Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 995 / 2013    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανυποταξία, Τεκμήριο αθωότητας.




Περίληψη:
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδίκημα: Ανυποταξία σε περίοδο ειρήνης. Α) Υπέρβαση εξουσίας λόγω παραδοχής εφέσεως του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου ως αιτιολογημένης, Β) Παραβίαση δεδικασμένου, Γ) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβιάσεως του τεκμηρίου της αθωότητας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Δ) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Ε) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αιτιολογημένη η έφεση του Εισαγγελέα. Δεν υπάρχει ταυτότητα της πράξεως που είναι αναγκαίο στοιχείο για την στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου. Επάρκεια αιτιολογίας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Δεν παραβιάσθηκε το τεκμήριο αθωότητας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 995/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια και Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Σ. Π. - Μ. του Λ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Κοτσαλή, για αναίρεση της υπ' αριθ.87/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών.
Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.1580/26-2-2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 288/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμος η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 32 περ. α! του ΣΠΚ (Ν. 2287/95) "όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία, τιμωρείται, σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Eξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 1763/88 "Στρατολογία των Ελλήνων", σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3036/2002, "ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν εμφανίζονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατάταξης, η δε ανυποταξία αρχίζει από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας τάξεως και διακόπτεται με τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας του δράστη, με την κατάταξή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις, με τη σύλληψη του ανυπότακτου, με την παρουσίασή του στην αρμόδια στρατιωτική ή αστυνομική αρχή, καθώς και με την κρίση του ανυπότακτου ως ακατάλληλου για στράτευση ή με την χορήγηση αναβολής κατατάξεως για λόγους υγείας από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η ανυποταξία αποτελεί γνήσιο διαρκές έγκλημα, τελούμενο δια παραλείψεως και η αντικειμενική του υπόσταση, συνίσταται στην "αδράνεια" του στρατευσίμου να προσέλθει, προς κατάταξη, στις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές, μέσα στις τασσόμενες προς τούτο προθεσμίες.

ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ,πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο απ` αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα απ` αυτά. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Εξ' άλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε! του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 87/2012 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ήτοι της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και όλη την αποδεικτική διαδικασία ότι αποδείχθηκαν,- κατά πιστή μεταφορά-, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα στοιχεία που επικαλείται και προσκόμισε ο κατηγορούμενος ως νέες αποδείξεις δηλαδή την 3690/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου στην… , την 1-8-2001 και τις ενσωματωμένες στα πρακτικά της δίκης εκείνης καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και ο ταξίαρχος Ζ. Λ., είτε χωριστά αξιολογούμενες όσο και σε συνδυασμό με τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες αποδείξεις με βάση τις οποίες τούτο έκρινε με την 1876/2007 αμετάκλητη απόφαση του αυτόν ένοχο της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως δεν καθίσταται φανερό σε σημείο που να αγγίζει τη βεβαιότητα ότι αυτός (κατηγορούμενος) είναι αθώος της άνω πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως. Στο σκεπτικό της αθωωτικής για τον κατηγορούμενο αποφάσεως 3690/2009 το Τριμελές Εφετείο Αθηνών αναφέρει ότι αυτός για τη χρήση της πλαστής ιατρικής γνωμάτευσης υπ' αρ. 10973/30-7-2001 της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται εν' όψει του ότι δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτόν, καθ' όσον στις 7-5-2001 είχε εκδοθεί το υπ 'αρ. 33306/5-4-2001 πιστοποιητικό τύπου Β! του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής, με το οποίο ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ότι δεν υπέχει καμία στρατολογική υποχρέωση. Αυτό όμως το προηγούμενο πιστοποιητικό τύπου Β! του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής δεν αρκούσε για να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων όταν κλήθηκε να παρουσιασθεί στις τάξεις του στρατού και να καταταγεί στις 30-7-2001, αφού μέχρι τον Ιούλιο 2001 είχε τύχει αναβολής κατατάξεως όπως αναφερόταν στην αιτιολογία της υπ' αρ. 1876/2007 καταδικαστικής για τον κατηγορούμενο αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Εξ' άλλου το ως άνω υπ' αρ. 33306/5-4-2001 πιστοποιητικό ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εκπληρώσει τις στρατολογικές του υποχρεώσεις και ότι κατά την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού αυτού δεν υπέχει καμία στρατιωτική υποχρέωση απαλλαγείς από τη στράτευση, χωρίς να αναφέρει ότι ήταν ακατάλληλος προς στράτευση λόγω σωματικής ανικανότητας . Περιλαμβανόταν δε το άνω υπ' αρ. 33306/5-4-2001 πιστοποιητικό τύπου Β! του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπ' όψη το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που έκρινε με την υπ' αρ. 1876/2007 απόφαση του ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Εξ' άλλου ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της χρήσεως του πλαστού εγγράφου) μάρτυς ταξίαρχος Ζ. Λ. κατέθεσε ότι από τα τηρούμενα στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών βιβλία, φαινόταν ότι την επίμαχη υπ' αρ. 10973/30-7-2001 πλαστή γνωμάτευση σωματικής ικανότητας με την οποία φερόταν ότι είχε κριθεί ακατάλληλος προς στράτευση (Ι5) ο κατηγορούμενος ως πάσχων από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α.Ο. υπό αγωγή, την πήρε ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ακόμη κατέθεσε ο άνω μάρτυς ότι πήγε ο ίδιος ο κατηγορούμενος να καταθέσει το έγγραφο αυτό και στο πρωτόκολλο του στρατολογικού γραφείου έχει την υπογραφή του κατηγορουμένου όσον αφορά το εν λόγω έγγραφο, στη συνέχεια δε ο μάρτυς αυτός κατέθεσε ότι δεν έχει τα στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε την επίμαχη ιατρική γνωμάτευση στο στρατολογικό γραφείο ο ίδιος και διευκρίνισε ότι γνωρίζει ότι αυτός πήρε ο ίδιος τον φάκελο από το στρατολογικό γραφείο που απευθυνόταν προς τους γιατρούς της Επιτροπής Απαλλαγών και ότι για το αντίθετο, δηλαδή για την αποστολή της ιατρικής γνωμάτευσης από την επιτροπή απαλλαγών στο στρατολογικό γραφείο δεν γνώριζε .Κατόπιν των ανωτέρω και του ότι η διάπραξη του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως όσον αφορά την επίτευξη να μεταβληθεί η καταχώρηση στα τηρούμενα στο στρατολογικό γραφείο Ανατολικής Αττικής στοιχεία για την στρατολογική κατάσταση του κατηγορουμένου από ικανού προς στράτευση σε ακατάλληλου για στράτευση, ήταν δυνατή και με την μέσω ετέρου ενεργούντος κατ' εντολή και στο όνομα του, κατάθεση της άνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της επιτροπής απαλλαγών Αθηνών στο εν λόγω στρατολογικό γραφείο όπου πράγματι κατετέθη και αργότερα διαπιστώθηκε η εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων αυτού του στρατολογικού γραφείου και ζητήθηκε από την υπερκείμενη διεύθυνση στρατολογικού ΓΕΕΘΑ η ακύρωση της μεταβολής αυτής που αφορούσε τον κατηγορούμενο και κλήθηκε και εκπλήρωσε αυτός τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του στο στρατό ξηράς" Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της "ανυποταξίας στο εσωτερικό σε ειρηνική περίοδο, πράξεως που τελέσθηκε στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ από 31-7-2001 μέχρι 4-10-2005 και ειδικότερα του ότι: "ενώ ήταν στρατεύσιμος στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την 31-7-2001 σε ειρηνική περίοδο, κηρύχθηκε ανυπότακτος σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία. Ειδικότερα, ενώ κλήθηκε ως στρατεύσιμος κλάσης 1995 σύμφωνα με τις διατάξεις του στρατολογικού νόμου και δυνάμει της με αρ. 76/2001 ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, για να παρουσιασθεί στις τάξεις του στρατού και να καταταγεί την 30-7-2001 στο στρατόπεδο ΚΕΥΠ, δεν κατατάχθηκε την τελευταία αυτή ημερομηνία, με αποτέλεσμα να γίνει ανυπότακτος από 31-7-2001 μέχρι την 4-10-2005, οπότε εμφανίσθηκε προς παροχή εξηγήσεων στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης" Αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α! ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 1 έτους την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής αποφάσεως, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ` αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η! ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης του, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπερέβη την εξουσία του, γιατί ενώ η ασκηθείσα υπ' αρ. 4/2007 έφεση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Λάρισας, κατά της υπ' αρ. 41/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν περιείχε ειδικούς και εμπεριστατωμένους λόγους εφέσεως, παρά ταύτα αυτό (δικαστήριο) την έκρινε αιτιολογημένη, κάνοντας την δεκτή από τυπικής απόψεως και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως με αποτέλεσμα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, να τον κηρύξει ένοχο του αδικήματος της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης. Από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αρ. 41/2007 απόφαση του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για το αδίκημα της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης που φερόταν ότι τελέσθηκε στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ από 31-7-2001 έως 4-10-2005. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Λάρισας άσκησε την υπ 'αρ. 4/2007 έφεση του και το Τριμελές Αναθεωρητικό δικαστήριο Αθηνών με την υπ' αρ. 275/2007 απόφαση του τον κήρυξε ένοχο της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως και του επέβαλλε ποινή φυλακίσεως 1 έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αναίρεση η οποία με την υπ' αρ. 1515/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε. Εν τω μεταξύ, είχε κινηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τα αδικήματα α) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και β) της χρήσεως πλαστού εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Με την υπ' αρ. 10895/ 2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε, ένοχος για το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως ήτοι του ότι: "πέτυχε να εκδοθεί από το άνω στρατολογικό γραφείο μεταβολή της κρίσεως του ως ακατάλληλου για στράτευση καταθέτοντας τη με αρ. 10973/1-8-2001 γνωμάτευση σωματικής ικανότητας ... " Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ ουσία και καταδικάσθηκε από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αρ. 1876/2007 απόφαση του. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε αναίρεση η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 2386/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ετέρωθεν με την υπ' αρ. 21845/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου, δηλαδή της πλαστής υπ' αρ. 10973/1-8-2001 ιατρικής γνωμάτευσης και κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω δεδικασμένου για την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση και με την υπ' αρ. 3690/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κηρύχθηκε αθώος. Μετά την αθώωση του αυτή, άσκησε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στον ’ρειο Πάγο με την οποία ζητούσε την επανάληψη της διαδικασίας, για την καταδίκη του με την υπ' αρ. 1876/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (καταδίκη για το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως). Με την υπ' αρ. 605/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η αίτηση αυτή και έπαυσε οριστικά η σε βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη για το αδίκημα αυτό λόγω παραγραφής. Ακολούθως υπέβαλλε ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση επανάληψης της διαδικασίας για την καταδίκη του από το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, που με την υπ' αρ. 275/2007 προαναφερθείσα απόφαση του, τον κήρυξε ένοχο της αξιοποίνου πράξεως της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο),δέχθηκε την αίτηση του, ακύρωσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως εκτέθηκε κατά το σκεπτικό και διατακτικό της, καταδίκασε και πάλι τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για το αδίκημα της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης. Στην προαναφερθείσα υπ'αρ.4/2007 έκθεση εφέσεως του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου της Λάρισας, που συντάχθηκε ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του στρατοδικείου της Λάρισας, και την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο ’ρειος Πάγος για την έρευνα του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, εκτίθεται ότι ο παραπάνω Εισαγγελέας δήλωσε ότι: ασκεί έφεση ενώπιον του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, κατά της υπ` αριθμ.41/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για την αξιόποινη πράξη της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης, αιτούμενος την παραδοχή της, την εξαφάνιση της απόφασης καθόσον αφορά τον ανωτέρω κατηγορούμενο, την κήρυξη αυτού ενόχου της πράξης της αξιοποίνου πράξεως για την οποία αθωώθηκε, γιατί από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στον εφεσίβλητο είχε χορηγηθεί με την υπ' αρ. 17011/3-10-2000 γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών Α! εξάμηνη αναβολή για λόγους υγείας επειδή έπασχε από "κυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού με ΥΑΟ: 4/10 cc υπό φαρμακευτική αγωγή κορτινοζοθεραπεία". Με τη λήξη της εξάμηνης αναβολής του επιλέχθηκε από το σώμα υλικού πολέμου, υποχρεούμενος να καταταγεί με την 2001 Δ! ΕΣΣΟ, δηλ. κατά μήνα Ιούλιο του 2001 (βλ. σχετικά τις από 25-9-2000 και 15-6-2001 στρατολογικές μεταβολές στο ΑΦΜ του, καθώς και το υπ' αρ. 33306/5-4-2001 πιστοποιητικό τύπου Β!). Λόγω της αναβολής υγείας αντί να καταταγεί στο ΚΕΥΠ, όπως θα συνέβαινε κανονικά, παραπέμφθηκε από το αρμόδιο στρατολογικό γραφείο Ανατολικής Αττικής, στην Ε.Α.Α. για κρίση της σωματικής του ικανότητας. Όμως όπως προκύπτει από το υπ' αρ. Φ453/27/4250/Σ.1932 /22-8-2006 έγγραφο της ΕΑΑ, ο εφεσίβλητος δεν παρουσιάσθηκε στην ως άνω επιτροπή. Παρόλα αυτά εισήλθε στο Σ.Γ. Ανατ. Αττικής η υπ' αρ. 10973/30-7-2001 γνωμάτευση της Ε.Α.Α ., με την οποία κρίθηκε αυτός ακατάλληλος προς στράτευση (Ι5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού υπό αγωγή". Ο εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι στη συνέχεια έλαβε ταχυδρομικά το υπ' αρ. 90749/3-10-2001 πιστοποιητικό τύπου Α!, από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός απαλλάχθηκε από τη στράτευση. Σε σχετικό ερώτημα μας η Ε.Α.Α. απάντησε με το ως άνω έγγραφο της, ότι δεν εκδόθηκε γνωμάτευση γι αυτόν που να τον κρίνει ακατάλληλο προς στράτευση, εκτός από την προαναφερθείσα μία γνωμάτευση για την εξάμηνη αναβολή. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σε βαθμό απόλυτης αποδεικτικής βεβαιότητας, το συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος όφειλε να καταταγεί την 30-7-2001 στο ΚΕΥΠ και γνώριζε την υποχρέωση του αυτή, γι αυτό μεθόδευσε με την κατάρτιση πλαστής γνωμάτευσης την απαλλαγή του από τη στράτευση τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Δε θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κανείς σοβαρά ότι η ως άνω πλαστή γνωμάτευση "νομιμοποιούσε" για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή από την αρμόδια στρατολογική αρχή, την παραμονή του εφεσίβλητου εκτός των τάξεων του Στρατού.
Για τους λόγους αυτούς εφεσιβάλλω την υπ' αρ. 41/2007 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας και ζητώ να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανυποταξίας που του αποδόθηκε". Η αιτιολογία όμως αυτή της εφέσεως του Εισαγγελέα, κατά την κρίση της πλειοψηφίας αυτού του Δικαστηρίου, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, διότι, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθεται σ` αυτήν ποιές είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποιά συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Ειδικότερα, δεν αρκείται ο Εισαγγελέας να αναφέρει στην έφεσή του τη στερεότυπη έκφραση "για κακή εκτίμηση των αποδείξεων", αλλ` αναφέρεται σε όλη την κύρια αποδεικτική διαδικασία κατά την οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, (από την παραδεκτή επισκόπηση της εφεσιβαλλομένης αποφάσεως), εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο συνήγορο του, δεν εξετάσθηκε κανένας μάρτυρας παρά αναγνώσθηκαν μόνο έγγραφα στα οποία με λεπτομέρεια αναφέρεται, και τα οποία κατά την κρίση του εκτιμήθηκαν πλημμελώς και εκθέτει ότι βάσει αυτών το περιεχόμενο των οποίων επίσης αναφέρει λεπτομερώς, προέκυψε η ενοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος, ενώ γνώριζε ότι όφειλε να εμφανισθεί και να καταταγεί την 30-7-2001 στο ΚΕΥΠ, παρά ταύτα δεν παρουσιάσθηκε για κατάταξη ,αλλά ισχυρίσθηκε ότι απαλλάχθηκε από την υποχρέωση του αυτή βάσει πιστοποιητικού τύπου Α!, το οποίο όμως είχε εκδοθεί με πλαστή ιατρική γνωμάτευση δεδομένου ότι αυτός ουδέποτε προσήλθε προς εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών. Διαλαμβάνει δε περαιτέρω και τον συλλογισμό ότι η πλαστή αυτή γνωμάτευση δεν νομιμοποιούσε την παραμονή του εκτός των τάξεων του στρατού για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή, υπονοώντας φυσικά ότι γνώριζε ο ίδιος την πλαστότητα της αφού ποτέ δεν είχε προσέλθει για εξέταση του στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών. Κατά συνέπεια, δεν υπερέβη την εξουσία του το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την ένσταση περί απαραδέκτου της εφέσεως, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας με την οποία την απέρριψε, και στη συνέχεια με το να κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο. Πρέπει επομένως, ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η! του ΚΠΔ, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, αυτού του δικαστηρίου, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη μειοψηφούσα όμως γνώμη του προεδρεύοντος του δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου, ο παραπάνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης της απόφασης, για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως παραδεκτή την ασκηθείσα ένδικη έφεση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου της Λάρισας, κατά της με αρ. 41/2007 αθωωτικής, για ανυποταξία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, απόφασης του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας, έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος, λόγω έλλειψης ειδικής αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, να αναιρεθεί η άνω προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η έφεση αυτή ως απαράδεκτη, διότι από τη διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 486 ΚΠΔ προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου, που ασκείται μετά την ισχύ του ν. 2408/1996, αξιώνεται πλέον από τον Εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου έφεσης κατά αθωωτικής κρίσης του δικαστηρίου του πρώτου βαθμού, στον οποίο λόγο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν δεν αρκεί η παράθεση των αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία προκύπτει η ενοχή και στη συγκεκριμένη περίπτωση από το προεκτεθέν περιεχόμενο της εφέσεως αυτής προκύπτει μόνον η εκ μέρους του Εισαγγελέα παράθεση αιτιολογικού ενοχής και δη τι αποδείχθηκε γενικά από την αποδεικτική διαδικασία και παράθεση σκέψεων, από τις οποίες προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου για ανυποταξία και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τη στιγμή μάλιστα που έχει αθωωθεί και απαλλαγεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως ανικανότητας προς στράτευση και για χρήση πλαστού εγγράφου στην αρμόδια στρατολογική υπηρεσία, πράξεις στις οποίες στηρίζεται και η κρινόμενη ανυποταξία, ήτοι δεν έχει την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία και ειδικότερα δεν εκτίθενται στην έκθεση εφέσεως, όπως θάπρεπε, με σαφήνεια και πληρότητα, ποίες οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση και, ο Εισαγγελέας δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την εξενεχθείσα πλήρως αιτιολογημένη κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περί της αθωότητας του εν λόγω αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. (Ολ.ΑΠ 9/2005, ΑΠ 101, 210/2011). Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ! του ίδιου Κώδικα, απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξεως και γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται αυτή του κατηγορουμένου, δηλαδή του κατηγορηθέντος ως δράστη της πράξεως. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο καθ' όλη τη διαδρομή και καθ 'όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει αυτεπαγγέλτως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ` αριθ.3690/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός αθωώθηκε για την αξιόποινη πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου. Από την παραδεκτή επισκόπηση, του διατακτικού της επικαλούμενης αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αρ. 3690/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος του ότι: "στην .., την 1-8-2001 μολονότι γνώριζε ότι η υπ' αρ. 10973/1-8-2001 γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί ακατάλληλος για στράτευση (1-5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α.Ο. υπό αγωγή", ήταν εξ ολοκλήρου πλαστή, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε για εξέταση στην εν λόγω επιτροπή, η δε γνήσια ταυτάριθμη γνωμάτευση που είχε πράγματι εκδοθεί από αυτήν αφορούσε άλλο πρόσωπο (τον στρατιώτη Μ. Β.), εν τούτοις την παρέλαβε από τον άγνωστο συντάκτη της και την κατέθεσε στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής με σκοπό να παραπλανήσει τους υπηρετούντες σε αυτό αρμοδίους στρατιωτικούς υπαλλήλους, σχετικά με το γεγονός ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης γνωμάτευσης ήταν αληθές και να τους πείσει να προβούν στην καταχώρηση στα τηρούμενα από την υπηρεσία τους οικεία μητρώα" Με την προσβαλλόμενη απόφαση το διατακτικό της οποίας προαναφέρθηκε κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξεως της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης δηλ. του ότι δεν παρουσιάσθηκε να καταταγεί την συγκεκριμένη ημερομηνία που κλήθηκε μετά από ειδική πρόσκληση κατάταξης. Ήτοι δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως μεταξύ των δύο αδικημάτων αφού στηρίζονται επί διαφορετικής και νομικής αιτίας που είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δεδικασμένου. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης παραβιάζει το δεδικασμένο που ισχύει από την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι ασκεί απαραδέκτως κριτική αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι το δεδικασμένο δεν παραβιάζεται ακόμα και στην περίπτωση που το δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως περιστατικά αμετακλήτως κριθέντα με άλλη απόφαση, εφόσον αυτά δεν ταυτίζονται κατ' αντικείμενο με την κρινόμενη πράξη που είναι αυτοτελής (ΑΠ 1544/2007),ως εν προκειμένω. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ! του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Εξ' άλλου από την ως άνω αξιολόγηση και κρίση της αιτιολογίας της υπ 'αρ. 3690/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε αυτήν (κριτική )προφανώς για την αιτιολογία της ελεύθερης εκτίμησης της, αλλά και διότι ήταν στοιχείο που έπρεπε να ελεγχθεί από το δικαστήριο της ουσίας δεδομένου ότι αποτελούσε ουσιαστικό λόγο της παραδοχής της επαναλήψεως της διαδικασίας, με την υπ' αρ. 888/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ουδόλως παραβιάσθηκε η αρχή της αθωότητας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καθώς και το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, αφού το δικαστήριο της ουσίας, έπραξε τούτο στα πλαίσια της δικαιοδοτικής του ευχέρειας, για τους ανωτέρω λόγους και ο σχετικός προβαλλόμενος επίσης δεύτερος κατά το ένα σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α! σε συνδυασμώ με το άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ. Δ! προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, μ' αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στους ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 3, 11, 32 περ. α! 193, 198, 213 παρ. 1 ΣΠΚ, 3 Ν. 663/77, 3 Ν. 3036/2002, 3, 4, 5 Ν. 2943/2001, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "ότι ο κατηγορούμενος δεν έσπευσε να καταταγεί στις τάξεις του Στρατού, όπως όφειλε, για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ήτοι στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, σύμφωνα με την υπ` αριθ. 76/2001 πρόσκληση του ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, την 30 -7-2001,αλλά παρουσιάσθηκε την 4-10-2005 προς παροχή εξηγήσεων στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης", ότι "το προηγούμενο πιστοποιητικό τύπου Β! (υπ' αρ. 33306/5-4-2001) του στρατολογικού γραφείου Ανατολικής Αττικής δεν αρκούσε για να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων όταν κλήθηκε να παρουσιασθεί στις τάξεις του Στρατού την 30-7-2001, αφού μέχρι τον Ιούλιο του 2001 είχε τύχει αναβολής κατάταξης" και "ότι το ανωτέρω πιστοποιητικό ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και ότι κατά την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού δηλ. την 5-4-2001 δεν υπήρχε καμία στρατιωτική υποχρέωση, απαλλαγείς από την στράτευση, χωρίς να αναφέρει ως αιτία απαλλαγής ότι ήταν ακατάλληλος προς στράτευση", από την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "η διάπραξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως όσον αφορά την επίτευξη να μεταβληθεί η καταχώρηση στα τηρούμενα βιβλία στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής στοιχεία για την στρατολογική κατάσταση του κατηγορουμένου από ικανού προς στράτευση σε ακατάλληλου για στράτευση, ήταν δυνατή και με την μέσω ετέρου προσώπου, ενεργούντος κατ' εντολή και στο όνομα του, κατάθεση της άνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών στο εν λόγω Στρατολογικό γραφείο όπου πράγματι κατετέθη και αργότερα διαπιστώθηκε η εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων αυτού του γραφείου και ζητήθηκε από την υπερκείμενη διεύθυνση στρατολογικού ΓΕΕΘΑ η ακύρωση της μεταβολής αυτής που αφορούσε τον κατηγορούμενο" πληρούται, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προπαρατέθηκε. Σημειώνεται ότι ο δόλος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται ειδικότερα αφού αυτός ενυπάρχει, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, και τα ενάντια υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα. Ο λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ότι το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του με τον οποίο υποστήριξε, ότι δεν έλαβε ποτέ την ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις τάξεις του στρατού, ούτε γνώριζε την ακύρωση της διοικητικής πράξης απαλλαγής του, η οποία έχει ισχύ μέχρι την ανάκληση ή ακύρωση της με δικαστική απόφαση ή διοικητική πράξη, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν αρνητικός της κατηγορίας τοιούτος, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε ως εκ περισσού ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία αυτή παρά, το γεγονός ότι δεν υποχρεούταν σε απάντηση του. Εν συνεχεία η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, διότι δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο ίδιος κατέθεσε την πλαστή ιατρική βεβαίωση, για την στρατολογική κατάστασή του από ικανού προς στράτευση σε ακατάλληλο για στράτευση ,αιτιολογεί δε τούτο με την υποθετική κρίση ότι μπορούσε και τρίτος να την καταθέσει κατ' εντολή του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι με την αιτιολογία αυτή στηρίζεται η πλαστότητα του εγγράφου αυτού, η οποία είναι δεδομένη και δεν συνδέεται με τα στοιχεία που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης, (που είναι η γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις την ορισμένη ημερομηνία και η μη εμφάνιση του υποχρέου κατ 'αυτή για κατάταξη),αλλά η πλαστότητα αυτή και η χρήση του πλαστού εγγράφου από τρίτο, ήταν προπαρασκευαστική πράξη, προκειμένου με την παραπλάνηση των αρμοδίων αρχών, να επιτευχθεί η πράξη απαλλαγής του αναιρεσείοντος από την στρατιωτική του υποχρέωση με την αιτία της σωματικής του ανικανότητας του.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, (περιλαμβανόμενοι στον τρίτο και τελευταίο λόγο αυτής) με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Απορρίπτει, την υπ' αρ. πρωτ. 1580/26-2-2013 αίτηση του Σ. Π. - Μ. του Λ., για αναίρεση της υπ` αριθ.87/ 21-2-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα(250) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή