω Στρατολογικό Γραφείο μεταβολή της κρίσεως αυτού από κατάλληλο σε ακατάλληλο για στράτευση. Όμως η παραπάνω γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ..., την οποία προσκόμισε στο Στρατολογικό Γραφείο, ήταν πλαστή, γεγονός που γνώριζε, αφού αυτός ουδέποτε είχε προσέλθει για εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών το έτος 2003, η γνωμάτευση δε με αριθμό ... αφορούσε τον στρατιώτη ..., ο οποίος παρακολουθείτο από το Στρατολογικό Γραφείο ΚΕΠΒ. Στα αρχεία της Επιτροπής Απαλλαγών ... δεν βρέθηκε διακίνηση αλληλογραφίας, ούτε ιατρική γνωμάτευση, που να αφορά τον κατηγορούμενο. Την εν λόγω πλαστή γνωμάτευση παρέλαβε ο κατηγορούμενος από τον άγνωστο συντάκτη της. Ο κατηγορούμενος, με την προσκόμιση και κατάθεση της παραπάνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών στο Α Στρατολογικό Γραφείο ... και την παράσταση στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτού ότι είναι γνήσια, ενώ γνώριζε ότι είναι πλαστή, πέτυχε να παραπλανήσει να τους παραπλανήσει ότι ως πάσχων δήθεν από την αναφερόμενη νόσο κρίνεται ακατάλληλος Ι5 και να απαλλαγεί από την υποχρέωση στράτευσής του. Ακόμη πέτυχε να τους εξαπατήσει και να υφαρπάσει τη μεταβολή κρίσης από κατάλληλου σε ακατάλληλο, πράγμα που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, συνιστάμενες στην αποφυγή της εκπλήρωσης της στρατιωτικής του υποχρέωσης. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αξιόποινων πράξεων, που του αποδίδονται, της χρήσης πλαστού εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. 2) Ο τρίτος κατηγορούμενος Χ2, στις 26.7.2001 παρουσιάστηκε στο Φρουραρχείο Αθηνών και παραπέμφθηκε στο ..., όπου μετά από εξέταση διαπιστώθηκε "άρθριτις ΔΕ γόνατος" και καταγράφηκε η ένδειξη "εξάμηνη αναβολή". Στις 27.7.2001 παρουσιάστηκε στο Β Στρατολογικό Γραφείο και υπέβαλε αίτηση παραπομπής του στην Επιτροπή Απαλλαγών .... Την 1-8-2001 προσκόμισε και κατέθεσε στο Β' Στρατολογικό Γραφείο .... την ... Γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ..., με την οποία αποφαινόταν ότι κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση [Ι5], γιατί έπασχε από "δυσκαμψία δεξιού γόνατος μετά υμενίτιδος που προκαλεί επίσημη λειτουργική δυσχέρεια". Έτσι πέτυχε να εκδοθεί από το παραπάνω Στρατολογικό Γραφείο μεταβολή της κρίσεως αυτού από κατάλληλο σε ακατάλληλο για στράτευση. Όμως η παραπάνω γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας Επιτροπής Απαλλαγών ..., την οποία προσκόμισε στο Β' Στρατολογικό Γραφείο ..., ήταν πλαστή, γεγονός που γνώριζε, αφού αυτός ουδέποτε είχε προσέλθει για εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών το έτος 2001. Η γνωμάτευση δε με στοιχεία 10984/1-8-2001 είχε εκδοθεί από το κλιμάκιο της Επιτροπής Απαλλαγών στη ... και αφορούσε στον στρατιώτη ..., που εξετάστηκε εκεί στο 291 ΤΠ και κρίθηκε ικανός για κατάταξη Ι 3. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω κλιμάκιο ... είχε παραχωρηθεί αριθμός ιατρικών γνωματεύσεων, που θα εχρησιμοποιούντο εκεί, με αριθμό μονό, προς αποφυγή συγχύσεων, ενώ οι αντίστοιχες με ζυγό θα εχρησιμοποιούντο από την κεντρική επιτροπή των .... Στα αρχεία της Επιτροπής Απαλλαγών ... δεν βρέθηκε διακίνηση αλληλογραφίας, ούτε ιατρική γνωμάτευση, που να αφορά τον κατηγορούμενο. Την εν λόγω πλαστή γνωμάτευση παρέλαβε ο κατηγορούμενος από τον άγνωστο συντάκτη της Έτσι ο κατηγορούμενος με την προσκόμιση και κατάθεση της παραπάνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών στο Β Στρατολογικό Γραφείο ... και την παράσταση στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτού ότι είναι γνήσια, ενώ γνώριζε ότι είναι πλαστή πέτυχε να τους εξαπατήσει και να υφαρπάσει τη μεταβολή κρίσης του Στρατολογικού Γραφείου από κατάλληλου σε ακατάλληλο, πράγμα που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες συνιστάμενες στην αποφυγή της εκπλήρωσης της στρατιωτικής του υποχρέωσης. Το αίτημα του ως άνω κατηγορουμένου για διακοπή της δίκης, προκειμένου προς απόδειξη της πλαστότητας να προσκομιστεί ημερήσια διαταγή της Επιτροπής Απαλλαγών, με βάση την οποία οι μονοί αριθμοί και ποίοι είχαν παραχωρηθεί στη μεταβική επιτροπή απαλλαγών ..., είναι αβάσιμο και απορριπτέο, ενόψει του ότι από τα αναφερόμενα στην αρχή αποδεικτικά στοιχεία [μάρτυρες, έγγραφα κλπ] το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ουσία της υπόθεσης. Δεν είναι δε απαραίτητη η προσκόμιση της ως άνω ημερήσιας διαταγής, γιατί ο μάρτυρας ... ο οποίος διερεύνησε τις περιπτώσεις του έβδομου, όγδοου και ενδέκατου από τους κατηγορουμένους εξέτασε και την εν λόγω ημερήσια διαταγή και την αναφέρει στο από 15-2-2006 πόρισμα της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης που διενήργησε και αναγνώστηκε. Το ίδιο περιστατικό αναφέρεται και στο 30-12-2005 πόρισμα της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, που διενήργησε ο συνταγματάρχης ..., που αναγνώστηκε. [ΑΠ 95/2005, ΑΠ 15/2004 δημ/ση ΝΟΜΟΣ]. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, που του αποδίδεται. 3) ο πέμπτος κατηγορούμενος Χ3 στις 23-11-2001 παρουσιάστηκε στο Φρουραρχείο ... και παραπέμφθηκε στο .... Η διάγνωση παραπομπής ήταν "Ωτόρροια-διαταραχή ακοής". Η διά-γνωση που κατεγράφη, μετά την εξέταση στο ... ήταν "εκκριτική ωτίτιδα με βαρηκοΐα αγωγιμότητας". Στις 27-11-2001 παρουσιάστηκε στο Β' Στρατολογικό Γραφείο και υπέβαλε αίτηση παραπομπής του στην Επιτροπή Απαλ-λαγών .... Στις 29-11-2001 προσκόμισε και κατέθεσε στο Β' Στρατολογικό Γραφείο ... την ... Γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ..., με την οποία αυτή αποφαινόταν ότι κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση [Ι5], γιατί έπασχε από "βαρηκοΐα αγωγιμότητας άμφω υπό φαρμακευτική αγωγή". Έτσι πέτυχε να εκδοθεί από το παραπάνω Στρατολογικό Γραφείο μεταβολή της κρίσεως αυτού από κατάλληλο σε ακατάλληλο για στράτευση. Όμως η παραπάνω γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ..., την οποία προσκόμισε στο Β' Στρατολογικό Γραφείο ..., ήταν πλαστή, γεγονός που γνώριζε, αφού αυτός ουδέποτε είχε προσέλθει για εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών το έτος 2001. Η γνωμάτευση δε με στοιχεία ...είχε εκδοθεί από το κλιμάκιο της Επιτροπής Απαλλαγών στη ... και αφορούσε στον στρατιώτη ..., που εξετάστηκε εκεί στο 291 ΤΠ και κρίθηκε ικανός για κατάταξη Ι 4. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω κλιμάκιο ... είχε παραχωρηθεί αριθμός ιατρικών γνωματεύσεων, που θα εχρησιμοποιούντο εκεί, με αριθμό μονό, προς αποφυγή συγχύσεων, ενώ οι αντίστοιχες με ζυγό θα εχρησιμοποιούντο από την κεντρική επιτροπή των .... Στα αρχεία της Επιτροπής Απαλλαγών ... δεν βρέθηκε διακίνηση αλληλογραφίας, ούτε ιατρική γνωμάτευση, που να αφορά τον κατηγορούμενο. Την εν λόγω πλαστή γνωμάτευση παρέλαβε ο κατηγορούμενος από τον άγνωστο συντάκτη της. Έτσι ο κατηγορούμενος με την προσκόμιση και κατάθεση της παραπάνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών στο Β Στρατολογικό Γραφείο ... και την παράσταση στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτού ότι είναι γνήσια, ενώ γνώριζε ότι είναι πλαστή πέτυχε να τους εξαπατήσει και να υφαρπάσει τη μεταβολή κρίσης του Στρατολογικού Γραφείου από κατάλληλου σε ακατάλληλο, πράγμα που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες συνιστάμενες στην αποφυγή της εκπλήρωσης της στρατιωτικής του υποχρέωσης. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, που του αποδίδεται. Ο αυτοτελής ισχυρισμός του ότι πρέπει "να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη γιατί έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για χρήση πλαστού εγγράφου, που αφορά στην ίδια ως άνω ιατρική γνωμάτευση και το αδίκημα αυτό συρρέει κατ' ιδέα με αυτό της παραβάσεως του άρθρου 220 παρ. 1 ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προαναφέρεται, τα δύο αυτά αδικήματα συρρέουν αληθώς, δεδομένου ότι καθένα απ' αυτά είναι αυτοτελές και η αντικειμενική του υπόσταση συγκροτείται από διαφορετικά στοιχεία, κανένα δε απ' αυτά δεν αποτελεί στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση άλλου, ούτε αποτελεί αναγκαίο μέσο δια την διάπραξη αυτού, εκτός δε τούτου τα ως άνω εγκλήματα στρέφονται κατά διαφορετικών εννόμων αγαθών. 4) Ο έβδομος κατηγορούμενος Χ4, ο οποίος είχε και παλιότερα λάβει αναβολή στράτευσης αρχικά λόγω σπουδών και στη συνέχεια επειδή έπασχε από κάκωση έξω μηνίσκου δεξιού γόνατος, στις 26-7-2001, επικείμενης κατάταξής του στις 30-7-2001, παρουσιάστηκε στο Στρατολογικό Γραφείο ... και παραπέμφθηκε στο ορθοπεδικό τμήμα των εξωτερικών ιατρείων του ..., όπου διαπιστώθηκε "υποτροπή οσφυοϊσχυαλγίας ΔΕ ριζίτικα σύστοιχα" με την ένδειξη εξάμηνης αναβολής. Στις 27-7-2001 υπέβαλε αίτηση παραπομπής στην Επιτροπή Απαλλαγών ... και παρέλαβε ο ίδιος τα σχετικά έγγραφα. Στις 5-9-2001 εισήλθε στο ως άνω Στρατολογικό Γραφείο προερχόμενη από την Επιτροπή Απαλλαγών ... η ... γνωμάτευση της Επιτροπής αυτής, με την οποία αποφαινόταν ότι κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση [Ι5], γιατί έπασχε από "μεγάλου βαθμού σπονδυλολίσθηση 05-11 με έντονες λειτουργικές διαταραχές και ριζίτικες εκδηλώσεις". Έτσι πέτυχε να εκδοθεί από το παραπάνω Στρατολογικό Γραφείο μεταβολή της κρίσεως αυτού από κατάλληλο σε ακατάλληλο για στράτευση. Όμως η παραπάνω γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών ..., την οποία προσκόμισε στο Στρατολογικό Γραφείο ..., ήταν πλαστή, γεγονός που γνώριζε, αφού αυτός ουδέποτε είχε προσέλθει για εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών το έτος 2001. Η γνωμάτευση δε με στοιχεία 10979/1-8-2001 είχε εκδοθεί από το κλιμάκιο της Επιτροπής Απαλλαγών στη ... και αφορούσε στον στρατιώτη ..., που εξετάστηκε εκεί στο 291 ΤΠ και κρίθηκε ικανός για κατάταξη Ι4. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω κλιμάκιο ... είχε παραχωρηθεί αριθμός ιατρικών γνωματεύσεων, που θα εχρησιμοποιούντο εκεί, με αριθμό μονό, προς αποφυγή συγχύσεων, ενώ οι αντίστοιχες με ζυγό θα εχρησιμοποιούντο από την κεντρική επιτροπή των .... Στα αρχεία της Επιτροπής Απαλλαγών ... δεν βρέθηκε διακίνηση αλληλογραφίας, ούτε ιατρική γνωμάτευση, που να αφορά τον κατηγορούμενο. Την εν λόγω πλαστή γνωμάτευση παρέλαβε ο κατηγορούμενος από τον άγνωστο συντάκτη της. Έτσι ο κατηγορούμενος με την προσκόμιση και κατάθεση της παραπάνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών στο Στρατολογικό Γραφείο ... και την παράσταση στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτού ότι είναι γνήσια, ενώ γνώριζε ότι είναι πλαστή, πέτυχε να τους εξαπατήσει και να υφαρπάσει τη μεταβολή κρίσης του Στρατολογικού Γραφείου από κατάλληλου σε ακατάλληλο, πράγμα που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες συνιστάμενες στην αποφυγή της εκπλήρωσης της στρατιωτικής του υποχρέωσης. Το γεγονός ότι στο Αντίγραφο Φύλλου Μητρώου του κατηγορουμένου σημειώνεται στην ημεροχρονολογία 30-7-2001 ότι "παραπεμφθείς στην ΡΑ/... για εξέταση σωματικής ικανότητας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση Ι/5 πάσχων Αρ. γνωμ. 10979/1-8-2001" πρόδηλο είναι ότι αναγράφηκε τουλάχιστον μετά την ημερομηνία σύνταξης της γνωμάτευσης, αφού αυτή περιήλθε στο Στρατολογικό Γραφείο στις 5-9-2001. Όμως αυτό δεν αίρει την ως άνω αξιόποινη συμπεριφορά του, αφού για την υφαρπαγή της ψευδούς βεβαίωσης δεν ήταν απαραίτητη η φυσική του παρουσία, ούτε και το γεγονός ότι η γνωμάτευση περιήλθε υπηρεσιακά στο Στρατολογικό Γραφείο .... Και τούτο γιατί προδήλως ο άγνωστος συντάκτης, σε γνώση του κατηγορουμένου, της πλαστής αυτής γνωμάτευσης είχε υπηρεσιακή σχέση με τις ευρύτερες υπηρεσίες της Επιτροπής Απαλλαγών και την απέστειλε με τον παραπάνω σκοπό στο Στρατολογικό Γραφείο .... Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, που του αποδίδεται.. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, τον δε πρώτο και της πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου. Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων τούτων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις άνω διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 2 και 220 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με την παραδοχή δηλαδή αντιφατικών, ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Δικαστήριο της ουσίας με τις άνω παραδοχές του εκθέτει αναλυτικά τις απαιτούμενες από τα άνω άρθρα προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού εκθέτει αναλυτικά ότι α) οι κατηγορούμενοι πέτυχαν να βεβαιωθεί στο οικείο εκάστου Αντίγραφο Φύλλου Μητρώου των στρατολογικών γραφείων αναληθώς ότι ήταν ακατάλληλοι προς στράτευση ενώ ήταν κατάλληλοι, με αποτέλεσμα να αποφύγουν την εκπλήρωση των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων, β) οι αναληθείς αυτές βεβαιώσεις προκλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες με απατηλό μέσο αφού κατέθεσαν τις αναφερόμενες εν γνώσει τους πλαστές γνωματεύσεις περί ανικανότητάς τους, ως προερχόμενες δήθεν από την Επιτροπή Απαλλαγών ..., με αποτέλεσμα να πεισθούν οι αρμόδιοι στρατιωτικοί υπάλληλοι ότι το περιεχόμενό τους ήταν αληθές και να προβούν στην καταχώρησή τους στο οικείο εκάστου Αντίγραφο Φύλλο Μητρώου. Όσον δε αφορά την πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τον πρώτο αναιρεσείοντα, στις παραδοχές της προσβαλλόμενης διαλαμβάνονται πλήρως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τούτου. Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1 για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 216 παρ. 2 του ΠΚ, πρώτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ2 για έλλειψη αιτιολογίας, δεύτερος λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ3για έλλειψη αιτιολογίας και δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ4 για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 220 ΠΚ και παραβίασης εκ πλαγίου, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων Χ1, Χ2 και Χ4 ότι τα Αντίγραφα Φύλλων Μητρώου αυτών στα οποία καταχωρήθηκαν τα περί ακαταλληλότητος στρατεύσεώς τους δεν αποτελούν δημόσια έγγραφα, αλλά εξυπηρετούν την εσωτερική λειτουργία των στρατολογικών γραφείων είναι κατά τα άνω εκτεθέντα αβάσιμες και οι συναφείς προς αυτές λόγοι αναιρέσεως τούτων περί εσφαλμένης ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 220 παρ.1 (τέταρτος του πρώτου, δεύτερος του τρίτου και πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του τελευταίου) είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3, σύμφωνα με τις οποίες συνέτρεχε δεδικασμένο λόγω του ότι ο πρώτος τούτων είχε αθωωθεί, ο δε δεύτερος είχε καταδικαστεί για την πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου, δηλαδή των γνωματεύσεων σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών και έτσι για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως έπρεπε να απαλλαγούν είναι αβάσιμες, καθόσον τα δύο αυτά εγκλήματα συρρέουν, ως ελέχθη, αληθώς και επομένως οι αντίστοιχοι περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠΔ λόγοι των αναιρέσεών τους είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι ασάφειες και αντιφάσεις, που κατά τον αναιρεσείοντα Χ4, ανακύπτουν από την παραδοχή ότι η εγγραφή στο ΑΦΜ αυτού περί ακαταλληλότητάς του φέρεται να έγινε στις 31-07-2001, πριν δηλαδή την ημερομηνία εκδόσεως της πλαστής γνωμάτευσης που τον αφορά και η οποία φέρει ημερομηνία 01-08-2001 και πριν αυτή περιέλθει στο στρατολογικό γραφείο του ..., στο οποίο περιήλθε στις 5-9-2001, το Δικαστήριο της ουσίας αιτιολογεί τούτο δεχόμενο ότι ο άγνωστος συντάκτης της πλαστής γνωμάτευσης είχε υπηρεσιακή σχέση με τις ευρύτερες υπηρεσίες της Επιτροπής Απαλλαγών. Εκτός τούτων, δέχεται ότι το αξιόποινο της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως δεν αίρεται από το γεγονός της μη λογικής χρονικής σειράς των άνω διεκπεραιωτικών ενεργειών.
Συνεπώς, η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος τούτου ότι δηλαδή η απόφαση στερείται της επιβεβλημένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβιάστηκε το άρθρο 220 είναι αβάσιμη και οι συναφείς περί τούτων δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεώς του είναι αβάσιμοι ενώ η, κατά το σκεπτικό και διατακτικό της απόφασης, τέλεση από αυτόν ως μόνον αυτουργό της αξιόποινης αυτής πράξεώς του, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια και επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεώς του περί εκ πλαγίου παραβάσεως του άρθρου 220 παρ. 1 ΠΚ είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι η ... πλαστή γνωμάτευση, η οποία αφορούσε τον αναιρεσείοντα Χ3, προσκομίστηκε στο στρατολογικό γραφείο ...από τον ίδιο. Η μη διαβίβαση αυτής στο πιο πάνω στρατολογικό γραφείο υπηρεσιακώς, ήτοι κατά παράβαση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, οι οποίες επιβάλλουν την υπηρεσιακή τους διαβίβαση με στρατιωτικό ταχυδρομείο, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια.
Συνεπώς, ο περί ελλείψεως αιτιολογίας δεύτερος λόγος της αίτησης του αναιρεσείοντος Χ3 είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, και ο συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ3 περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, χωρίς εκ μέρους του να υποβληθεί αίτηση, το Δικαστήριο διέταξε την αναστολή της επιβληθείσης σε αυτόν ποινής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων υπό τα άνω περιστατικά στερείται εννόμου συμφέροντος (άρθρο 463 ΚΠΔ). Εξάλλου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος Χ1, κατά τις οποίες α) για την πράξη της χρήσεως του πλαστού εγγράφου έπρεπε να αθωωθεί, διότι η αθώωσή του με την 286/2007 απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου για ανυποταξία σε ειρηνική περίοδο απεδείκνυε ότι ενήργησε χωρίς δόλο και β) ο ορθός χαρακτηρισμός της πράξεως στον οποίο έπρεπε να προβεί το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν χρήση πλαστού εγγράφου αλλά χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης (άρθρα 221 παρ. 2 ΠΚ), η οποία παρεγράφη ως τιμωρούμενη με φυλάκιση μέχρι ένα έτος κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 του ν. 3346/2005, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον η πρώτη συνδέεται με την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η δε δεύτερη, ήτοι ο χαρακτηρισμός της πράξεως, ανήκει κυριαρχικά κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος τούτου περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 216 παρ. 2 ΠΚ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2, κατά την οποία το Δικαστήριο της ουσίας άνευ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απέρριψε το αίτημά του για διακοπή της δίκης προκειμένου να προσκομιστεί στο Δικαστήριο η ημερησία διαταγή της Επιτροπής Απαλλαγών, η οποία θα διαφώτιζε το θέμα της πλαστότητας της 10984/01-08-2000 γνωμάτευσης που τον αφορούσε, είναι αβάσιμη διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 46), διαλαμβάνονται επαρκείς σκέψεις και πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το Δικαστήριο προήλθε στην απόρριψη του αιτήματος διακοπής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αυτού περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ότι ενήργησε χωρίς δόλο υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία καταδικάστηκε, καθόσον με την 61601/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είχε αθωωθεί της χρήσεως της πλαστής αυτής γνωμάτευσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα δύο αυτά εγκλήματα, ως ελέχθη, συρρέουν πραγματικώς και εντεύθεν ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως τούτου περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 220 είναι αβάσιμος. Εξάλλου, όσον αφορά τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως του Χ4 πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την 5523/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προεδρεύων του οποίου ήταν ο Εφέτης Νικήτας Χριστόπουλος, ο οποίος ήταν και προεδρεύων του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων Χ4καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία στην πλαστογραφία της 10979/01-08-2001 πλαστής γνωμάτευσης, την οποία αυτός υπέβαλε στο στρατολογικό γραφείο .... Δια της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων αυτός καταδικάστηκε, διότι δια της υποβολής της γνωμάτευσης αυτής στο προαναφερθέν στρατολογικό γραφείο πέτυχε να βεβαιωθεί στο Αντίγραφο Φύλλου του Μητρώου του η απαλλαγή του από τη στράτευσή του. Υπό τα άνω δεδομένα δεν γεννήθηκε λόγος απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, καθόσον η κρίση του δικάσαντος Εφέτη ... αναφέρεται σε διαφορετικές ποινικές υποθέσεις, και όχι εις την ίδια υπόθεση, οπότε θα μπορούσε να γεννηθεί ο λόγος αυτός κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και εντεύθεν ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Επομένως, όλες οι αναιρέσεις πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από ... αιτήσεις των Χ1,Χ2,Χ3 ,Χ4 και Χ5, αντιστοίχως, ως και τους από ... προσθέτους λόγους του Χ4, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3690/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Και Επιβάλλει στον καθένα αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή